«Η Νύχτα της Κουκουβάγιας» από τους Elephas tiliensis: Υπό το βάρος της απόλυτης προδοσίας

Θεωρώ τη «Νύχτα της Κουκουβάγιας» ως μία από τις κορυφαίες στιγμές των Elephas Tiliensis, μένοντας μακριά από τον ρεαλισμό των εικόνων του Λευτέρη Βογιατζή, κινούμενη σε μια κατεύθυνση απολύτως αφαιρετική

Δύο βασικά ζητήματα έχει να διαχειριστεί κάποιος όταν αποφασίζει να ανεβάσει το 2022 το «Η Νύχτα της Κουκουβάγιας». Το ένα είναι το κατά πόσον το κείμενο διατηρεί σήμερα τη δύναμη που είχε όταν πρωτοανέβηκε σχεδόν 25 χρόνια πριν. Το δεύτερο είναι, φυσικά, η πάντοτε βαριά σκιά της παράστασης του Λευτέρη Βογιατζή. Αυτό το τελευταίο κατά τα φαινόμενα θα εξακολουθήσει να μας απασχολεί για αρκετά χρόνια ακόμα.

Το πρώτο ερώτημα είναι εξαιρετικά εύκολο να απαντηθεί: δεν βλέπω πώς θα μπορούσε ποτέ να ξεπεραστεί η θεματική του συγκεκριμένου κειμένου. Ο Έρωτας κι ο Θάνατος -δηλαδή ο Θάνατος- και πάνω από όλα, η προδοσία (μήπως θα έπρεπε κι αυτήν να τη γράφω με κεφαλαίο;). Ο Ίων, ο ήρωας του έργου, την ώρα της μετάστασής του επιστρέφει στο έγκλημά του που σημάδεψε τη ζωή του: την προδοσία της γυναίκας που αγάπησε, η οποία οδήγησε στην αυτοκτονία της. Η προδοσία αυτή είναι τόσο απόλυτη, που ο τρόπος με τον οποίο ο Πέτρος απαρνήθηκε τρις τον Χριστό να μοιάζει αθώο πείσμα, ενώ η κατάδοσή του από τον Ιούδα απλό παιδικό παιχνίδι: προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες της αποκάλυψης ενός δεσμού εξωσυζυγικού και για τους δύο σε μια περίοδο όπου κάτι τέτοιο είναι απολύτως σκανδαλώδες, καταλήγει να χρησιμοποιήσει τα ίδια τα δείγματα του ερωτικού πάθους της αγαπημένης του ώστε, κατά το κοινώς λεγόμενο, να τη βγάλει τρελή.

Πώς συνεχίζει κανείς να ζει μετά από μια τέτοια πράξη; Πώς αντικρίζει κανείς καθημερινά στον καθρέφτη τον θύτη του πλάσματος που του χάρισε το Απόλυτο; Με τον μοναδικό τρόπο που μπορεί: σκύβοντας καθημερινά πάνω από τα λείψανα του παρελθόντος, προσπαθώντας μάταια να τα βάλει σε μια τάξη, ψηλαφώντας τα χνάρια της ματαιότητας: ο Ίων εργάζεται στο Τμήμα Απολεσθέντων Οστών. Περιμένει απλά τη λύτρωσή του που θα επιφέρει ο δικός του θάνατος. Όμως ακόμα και την ύστατη στιγμή, το αδέκαστο βλέμμα του αγαπημένου πλάσματος από το Επέκεινα θα τον ζυγίσει και θα τον βρει λιποβαρή. Γέρο. Άσχημο. Φτηνό. Λίγο.

Η χρονική τοποθέτηση των γεγονότων στα τέλη της δεκαετίας του ’30 επίσης δεν είναι συμπτωματική. Τα φαντάσματα των πολιτικών παθών της εποχής, όπως και της δεκαετίας που ακολούθησε, παρέμεναν απολύτως ζωντανά, όταν ο Γιώργος Διαλεγμένος συνέγραψε το έργο, και στοίχειωναν τους ζωντανούς. Τρεις δεκαετίες αργότερα, εξακολουθεί να ισχύει ακριβώς το ίδιο.

Η τόσο δημιουργική όσο και συγκρουσιακή σχέση μεταξύ του Λευτέρη Βογιατζή και του Γιώργου Διαλεγμένου αποτελεί από μόνη της ένα κεφάλαιο του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου που χρήζει ξεχωριστής διερεύνησης: τρία έργα που είδαν για πρώτη φορά το φως στη σκηνή της οδού Κυκλάδων, τρεις εμβληματικές παραστάσεις: «Σε φιλώ στη μούρη», «Η Νύχτα της Κουκουβάγιας», «Μπέλα Βενέτσια». Τέταρτο δεν προλάβαμε να δούμε: οι αιώνιες διαφωνίες και συγκρούσεις τους και η πρόωρη απώλεια του Βογιατζή μας το στέρησαν. Θα μείνει, λοιπόν, για πάντα στην επικράτεια του «Αν…».

Η Δέσποινα Αναστάσογλου και ο Δημήτρης Αγαρτζίδης, οι Elephas Tiliensis δηλαδή, έχουν πια πίσω τους έναν συμπαγή και πολύ ενδιαφέρον όγκο δουλειάς. Όπως είναι επόμενο για κάθε ομάδα που τολμά, ερευνά και δοκιμάζει, έχουν δημιουργήσει αξιολογότατες παραστάσεις κι έχουν γνωρίσει ατυχείς στιγμές: μόνον όποιος κινείται εκ του ασφαλούς δεν αποτυγχάνει ποτέ. Θεωρώ τη «Νύχτα της Κουκουβάγιας» ως μία από τις κορυφαίες τους στιγμές. Έμειναν μακριά –σοφά πράττοντες- από τον ρεαλισμό των εικόνων του Βογιατζή, κινούμενη σε μια κατεύθυνση απολύτως αφαιρετική, βασίστηκαν στους ηθοποιούς τους, οι οποίοι πήραν το εγχείρημα στους ώμους τους, και αφέθηκαν στη σκοτεινή γοητεία του λόγου του Διαλεγμένου. Οι αναφορές στην πρώτη παράσταση του έργου δεν έλειψαν, όπως το δημοτικό τραγούδι της αρχής –ως αναφορές όμως και όχι επιρροή. Το αποτέλεσμα τους δικαίωσε.

Η «Κάμιρος», ένας σύγχρονος χώρος του ελάχιστου, οδηγεί αυτόματα σε λύσεις χωρίς περίπλοκη σκηνογραφία ή φωτισμούς. Στην περίπτωσή μας, χωρίς να ξέρει κανείς -και χωρίς να έχει σημασία- αν  ήταν οι συνθήκες που οδήγησαν σε αυτή την προσέγγιση ή αν η άποψη πάνω στο έργο καθόρισε την επιλογή της αίθουσας, ο συνδυασμός υπήρξε ιδανικός.

Όταν οι σκηνοθέτες της  Elephas Tiliensis Δέσποινα Αναστάσογλου και Δημήτρης Αγαρτζίδης επιλέγουν να συγκαταλέγονται στους ερμηνευτές, μοιάζουν να συμβάλουν στην απομάκρυνση από τον ρεαλισμό: παραμένουν τόσο μέσα, όσο και έξω από τα τεκταινόμενα, κι αυτό λειτουργεί καταλυτικά.

Κάθε φορά που βλέπω στη σκηνή τη Θεοδώρα Τζήμου, κάνω πάντα την ίδια σκέψη: πόσο μεγάλο δώρο είναι για ένα σκηνοθέτη να τη συγκαταλέγει στους συνεργάτες του. Η απόλυτη παράδοσή της στα κείμενα, η κίνηση, η απίστευτη φωνή, η ίδια η παρουσία της, λειτουργούν καταλυτικά σε κάθε παράσταση όπου συμμετέχει. Ίσως δεν έχει εκτιμηθεί επαρκώς η σημαντικότατη θέση της ανάμεσα στις ηθοποιούς της γενιάς της.

Η Μαρία Γκιώνη διαθέτει μια αφοπλιστική σκηνική αθωότητα. Μοιάζει να γίνεται πιστευτή χωρίς να καταβάλει προσπάθεια γι’ αυτό –πράγμα που σαφέστατα δεν ισχύει, τίποτε δεν γίνεται τυχαία. Είναι σαν να ενσαρκώνει την εικόνα ξενοιασιάς -η οποία δεν υπήρξε ποτέ- που μας έχει δημιουργηθεί για εκείνη την εποχή.

Το δυσκολότερο έργο στην παράσταση είχε η Παρασκευή Δουρουκλάκη: όλοι όσοι είχαν δει την παράσταση του Βογιατζή, το πρώτο που θυμούνται είναι η απελπισία στο βλέμμα της Μαρίας Σκουλά. Και δεν αναμετράται κανείς εύκολα με μια ανάμνηση. Κι αυτό κάνει την επιτυχία της νεαρής ηθοποιού ακόμα πιο σημαντική. Η Πελαγία της διέθετε όλη την εγκατάλειψη της ερωτικής παραφοράς και τον κοριτσίστικο αισθησιασμό του ξεχωριστού πλάσματος που συνέλαβε ο Διαλεγμένος. Ανελέητη ως ερινύα στην τελική σκηνή, συντρίβει ήρεμα τον προδότη απλά φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με τα έργα του. Θα την παρακολουθήσω με ενδιαφέρον στα επόμενα βήματά της.

Άφησα τελευταίο τον Έκτορα Λυγίζο για πολύ συγκεκριμένο λόγο. Η ερμηνεία του ως Ίων παραπέμπει τόσο πολύ, τόσο φωνητικά όσο και εμφανισιακά, στον ίδιο τον Λευτέρη Βογιατζή, που δεν υπάρχει παρά μόνο μια εξήγηση: είναι ένα ξεκάθαρο homage στον δημιουργό που τόσο σημάδεψε το θέατρό μας τις τελευταίες δεκαετίες, και που παραμένει αξέχαστος –δύσκολα συνειδητοποιεί κανείς πως αυτές τις μέρες κλείνουν εννέα χρόνια χωρίς αυτόν. Προσωπικά  βρήκα αυτή την επιλογή εξόχως συγκινητική.

Δεν αξιώνεται κανείς πολλές φορές στη ζωή του την απόλυτη ερωτική αφοσίωση του Άλλου –συχνά ούτε καν μία. Αν δεν δείξει τον σεβασμό που αξίζει το ανεκτίμητο δώρο, αν φανεί κατώτερός του, ανάξιος, αν το ποδοπατήσει, μάλλον δεν αρκεί το διάστημα της παραμονής του σε αυτό τον κόσμο για να μετανοήσει. Θα κουβαλήσει το σισύφειο βράχο ως το μεταίχμιο του περάσματος στην ανυπαρξία –ή σε ό,τι άλλο ακολουθεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις η προδοσία είναι ανεπίστρεπτη.

Info παράστασης:

Η Νύχτα της Κουκουβάγιας | Κάμιρος

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Κάθε βδομάδα μπορείτε να λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc mag με τις προτάσεις μας