«Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Λόρκα: Το καίριο παραστασιακό γεγονός της Μαρίας Πρωτόπαππα που απελευθερώνει το έργο από την έμφυλη ταυτότητά του

Η Μαρία Πρωτόπαππα προτείνει νέους παραστασιακούς κώδικες, νέες αναγνώσεις, νέο τρόπο σύνδεσης με το κοινό, νέα υψηλά θεατρικά ήθη

Φωτογραφίες: © Μαριλένα Αναστασιάδου

Κείμενο: Ελένη Κουτσιλαίου

 

Η Heraldo de Madrid της 29ης Μαΐου 1936 στη στήλη της Φήμες ανακοίνωνε ότι ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα βρίσκεται στην ολοκλήρωση της συγγραφής ενός  θεατρικού έργου, το οποίο περιγράφει ως ένα «δράμα Ανδαλουσιανής σεξουαλικότητας». Ο συγγραφέας θα ονομάσει το έργο του «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα»,δίνοντάς του τον υπότιτλο «δράμα των γυναικών στα χωριά της Ισπανίας». Ήλπιζε να το ανεβάσει  το φθινόπωρο του 1936 με τη Μαργαρίτα Ξίργκου στον πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά τον πρόλαβε η αποτρόπαιη δολοφονία του. Είχε βασίσει το έργο του σε υπαρκτά πρόσωπα και περιστατικά έτσι όπως είχαν αποτυπωθεί στα παιδικά του μάτια σε ένα χωριό που επισκεπτόταν μικρός.

Ο Λόρκα περιγράφει τη βαθιά Ισπανία των αρχών του 20ου αιώνα, μιας εξαιρετικά βίαιης παραδοσιακής κοινωνίας, στην οποία η γυναίκα είναι καταδικασμένη στη σιωπή –Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη και τελευταία λέξη του έργου είναι: «Σωπάστε». Η σιωπή αποτελεί καθοριστικό στοιχείο του έργου.

 

 

Θα αποκαλύψει τον καθολικισμό ως μέγγενη καταπίεσης, θα μιλήσει για τον φόβο και την ενοχή της αποκάλυψης, την αποστροφή της οικειότητας και τη βαθιά μοναξιά αυτών των γυναικών. Η γυναίκα πάντα έπρεπε να ανήκει κάπου. Στον πατέρα, στον σύζυγο, στον αδελφό, σε έναν άνδρα. Εξαίρεση αποτελούν οι χήρες και φυσικά γάμοι δεν γίνονται εν μέσω πένθους. Η Μπερνάρντα, λοιπόν, χρησιμοποιεί το πένθος ως όχημα αναβολής της επιβολής της πατριαρχίας. Το πένθος είναι μία δικαιολογία αποδεκτή για το κοινωνικο-ιδεολογικό σχήμα της εποχής. Η γυναίκα μπορεί να ρυθμίσει τα του οίκου της. Δεν ανοίγεται στην κοινωνία. Κλείνεται. Δεν θέλει να ανατρέψει τα ειωθότα, θέλει να γίνει εκείνη ο πατριάρχης του σπιτιού της.

Ο Λόρκα θα συσχετίσει τη χωρικότητα με τη χρονικότητα κι έτσι όσο η αφήγηση προχωρά η δράση εισχωρεί πιο βαθιά στα έγκατα του κλειστού σπιτιού αλλά και στην ψυχή των σχεδόν έγκλειστων προσώπων. Ο ίδιος ο ποιητής θα αλλοιώσει τον ρεαλισμό από τη συμβολική διάσταση της πλοκής. Πρόθεσή του, το έργο να είναι «ένα φωτογραφικό ασπρόμαυρο ντοκιμαντέρ», ο χρωματικός συμβολισμός ανάμεσα στο πένθος (μαύρο) και την εμμονή στην αγνότητα της τιμής (λευκό)  χρωματικές μονοτονίες που οδηγούν στην κορύφωση του εγκλεισμού, παραπέμποντας συνειρμικά σε φυλακή ή ψυχιατρική κλινική.

 

 

Η παράσταση 

 

Η Μαρία Πρωτόπαππα θα δημιουργήσει ένα λιτό, διάφανο, καίριο, αφαιρετικό παραστασιακό γεγονός. Μια υψηλής ποιητικότητας και εύστοχου συμβολισμού σκηνική δημιουργία. Με αποκαλυπτικούς αυτοσχεδιασμούς, συνταρακτικές συνεκφωνήσεις και πολλαπλά επίπεδα αφηγήσεων που συνυφαίνονται και συλλειτουργούν: η αφήγηση της ηθοποιού, αυτή του Λόρκα, και φυσικά των ηρώων του έργου. Θα απελευθερώσει το κείμενο από τα ιερά δεσμά της -συγκλονιστικής για την εποχή της- μετάφρασης του Νίκου Γκάτσου , που όμως επέβαλε  συγκεκριμένους σκηνικούς χειρισμούς, προτείνοντας μια καινούρια, σπάνιας ποιητικότητας, ακρίβειας συμβολισμών και νοηματοδοτήσεων.

Θα απελευθερώσει, επίσης, το έργο από την έμφυλη ταυτότητά του. Δεν θα δείξει εγκλωβισμένες γυναίκες, αλλά εγκλωβισμένες ανθρώπινες οντότητες για να μας μιλήσει για τους σκληρούς καιρούς που διανύουμε. Κύριο μέλημα του παραστασιακού εγχειρήματος να κραυγάσει την αδήριτη ανάγκη του ανθρώπου για ελευθερία. Η δημιουργός αναλογιζόμενη το αποτύπωμα των σκληρών ημερών στις ζωές μας, θα μας μιλήσει για τη φτώχεια, την ολοένα αυξανόμενη κοινωνικοοικονομική ταξικότητα, την ασφυκτική στέρηση: υλική, συναισθηματική και νοητική που υφίσταται ο σύγχρονος άνθρωπος. Που κατ’ ουσίαν δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αδιανόητη στέρηση της ελευθερίας του.

Θα χρησιμοποιήσει ως θεατρικό όχημα τα λόγια ενός ποιητή που έγραψε, μίλησε, αγωνίστηκε και τελικά θανατώθηκε με τον πιο σκληρό τρόπο εξαιτίας της βαθιάς αγάπης του για τον άνθρωπο. Η αντισυμβατική τρυφερότητά του, το ακατάβλητο θάρρος του, η ποιητική του μεγαλοσύνη, και η βαθιά αλληλέγγυα ψυχή του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα είναι τα πρωτογενή υλικά που υφαίνουν το νήμα αυτής της παράστασης και την καθοδηγούν. Αισθάνεσαι ως θεατής την παρουσία του σε κάθε σκηνική επιλογή. Σπάνια νέα δημιουργία αγγίζει με τόσο μεγάλη αγάπη και βαθιά συγκίνηση το υλικό που μεταπλάθει σε παραστασιακό γεγονός.

 

 

Οι συντελεστές

 

Εξαιρετική, η μετάφραση, απόδοση του κειμένου από τη Μαρία Πρωτόπαππα και την Ελένη Σπετσιώτη. Ανοίγει ουσιαστικούς νέους δρόμους στη μετάφραση-απόδοση του έργου του Λόρκα στην Ελλάδα.

Η Εύα Νάθενα με τη λιτή αυστηρότητα και αφαιρετικότητα του σκηνικού (εξαιρετικά λειτουργικό  απέραντο μοναστηριακό τραπέζι), καθώς και με τους συμβολισμούς και τα σημαινόμενα των κοστουμιών (γκρι σακάκι – παντελόνι για όλους πλην της Μπερνάρντα, λευκά νυχτικά, μαύρες μπόλιες). Το ίδιο και οι ποιητικοί φωτισμοί της Βαλεντίνας Ταμιωλάκη. Και οι δυο δημιουργοί συμβάλλουν αποφασιστικά στο όραμα της παράστασης δημιουργώντας μυσταγωγικές ατμόσφαιρες.

Η μουσική του Φώτη Σιώτα που τρυπώνει από τις χαραμάδες μεταφέροντας τον ήχο της σφύζουσας ζωής από τον έξω κόσμο στα «έγκλειστα όντα» είναι συνταρακτική. Τέλος η συνεισφορά της Μαργαρίτας Τρίκκα που υπογράφει την κίνηση εξόχως σημαντική αφού δημιουργεί μια γλαφυρή σωματική γλώσσα βαθιά ανθρώπινη και συγκινητική.

 


Οι ερμηνείες

 

Η Ευγενία Αποστόλου (Μαγδαληνή-Προυντένθια), η Ελένη Σπετσιώτη (Αμέλια ), η Κατερίνα Φωτιάδη (Μαρτίριο) αντιμετωπίζουν το παραστασιακό εγχείρημα με σοβαρότητα, αφοσίωση και πίστη. Συγκινητική η αλληλεγγύη τους επί σκηνής.

Ο Δημήτρης Μαργαρίτης μας επιφυλάσσει μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδοχή της Ανγκούστια. Παρά τις αφηγήσεις των αδερφών της για την ασχήμια και την ασθενικότητά της, δημιουργεί ένα ανθρώπινο ον που διεκδικεί με πάθος το δικαίωμα ενός ανθρώπινου πλάσματος στον έρωτα, στη συνεύρεση, στην ηδονή, στη ζωή. Ένα σώμα παλλόμενο και αγωνιστικό επί σκηνής.

Η Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη πλάθει μια Αδέλα χωρίς ωραιοποιήσεις. Σκληρή, αδυσώπητη, σαν ένα ορμητικό ποτάμι που παρασύρει τα πάντα στο διάβα της. Ανθρώπινους δεσμούς, συμβάσεις και ενοχές.

Η ηχογραφημένη Μαρία-Χοσέφα της Έρσης Μαλικένζου είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετική επιλογή, όπου η φωνή της είναι σαν να υπάρχει στη σκέψη της Μπερνάρντα και να την καθυποτάσσει και να την τρομοκρατεί ακόμα σε μια αλυσίδα βίαιων και ταπεινωτικών σχέσεων γυναικών που υπηρετούν το πατριαρχικό μοντέλο.

Η Πόνθια της Άννας Καλαϊτζίδου είναι έξοχη. Αφαίρεσε κάθε ηθογραφικό στοιχείο από τον ρόλο, και του έδωσε δύναμη, αμεσότητα, τόλμη, χιούμορ, χαρακτήρα. Υπέροχη.

Η Μπερνάρντα Άλμπα του Χρήστου Στέργιογλου είναι καθηλωτική. Το καλλιτεχνικό του ήθος απαράμιλλο. Πλάθει ένα πλάσμα σκληρό, αδυσώπητο, με αιχμηρό χιούμορ σαν λεπίδι, πονεμένο, σπαρακτικό και σπαραγμένο, δέσμιο της φυλακής που φτιάχνει για τους άλλους και της φυλακής που έφτιαξαν οι άλλοι για αυτήν. Από τις πιο βαθιές, λιτές και πλήρεις ερμηνείες της χρονιάς αυτής. Ένα σκηνικό ποίημα.

 

 

Εξαιρετικές στιγμές της παράστασης

 

Οι συνεκφωνήσεις των γυναικών του χωριού. Ο αυτοσχεδιασμός του θρήνου της αρχής.

Η είσοδος της Μπερνάρντα Άλμπα στη σκηνή.

Η αμφιπολική σκηνική σχέση της Μπερνάρντα και της Πόνθια -ένα ταξικό μίσος και η αγάπη και η συνήθεια της επί τριάντα χρόνια κοινής ζωής τους.

Οι αυτοσχεδιασμοί της παράστασης με κορυφαίο αυτόν που προοικονομεί τον θανάτο της Αδέλα.

Ο τρόμος της Μπερνάρντα που εκφράζεται με τη λέξη «βοήθεια» στο άκουσμα της φωνής της γριάς μητέρας της.

Η στιγμή ανάσας και ελευθερίας που ζητά η ίδια η Μπερνάρντα καπνίζοντας στα κρυφά ένα τσιγάρο, το οποίο αφήνει βιαστικά στην Πόνθια που το καπνίζει εκείνη ολόκληρο -πάντα στα κρυφά-.

Η «αποκαθήλωση» της νεκρής, κρεμασμένης Αδέλα από τις αδερφές της, σε έναν βουβό κινησιολογικό θρήνο.

 

 

Συνοψίζοντας…

 

Η Μαρία Πρωτόπαππα παρουσιάζοντας σήμερα το τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας της υπαίθρου, την «Μπερνάρντα Άλμπα» (έχει προηγηθεί στο ίδιο θέατρο το πρώτο μέρος της τριλογίας-«Ο Ματωμένος Γάμος»-, η συνταρακτική παράσταση του Κουν το 1942 και πενήντα χρόνια αργότερα, το 1992 το δεύτερο μέρος της -η «Γέρμα» σε σκηνοθεσία του αξέχαστου Μίμη Κουγιουμτζή) συναινεί με τον πιο καίριο, δημιουργικό και έντιμο τρόπο στη συνέχεια αυτής της παράδοσης: ανατρέποντας την. Προτείνοντας νέους παραστασιακούς κώδικες, νέους θεατρικούς τρόπους, νέες αναγνώσεις, νέο τρόπο σύνδεσης με το κοινό, νέα υψηλά θεατρικά ήθη. Προσφέροντας στην παράδοση τον μοναδικό τρόπο επιβίωσής της: τη βαθιά, ουσιαστική εκ βάθρων ανανέωση.

 

 

Info παράστασης:

Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα | Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν – Υπόγειο

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.