Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών με την «Αποκαλυπτική» του Άντον Μπρούκνερ στο Μέγαρο Μουσικής

ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ - κοα

Ο αρχιμουσικός Βασίλης Χριστόπουλος στο πόντιουμ για να διευθύνει την ορχήστρα στην Όγδοη Συμφωνία του μεγάλου Αυστριακού συνθέτη

6 Μαΐου
2022

Στις 6 Μαΐου, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στο Μέγαρο Μουσικής ερμηνεύει την Συμφωνία αρ. 8 σε ντο ελάσσονα, γνωστή και ως «Αποκαλυπτική» του αποκαλούμενου «συνθέτη του Θεού» Άντον Μπρούκνερ.

Η Όγδοη Συμφωνία, η τελευταία που ολοκλήρωσε ο Αυστριακός συνθέτης είναι αδύνατον να εγκλωβιστεί στις στενωπούς της ερμηνείας, ενώ δεν παύει να εκπλήσσει τους ακροατές με το στοχαστικό βάθος και τη σφοδρή της εκφραστικότητα.

Ο διεθνώς αναγνωρισμένος αρχιμουσικός Βασίλης Χριστόπουλος, επιστρέφει στο πόντιουμ της Ορχήστρας για να διευθύνει μια δική του μείξη της πρώτης και δεύτερης έκδοσης του έργου, αναδεικνύοντας τη μουσική του δύναμη. Η συναυλία υπόσχεται έναν καταιγισμό ερεθισμάτων, μια πνευματική εμπειρία υψηλών τεχνικών απαιτήσεων, ιδανική για όσους επιθυμούν να βυθιστούν στο μαγικό σύμπαν του Μπρούκνερ.

Το πρόγραμμα με μια ματιά

ΑΝΤΟΝ ΜΠΡΟΥΚΝΕΡ (1824–1896)

Συμφωνία αρ. 8 σε ντο ελάσσονα

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Βασίλης Χριστόπουλος

Ώρα: 19:30
Δωρεάν εισαγωγική ομιλία του Χαράλαμπου Γωγιού για τους κατόχους εισιτηρίων

Το σχόλιο του μαέστρου

«Η Ογδόη Συμφωνία του Μπρούκνερ είναι και η πλέον μνημειώδης του. Με διάρκεια περίπου μιάμισης ώρας συγκαταλέγεται στα εκτενέστερα – και πιο αγαπημένα – έργα του συμφωνικού ρεπερτορίου και αποτελεί μεγάλη πρόκληση για τους ερμηνευτές. Ενδιαφέρον είναι πόσο ο συνθέτης, παρά την τεράστια επιτυχία της Εβδόμης του Συμφωνίας, είχε μεγάλη ανασφάλεια ως προς αυτό το έργο, επηρεάστηκε πολύ από την (εν μέρει δικαιολογημένη) αυστηρότατη κριτική του μαέστρου Χέρμαν Λέβι και αναθεώρησε εκ βαθέων την σύνθεση.

Στην συναυλία της 6ης Μαΐου θα παρουσιάσουμε μία μείξη της πρώτης εκδοχής του 1887 με την αναθεώρηση του 1890, με στόχο την βέλτιστη δραματουργική υποστήριξη και ανάδειξη της μουσικής δύναμης κι εκφραστικότητας αυτής της εμβληματικής δημιουργίας.»

Για την ιστορία…

ΑΝΤΟΝ ΜΠΡΟΥΚΝΕΡ (1824 – 1896)

Συμφωνία αρ.8 σε ντο ελάσσονα

Allegro moderato
Scherzo: Allegro moderato – Trio: Langsam
Adagio: Feierlich langsam, doch nicht schleppend
Finale: Feierlich, nicht schnell

Τα πρώτα σαράντα περίπου χρόνια της ζωής του Άντον Μπρούκνερ σημαδεύτηκαν από τρεις παράγοντες, που επρόκειτο άμεσα ή έμμεσα να παίξουν καταλυτικό ρόλο και στη μετέπειτα εξέλιξη της μουσικής σταδιοδρομίας του. Πρώτος παράγοντας ήταν η σοβαρή ενασχόλησή του με το εκκλησιαστικό όργανο. Από νεαρή ηλικία είχε την ευκαιρία να παίζει σε ένα από τα πλέον αξιόλογα εκκλησιαστικά όργανα της Ευρώπης, που βρισκόταν στο μεγάλο μοναστήρι του Αγ. Φλωριανού κοντά στη γενέτειρά του, το χωριό Ανσφέλντεν της βόρειας Αυστρίας. Με άοκνη μελέτη έγινε ένας πραγματικός βιρτουόζος του οργάνου, με εξαιρετικές ικανότητες στον αυτοσχεδιασμό.

Δεύτερος σημαντικός παράγοντας ήταν η μαθητεία του στην αντίστιξη κοντά στον περίφημο δάσκαλο Ζίμον Ζέχτερ, τον οποίο επισκεπτόταν κάθε δεκαπέντε μέρες στη Βιέννη. Ο Ζέχτερ απαγόρευσε στον Μπρούκνερ (που εν τω μεταξύ είχε γίνει οργανίστας στον καθεδρικό ναό του Λιντς) να συνθέτει, έτσι ώστε να είναι απόλυτα αφοσιωμένος στη μελέτη της αντίστιξης. Εκείνος, εκδηλώνοντας τη φυσική του ταπεινοφροσύνη και συστολή, υπάκουσε στις εντολές του δασκάλου του.

Λίγο αργότερα όμως γνώρισε και πήρε μαθήματα από τον μαέστρο της όπερας του Λιντς, Όττο Κίτσλερ, ο οποίος τον μύησε στον κόσμο του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Και η επαφή αυτή με το πνεύμα και το καλλιτεχνικό όραμα του Βάγκνερ, ήταν ο τρίτος και πλέον καταλυτικός παράγοντας, αφού έδωσε και το έναυσμα για την ουσιαστική έναρξη της συνθετικής δημιουργίας του Μπρούκνερ με την έξοχη Λειτουργία του σε ρε ελάσσονα.

Η φήμη του ως λαμπρού οργανίστα και ως ενός από τους καλύτερους μαθητές του Ζέχτερ, του προσέφερε τις θέσεις του οργανίστα της Αυλής στη Βιέννη και του καθηγητή αρμονίας στο Ωδείο της πόλης. Έτσι, το 1868 ο Μπρούκνερ εγκαταστάθηκε στη Βιέννη και αφοσιώθηκε ως το τέλος της ζωής του στη σύνθεση μεγαλεπήβολων συμφωνιών κερδίζοντας στους μουσικούς κύκλους τον ανεπίσημο τίτλο του «Βάγκνερ της συμφωνίας».

Με το άτσαλο ντύσιμό του, με τους κάπως επαρχιακούς του τρόπους και προφορά και με την άνευ ορίων μετριοπάθειά του, ο συνθέτης θεωρήθηκε μάλλον ως ξένο σώμα στην εκλεπτυσμένη αλλά και επιφανειακή κοινωνία της αυστριακής πρωτεύουσας. Και σαν να μην έφτανε αυτό, λόγω της αγάπης του για το έργο του Βάγκνερ βρέθηκε αθέλητα εν μέσω μίας (ανούσιας) διαμάχης μεταξύ των οπαδών του Μπραμς και εκείνων του Βάγκνερ και έκανε μοιραία πολλούς εχθρούς, ο σημαντικότερος εκ των οποίων ήταν ο έγκριτος και πανίσχυρος «αντί-βαγκνερικός» μουσικοκριτικός της εποχής, Έντουαρντ Χάνσλικ. Ο Χάνσλικ δεν έχανε ευκαιρία να κατακεραυνώνει τη μουσική του συνθέτη, καταφερόμενος εναντίον της με οξύτατους και εμπαθείς χαρακτηρισμούς, που επιτύγχαναν πάντα να πληγώνουν την αυτοπεποίθησή του.

Η ασυνήθιστα μεγάλη για την εποχή έκταση των συμφωνιών του Μπρούκνερ, η ιδιαίτερη πνευματικότητα που αποπνέουν και η αρμονική τους γλώσσα ξένισαν σε μεγάλο βαθμό το κοινό της εποχής, με αποτέλεσμα η πρόσληψή τους να είναι άλλοτε χλιαρή, άλλοτε αδιάφορη ή και έντονα αρνητική. Ωστόσο, η Εβδόμη Συμφωνία ήταν μία από τις λιγοστές μεγάλες επιτυχίες του συνθέτη.

Η πρεμιέρα της στις 30 Δεκεμβρίου 1884 από την Ορχήστρα Γκεβάντχαους της Λειψίας υπό τη διεύθυνση του μόλις 29 ετών τότε αρχιμουσικού Άρθουρ Νίκις και η επόμενη εκτέλεσή της, στο Μόναχο, υπό τη διεύθυνση του σπουδαίου μαέστρου Χέρμαν Λέβι στις 10 Μαρτίου 1885 υπήρξαν αδιαμφησβήτητοι θρίαμβοι. Η σύνθεση της επόμενης, Όγδοης Συμφωνίας ξεκίνησε λοιπόν στον απόηχο αυτών των θριάμβων το 1884 και ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1887. Ο Μπρούκνερ έστειλε την παρτιτούρα της νέας Συμφωνίας στον Χέρμαν Λέβι, τον μαέστρο που εκτός από την επιτυχή διεύθυνση της Εβδόμης Συμφωνίας, είχε διευθύνει την πρεμιέρα του Πάρσιφαλ του Βάγκνερ και που ο ίδιος ο Μπρούκνερ αποκαλούσε «πνευματικό πατέρα».

Η Όγδοη Συμφωνία όμως δεν κέρδισε την αποδοχή του μαέστρου, ο οποίος αρνήθηκε να την εκτελέσει. Η απόρριψη αυτή της Συμφωνίας, την οποία ο συνθέτης θεωρούσε ως κορωνίδα του έργου του, και μάλιστα από έναν ένθερμο υποστηρικτή του όπως ο Λέβι, συντάραξε τον Μπρούκνερ και σήμανε την απαρχή μίας μακράς περιόδου κατάθλιψης και ανασφάλειας. Ακόμα και η σκέψη της αυτοκτονίας πέρασε από το μυαλό του αλλά η βαθιά χριστιανική του πίστη στάθηκε ευτυχώς μία ισχυρή ανάσχεση. Έχοντας χάσει την πεποίθηση για την αξία της μουσικής του, ο Μπρούκνερ επιδόθηκε σε μία γενικευμένη αναθεώρηση όχι μόνο της Όγδοης Συμφωνίας αλλά και των προηγούμενων.

Αφοσιωμένοι μαθητές του συνθέτη (όπως ο Γιόζεφ Σαλκ, ο αδελφός του Φραντς Σαλκ και ο Φέρντιναντ Λέβε), σε μία προσπάθεια να καταστήσουν τα έργα του δασκάλου τους πιο προσιτά, ενθάρρυναν και βοήθησαν στις αναθεωρήσεις αυτές, αν και κάποιες φορές οι παρεμβάσεις τους δεν ήταν ομολογουμένως εφάμιλλης αξίας με την πρωτογενή έμπνευση του δασκάλου τους. Στην αναθεώρηση της Όγδοης Συμφωνίας, που ολοκληρώθηκε το 1890, ο Γιόζεφ Σαλκ διαδραμάτισε έναν καίριο ρόλο.

Οι αλλαγές σε σχέση με την πρωτότυπη εκδοχή του 1887 ήταν αρκετές: μείζονες τροποποιήσεις στην ενορχήστρωση, ένα εντελώς νέο Τρίο στο τρίτο μέρος, διαγραφή περίπου 150 μέτρων κ.ά. Εν όψει της έκδοσης της αναθεωρημένης αυτής εκδοχής το 1892 ο Σαλκ φαίνεται ότι προέβη σε περαιτέρω παρεμβάσεις στο έργο, χωρίς να είναι σίγουρο ότι αυτές είχαν την πλήρη συγκατάθεση του δασκάλου του. Η παράλληλη ύπαρξη δύο διαφορετικών εκδοχών του ίδιου έργου δημιούργησε δικαιολογημένα πονοκέφαλο στους κατοπινούς μελετητές και εκδότες των έργων του Αυστριακού συνθέτη.

Το 1935, ο καθηγητής Ρόμπερτ Χάας εξέδωσε την Όγδοη ακολουθώντας κυρίως την εκδοχή του 1890 αλλά αποκαθιστώντας κατά την κρίση του κάποια σημεία της εκδοχής του 1887. Αργότερα, ο καθηγητής Λέοπολντ Νόβακ εξέδωσε και τις δύο εκδοχές χωριστά. Στη σημερινή συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, ο αρχιμουσικός Βασίλης Χριστόπουλος, στηριζόμενος στις δύο εκδόσεις Νόβακ προτείνει μία μείξη τους, με στόχο, όπως σημειώνει ο ίδιος, «την βέλτιστη δραματουργική υποστήριξη και ανάδειξη της μουσικής δύναμης κι εκφραστικότητας αυτής της εμβληματικής δημιουργίας».

Η πρεμιέρα της Όγδοης δόθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 1892 στη Βιέννη υπό τη διεύθυνση του Χανς Ρίχτερ. Η εκδοχή που παίχτηκε τότε ήταν η αναθεωρημένη του 1890 – η αρχική εκδοχή του 1887 δεν παρουσιάστηκε όσο ο Μπρούκνερ ήταν στη ζωή. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Χάνσλικ περιφρόνησε και αυτή τη Συμφωνία του Μπρούκνερ αλλά δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αναγνώρισαν την αξία της.

Χαρακτηριστικά, ο συνθέτης Ούγκο Βολφ έγραψε λίγες μέρες μετά την πρεμιέρα στον επίσης συνθέτη Έμιλ Κάουφμαν: «Η συμφωνία αυτή είναι η δημιουργία ενός γίγαντα· ξεπερνάει σε πνευματικές διαστάσεις, σε γονιμότητα ιδεών και σε μεγαλείο έκφρασης όλες τις προηγούμενες συμφωνίες του δασκάλου. Η επιτυχία της, παρόλες τις δυσοίωνες προβλέψεις που έκαναν οι Κασσάνδρες, δεν είχε προηγούμενο. Ήταν μια ολοκληρωτική νίκη του Φωτός πάνω στο Σκοτάδι. Η καταιγίδα του ενθουσιασμού του κοινού ξεσπούσε με πρωτόγονη δύναμη κάθε φορά που τελείωνε ένα μέρος. Με λίγα λόγια επρόκειτο για θρίαμβο, μεγαλύτερο του οποίου δεν θα μπορούσε να επιθυμήσει ούτε Ρωμαίος αυτοκράτορας».

Η Όγδοη Συμφωνία είναι ένα συμφωνικό έργο επικών διαστάσεων που απηχεί τη βαθιά ριζωμένη πίστη του δημιουργού της στη μεταμορφωτική δύναμη του χριστιανισμού, στη βίωση μίας λυτρωτικής, μεταφυσικής παρηγοριάς που δίνει νόημα στην ταπείνωση και τον πόνο. Υπό αυτό το πρίσμα, μελετητές του έργου αντιμετωπίζουν τα τέσσερα μέρη του ως μία εσωτερική πορεία από την ερεβώδη ατμόσφαιρα του πρώτου μέρους προς την αποθεωτική διάθεση του φινάλε.

Σε καθαρά μουσικό επίπεδο, οι θεματικές ιδέες του έργου διακρίνονται για τη ρέουσα μελωδικότητα, την ευγένεια αλλά και τη στιβαρότητά τους, ενώ αναπτύσσονται προς δραματικές κορυφώσεις με αργό, ηδονικό βηματισμό και ενίοτε με σύνθετη πολυφωνική αίσθηση. Παράλληλα, ο συνθέτης χειρίζεται με αριστοτεχνικό τρόπο ένα πληθωρικό συμφωνικό ηχόχρωμα, που ουκ ολίγες φορές έχει κάτι από τον στιβαρό ήχο του αγαπημένου του εκκλησιαστικού οργάνου.

Παρόλο που ο Μπρούκνερ μορφολογικά βασίζεται στις καθιερωμένες φόρμες των κλασικών συμφωνιών (με πρότυπο την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν), διευρύνει σε μέγιστο βαθμό το θεματικό του υλικό. Έτσι, το «θέμα» επεκτείνεται και εμπλουτίζεται τόσο, ώστε να αποτελεί πλέον μία «θεματική περιοχή», ενώ στο πρώτο και στο τελευταίο μέρος, που αναπτύσσονται πάνω στη φόρμα της σονάτας, οι θεματικές περιοχές δεν είναι δύο (όπως συμβαίνει στις συμφωνίες του κλασικισμού) αλλά τρεις.

Το πρώτο μέρος ανοίγει με ένα πολύ σιγανό τρέμολο, όπως και η Ενάτη του Μπετόβεν. Ένα χαρακτηριστικό μοτίβο παρεστιγμένων εισάγει την πρώτη θεματική περιοχή (σε ντο ελάσσονα), ενώ ακολουθούν η δεύτερη και η τρίτη στις τονικότητες της σολ μείζονας και της μι ύφεση ελάσσονας αντίστοιχα. Περιέργως, παρά τον πλούτο του υλικού, η ενότητα της επεξεργασίας είναι αρκετά σύντομη. Και πάλι ακολουθώντας το παράδειγμα της Ενάτης, ο Μπρούκνερ τοποθετεί το Σκέρτσο ως δεύτερο μέρος της Συμφωνίας – φαίνεται πως αισθανόταν την ανάγκη να εξισορροπήσει τη βαρύθυμη αίσθηση σύγκρουσης και τραγικότητας που κυριαρχεί στο πρώτο μέρος με την πιο ανάλαφρη και εξωστρεφή διάθεση του σκέρτσου.

Το ακόλουθο αργό μέρος είναι αναμφίβολα το νοηματικά πιο βαρυσήμαντο μέρος της Συμφωνίας τόσο λόγω της πρωτόγνωρα μεγάλης του διάρκειας (περίπου μισή ώρα) όσο και της ίδιας της δύναμης της μουσικής – κατά πολλούς αποτελεί το πιο αριστουργηματικό αργό μέρος σε συμφωνία του Μπρούκνερ. Τα βιολιά παρουσιάζουν το παθιασμένο πρώτο θέμα (με ένα σημαντικό μοτίβο ανόδου και καθόδου ημιτονίου), ενώ τα βιολοντσέλα το πιο λυρικό και ρέον δεύτερο. Μετά την επανάληψη των δύο ενοτήτων η μουσική οδηγείται σε μία εκστατική κορύφωση, πριν καταλαγιάσει και χαθεί στη σιωπή. Το εξίσου εκτενές φινάλε είναι ιδιαίτερα περίπλοκο αρμονικά και μορφολογικά.

Η πρώτη θεματική περιοχή φέρνει στο προσκήνιο τον λαμπερό ήχο των χάλκινων πνευστών, η δεύτερη έχει τον χαρακτήρα ενός αισθαντικού χορικού, ενώ η τρίτη είναι πιο σκοτεινή και απειλητική. Στην καταληκτική ενότητα (coda) του φινάλε ο συνθέτης δίνει ένα πραγματικό ρεσιτάλ συνθετικής δεξιοτεχνίας επαναφέροντας θέματα από όλα τα μέρη της Συμφωνίας, επιτυγχάνοντας την ιδεώδη και αβίαστη συνύπαρξή τους στο πλαίσιο μίας θριαμβικής κορύφωσης.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ

Παρασκευή 6 Μαΐου 2022 | 20:30

Τιμή εισιτηρίου:

Είσοδος: 8
- 25 ευρώ

ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ

Βασ.Σοφίας & Κόκκαλη 1, 11521 Αθήνα

Πρεμιέρες

Τελευταία εβδομάδα

Εισιτήρια

Τιμές εισιτηρίων: 25€, 20€, 15€ και 8€ (εκπτωτικό)Προπώληση εδώ

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Κάθε βδομάδα μπορείτε να λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc mag με τις προτάσεις μας