Για τον Andrew Fletcher των Depeche Mode που έφυγε από τη ζωή

O Fletch, ή Andy ή An όπως συνήθιζε ο Martin Gore να τον αποκαλεί, έφυγε από τη ζωή στις 26 Μαΐου σε ηλικία 60 ετών

Μπορεί να θεωρούσε τον εαυτό του απλώς τον «ψηλό τύπο» στα παρασκήνια μειώνοντας συχνά τον εαυτό του αλλά ο Andrew Fletcher «Ήταν πάντα παρών όταν τον χρειαζόσουν για υποστήριξη, με την αληθινή χρυσή καρδιά του, και ένα καλό γέλιο», θα δηλώσουν οι Depeche Mode σε ανακοίνωσή τους στο twitter μετά την ανακοίνωση του θανάτου του την Πέμπτη 26 Μαΐου, σε ηλικία 60 ετών.

Ο Fletcher γεννήθηκε το 1961 στο Νότιγχαμ μέσα σε μια μικροαστική οικογένεια με άλλα τρία αδέλφια. Ο πατέρας του Fletch, John εργαζόταν ως μηχανικός και η μητέρα του Joy, ασχολούνταν κυρίως με την ανατροφή των παιδιών και τα οικιακά. Είχε δύο μεγαλύτερες αδελφές, την Κάρεν και τη Σούζαν και τον Σάιμον τον βενιαμίν της οικογένειας.

Σε ηλικία μόλις δύο ετών, η οικογένεια θα αναζητήσει καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης στο Basildon, μια νεοσύστατη πόλη στο Έσσεξ, όπου προσέφερε ευκαιρίες εργασίας στις αρχές της δεκαετίας του 1960 κάτι που σύντομα θα αλλάξει. Στη δεκαετία του ’70, η ραγδαία ανάπτυξη της πόλης θα οδηγήσει σε οικονομικές δυσκολίες, όπως άλλωστε και πολλές άλλες βρετανικές πόλεις εκείνη την εποχή. Αυτές άλλωστε θα γίνουν και οι έδρες του πανκ κινήματος που θα άλλαζαν θεμελιωδώς το κοινωνικό πεδίο, τη μόδα αλλά και το μουσικό τοπίο.

«Όταν μεγάλωνα είχαμε γήπεδα, ποδόσφαιρο, κρίκετ, αλλά μετά όλα πήγαν στραβά οικονομικά. Καθώς μεγάλωσα τα εργοστάσια έκλεισαν και η ανεργία μεγάλωσε τη δεκαετία του ’70 έγινε μια βίαιη πόλη», θα δηλώσει σε μία από τις συνεντεύξεις που θα δώσει σε αγγλικό περιοδικό το 1985.

Αν και επικριτικός με την πόλη του, ένιωθε απόλυτα συνδεδεμένος με την Basildon και χρειάστηκε πολύς χρόνος μέχρι να την εγκαταλείψει. Για πολλά χρόνια, ως μέλος της εκκλησίας, συμμετέχει ενεργά στην κοινωνική ζωή της πόλης ως ενεργό μέλος της «Ταξιαρχίας αγοριών» (Boys Brigade), μια «γλυκιά» συναλλαγή με τον μπαμπά του, ώστε να μπορεί να παίξει ποδόσφαιρο. Μόνο που τελικά μέσα από την εκκλησία θα αρχίσει να χαράζεται ο δικός τους προσωπικός δρόμος. «Μόλις στα 14 μου άρχισα να παίρνω τη μουσική στα σοβαρά, μέσω της εκκλησίας. Εκεί σήκωσα κιθάρα για πρώτη φορά», θα δηλώσει σε συνέντευξή του.

Με τον Vince Clarke, εκτός από την ευθύνη της θρησκευτικής κατήχησης που είχαν αναλάβει εντός της «Ταξιαρχίας», είχαν δημιουργήσει και το πρώτο τους γκρουπ, σε ηλικία 16 ετών, το No Romance in China, το οποίο προσπάθησε να μοιάζει με τους Cure: «Με τον Clarcke να προσπαθεί να τραγουδήσει όπως ο Robert Smith» – είχε ο ίδιος ο Fletcher σχολιάσει. Είναι η περίοδος που θα γνωρίσει την Alison Moyet και τον Martin Gore στο club Van Gogh, όπου ο Μάρτιν έπαιζε σε ένα ντουέτο κιθάρας που ονομαζόταν Norman and the Worms. Γνωριμίες που θ’ αλλάξουν την παγκόσμια μουσική σκηνή. Η πρώτη μορφή των Depeche Mode έχει αρχίσει να διαμορφώνεται.

Σύντομα με τον Martin, και τον Vince θα συνεργαστούν και θα ξεκινήσουν τις πρόβες στο Woodlands Youth Club. Τα πρώτα τραγούδια των πρώιμων Depeche Mode όπως το Photographic θα γραφτούν εκεί. Παρέμεινε μέλος της «Ταξιαρχίας Αγοριών» μέχρι τα 17 ή 18 του και πήγαινε σχεδόν καθημερινά στην εκκλησία. Αργότερα έγινε πιο επικριτικός με τη θρησκεία αλλά για πολύ καιρό ήταν ένα θέμα που έπαιρνε στα σοβαρά. Το Blasphemous Rumors μπορεί να μην γράφτηκε εκείνη την εποχή, αλλά ο Martin Gore εμπνεύστηκε μέσα σε αυτό το θρησκευτικό και εκκλησιαστικό πλαίσιο τους στίχους του τραγουδιού όπως ο ίδιος ο  Fletcher θα δηλώσει:

«Υπήρχε μια λίστα προσευχής για ανθρώπους βαριά άρρωστους. Για αυτό το άτομο που βρίσκεται στην κορυφή αυτής της λίστας οφείλεις να προσεύχεσαι μέχρι να πεθάνει. Όταν ο Μάρτιν με έπαιξε για πρώτη φορά το Blasphemous Rumors, προσβλήθηκα αρκετά. Μπορώ να καταλάβω, γιατί οι άνθρωποι θα το αντιπαθούσαν».

Το 1979 ο Fletcher θα αποφασίσει να ακολουθήσει σπουδές στις πολιτικές επιστήμες αλλά τελικά δεν κάνει ποτέ αυτό το βήμα για λόγους άγνωστους. Αντίθετα θα ξεκινήσει να εκπαιδεύεται σε μια ασφαλιστική εταιρεία ενώ παράλληλα θα συνεχίσει την ενασχόληση με τη μουσική – στα τέλη της δεκαετίας του 1970 μαζί με τον Martin Gore και τον Vince Clarke σχηματίζουν το συγκρότημα Composition Of Sound, ενώ με τη στρατολόγηση του τραγουδιστή Dave Gahan θα αλλάξουν το όνομά τους σε Depeche Mode.

«Οι άνθρωποι στη δουλειά δεν έπαιρναν την ομάδα μου στα σοβαρά μέχρι που το Dreaming of Me μπήκε στα charts και ακολούθησε το New Life», θα δηλώσει ο ίδιος. Μια δύσκολη περίοδος με την πρωινή εργασία και τις βραδινές μουσικές να εναλλάσσονται στην καθημερινότητά του. Μια καθημερινότητα που θα παραμείνει σχεδόν σταθερή για περισσότερο από 25 χρόνια.

«Όλη μου τη ζωή ασχολήθηκα με τους αριθμούς», θα δηλώσει το 1993, «δεν το βρίσκω πολύ διεγερτικό να φτιάχνω μουσική. Είμαι ένας άχρηστος μουσικός», θα συνεχίσει. Και η αλήθεια είναι πως σε κάθε ευκαιρία θα υποτιμούσε ως μουσικό τον εαυτό του μην αναγνωρίζοντάς του αυτό το ταλέντο. Η ενεργή προώθηση όμως του συγκροτήματος συχνά ήταν στα χέρια του. Ο Fletcher συχνά θεωρούνταν τα τελευταία χρόνια από τους θαυμαστές ως η φιγούρα μάνατζερ μέσα στο συγκρότημα, φροντίζοντας την επιχειρηματική πλευρά ενός γκρουπ που πιστώθηκε με την πώληση περισσότερων από 100 εκατομμυρίων δίσκων παγκοσμίως. Το συγκρότημα κατέκτησε μια σημαντική θέση στο Rock and Roll Hall of Fame το 2020.

 

View this post on Instagram

 

A post shared by Depeche Mode (@depechemode)

Στο ντοκιμαντέρ 101 του 1989 του σκηνοθέτη D A Pennebaker, το οποίο βασίστηκε γύρω στην 101η ημερομηνία της περιοδείας του συγκροτήματος Music For The Masses, ο Fletcher ήταν ακόμη πιο υποτιμητικός για τον ρόλο του, λέγοντας «Ο Μάρτιν είναι ο τραγουδοποιός, ο Άλαν ο καλός μουσικός, ο Ντέιβ ο τραγουδιστής και εγώ περιφέρομαι».

Έπαιξε σε όλα τα άλμπουμ των Depeche Mode, συμπεριλαμβανομένων των Songs Of Faith And Devotion το 1993 και Ultra το 1997, που και οι δύο έφτασαν στο Νο1 τσαρτ άλμπουμ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σημείωσε ραδιοφωνικές επιτυχίες με τραγούδια όπως τα People Are People, Personal Jesus, Master and Servant, Walking in My Shoes, I Feel You, Policy of Truth και το τραγούδι τους, Just Can’t Get Enough του 1981 που αν και δεν θεωρήθηκε επιτυχημένο single στην Αμερική, έγινε ένα επαναστατικό βίντεο κατά τις πρώτες μέρες του MTV.

«Εκτός από τον τραγουδιστή, το κοινό δεν ξέρει πραγματικά ποιο ρόλο έχει ο κάθε μουσικός σε ένα γκρουπ. Αλλά συγκροτήματα όπως οι Kraftwerk και εμείς (Depeche Mode), λειτουργούν στην πραγματικότητα ως συλλογικότητες, ως ομάδες. Η συμβολή του κάθε ατόμου παραμένει αόρατη στο κοινό τους. Και επειδή δεν προωθώ τον εαυτό μου ώστε να βρίσκεται στο προσκήνιο, πολλοί με θεωρούν τον τελευταίο τροχό», θα δηλώσει σε συνέντευξή του στο Electronic Beats το 2013.

O Fletch, ή Andy ή An όπως συνήθιζε ο Martin Gore να τον αποκαλεί, «έφυγε» στις 26 Μαΐου σε ηλικία 60 ετών. Ήταν παντρεμένος με την  Gráinne Mullan με την οποία και έχει 2 παιδιά.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Κάθε βδομάδα μπορείτε να λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc mag με τις προτάσεις μας