«Φτηνά τσιγάρα» …και πεταμένα λεφτά

Μια παράσταση με λάθος δομή σε λάθος χώρο

Η φετινή σεζόν έχει κάποια χαρακτηριστικά απολύτως πρωτοφανή. Ξεκίνησε με το κοινό μουδιασμένο από τη σχεδόν διετή αποχή από το ζωντανό θέαμα, αλλά και φοβισμένο από μια πανδημία το τέλος της οποίας, παρόλες τις όποιες ελπίδες, παραμένει ουσιαστικά άδηλο. Ακόμα συναγωνίζονται στις τάξεις των θεατών η δίψα για ψυχαγωγία μετά την ξηρασία, κι ένας φόβος μπροστά στην άγνωστη και αόρατη απειλή που τους εξωθεί στην αποχή και την ιδιώτευση.

Από την απέναντι μεριά, αυτή των δημιουργών και των παραγωγών, παρατηρείται μια συντηρητική στροφή αληθινά σοκαριστική. Από τη μια είναι σαν οι περισσότεροι σκηνοθέτες και ηθοποιοί να αναζητούν εκ νέου τον βηματισμό τους, επαναλαμβάνοντας φόρμες ήδη δοκιμασμένες που θα τους κάνουν να νιώσουν ασφάλεια. Από την άλλη, οι παραγωγοί έσπευσαν να μεταφράσουν την ψυχολογική κατάσταση του κοινού σε ανάγκη για εύκολη διασκέδαση –«ο κόσμος θέλει να γελάσει, να ξεσκάσει, βρε αδελφέ». Αυτό έδωσε σε ένα πλήθος παραστάσεων χαρακτηριστικά «λαϊκού» θεάματος, το οποίο προφανώς στη γλώσσα των ενδιαφερομένων είναι συνώνυμο της επιθεώρησης. Έτσι έργα επιδεχόμενα και μη τέτοιας αντιμετώπισης μπήκαν στο κρεβάτι του Προκρούστη και βγήκαν αγνώριστα –πάντα με το βλέμμα στο ταμείο. Δυστυχέστατα, το κοινό μοιάζει να ανταποκρίνεται, αν κρίνουμε από το ποιες παραστάσεις αποτελούν τις επιτυχίες της σεζόν.

Μια άλλη εκδοχή του τι αναμένεται να προσελκύσει το κοινό προφανώς υπήρξε το μιούζικαλ, με αποτέλεσμα να βλέπουμε πολλές και ποικίλες παραγωγές και διασκευές που καλύπτουν ένα φάσμα ευρύτατο. Στο ένα άκρο του θα τοποθετούσα το αύτανδρο ναυάγιο της «Αυλής των Θαυμάτων», που ισοπέδωσε εντελώς το έργο του Καμπανέλλη χρησιμοποιώντας εξαιρετικούς ηθοποιούς, αλλά και μια διασκευή που δεν άφησε τίποτα από το έργο εκτός από τον βασικό καμβά, καταλήγοντας σε μια σχεδόν επιθεωρησιακή φόρμα υπό τους ήχους μιας μουσικής που έμοιαζε με ανασκόπηση των μεγαλύτερων επιτυχιών του Στέφανου Κορκολή, και στο άλλο άκρο τον αριστουργηματικό “Moby Dick”, στον οποίο και θα επανέλθω εκτενέστερα συντόμως. Ας δούμε πού ακριβώς μέσα σε αυτό το τοπίο βρίσκονται τα «Φτηνά τσιγάρα».

Το μεγαλύτερο ατού της ταινίας, ο λόγος στον οποίο οφείλει την after the fact δημοφιλία της, είναι η απλότητα, η ευθύτητα κι ο ρομαντισμός της. Τι από αυτά μπορεί να επιβιώσει σε μια διασκευή σε μιούζικαλ; Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι και πολλά. Βασικοί παράγοντες που οδήγησαν στην αποτυχία, η διασκευή και η σκηνοθεσία.

Προσπαθώ να εικάσω το κίνητρο που οδήγησε τον Ρένο Χαραλαμπίδη σε αυτήν τη διασκευή. Αν είναι οικονομικό, το θεωρώ απολύτως θεμιτό. Αν έχει να κάνει με αυταρέσκεια, αυτή δυστυχώς αποτυπώθηκε επί σκηνής: πέρα από την ικανοποίησή του, σχεδόν καμία ουσιαστική επαφή δεν υπήρξε με τον δραματουργικά νεότερο εαυτό του, σε βαθμό που να ακυρώνεται η όποια (όχι λαμπρή) έμπνευση του διχασμού του ρόλου, που μοιάζει να προσπαθεί απλώς να δικαιολογήσει τη δική του παρουσία.

Αν πάλι το κίνητρο ήταν καλλιτεχνικό, φοβάμαι πως απέτυχε οικτρά: η αφέλεια των καταστάσεων που στο φιλμ λειτουργούσε υπέρ του, μεγεθυμένη υποχρεωτικά εδώ εξελίσσεται σε δραματουργική ένδεια. Οι ατάκες που έμειναν στη μνήμη του θεατή, δεν αντέχουν να τραβηχτούν σε τραγούδια και επεισόδια χωρίς να χάσουν τη γοητεία του αυθορμητισμού τους. Και το βασικότερο όλων: το υλικό δεν μπορεί να επιβιώσει απλωμένο στην αδιανόητη διάρκεια των δυόμιση ωρών με το διάλειμμα. Εδώ ιστορίες με πλοκή, με πολύπλευρους χαρακτήρες, με ανατροπές και δεν αντέχουν επί 150 λεπτά. Όχι τα σκίτσα και οι στοιχειώδεις καταστάσεις της συμπαθούς ταινίας. Όποιος δεν έθεσε έγκαιρα ζήτημα οικονομίας χρόνου, έδωσε τη χαριστική βολή στο εγχείρημα του μιούζικαλ «Φτηνά τσιγάρα».

Εντελώς άστοχη η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Ρήγου, έπαιξε με τα όρια του κιτς και έχασε, ντύνοντας τους ήρωες με κοστούμια ασορτί με τις πολυθρόνες κάνοντάς τους να μοιάζουν σαν διαφήμιση της (αείμνηστης) «Πειραϊκής-Πατραϊκής». Το ατυχές «εύρημα» -όπως είθισται να βαφτίζεται η σκηνοθετική «απορία ψάλτου βηξ»-  του να παρουσιάζει τους ηθοποιούς διαρκώς με σβηστά τσιγάρα που παριστάνουν πως τα καπνίζουν και κάθε λογής τηλέφωνα στα χέρια, δυστυχώς λειτούργησε συμβολικά για το όλο αποτέλεσμα: κανένα τσιγάρο ποτέ δεν άναψε, καμία κλήση ποτέ δεν ευοδώθηκε. Όσο για την έμπνευση του να συνοδεύουν τα τραγούδια κουνώντας τις τηλεφωνικές συσκευές, θύμισε χορευτικά δευτεροκλασάτης (νάτη πάλι…) επιθεώρησης ή σκυλάδικου.

Είναι κρίμα για το πολύ καλό καστ, που υπηρέτησε φιλότιμα και με όλες του τις δυνάμεις μια παράσταση που αν είχε μαζευτεί χρονικά, σκηνοθετικά, δραματουργικά, αισθητικά, κοντολογίς αν ακολουθούσε το παράδειγμα της ταινίας, θα μπορούσε να είναι αληθινά απολαυστική. Μας απόμειναν οι θαυμάσιες φωνές των περισσότερων.

Ένα πράγμα λειτούργησε άψογα για μία ακόμη φορά: η μουσική. Ο Παναγιώτης Καλαντζόπουλος εμπλούτισε υποδειγματικά ένα soundtrack ήδη αξέχαστο, με μελωδίες απολαυστικές μέσα στην αφοπλιστική τους απλότητα. Και δεν αρκέστηκε σε αυτό: συγκέντρωσε γύρω του ένα αδιανόητο σύνολο από μουσικούς που ο καθένας τους είναι μια μεγάλη αξία, μια αληθινή dream team, που μοιάζει να διασκεδάζει αφάνταστα την (εύκολη για τέτοιους σολίστες) δουλειά της. Είναι η μόνη που θα συμπαρασύρει ακόμα και τους πιο δύσπιστους και βαρύθυμους.

Δεν θα έμπαινα στη διαδικασία να εντοπίσω αυτό το ατόπημα αν δεν λάμβανε χώρα στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Αφ’ ενός, θεωρώ σημαντικό το να μην διαστρεβλώνουμε τις έννοιες: όποιος εντοπίσει το εναλλακτικό σε αυτό το πρότζεκτ, κερδίζει χρυσούν ωρολόγιον. Αφ’ ετέρου, θα πω όσα έχω πει και για άλλους καλλιτεχνικούς οργανισμούς όπως το Φεστιβάλ Αθηνών ή το Εθνικό Θέατρο: Δεν είναι δουλειά τους να κάνουν παραστάσεις με το μάτι στο ταμείο όπως ο κάθε ιδιώτης παραγωγός. Αν τα «Φτηνά τσιγάρα» παρουσιάζονταν σε ένα κεντρικό εμπορικό θέατρο, όλα θα ήταν πιο ξεκάθαρα: και οι προθέσεις, και οι στόχοι, και οι απαιτήσεις. Τα κρατικά θέατρα όμως –πολλώ μάλλον μια Εναλλακτική Σκηνή- υποτίθεται πως υπηρετούν άλλους σκοπούς: είτε να δώσουν βήμα σε μορφές πιο σύνθετες και καινοφανείς που δεν θα βρουν εύκολα υποστήριξη στην ελεύθερη αγορά, είτε να παρουσιάζουν έργα κλασικά από σημαντικούς συντελεστές, εκπαιδεύοντας το κοινό. Εδώ δεν κατάλαβα ποιο ακριβώς σκεπτικό οδήγησε σε αυτήν την επιλογή.

Ελπίζω τουλάχιστον να αμείφθηκαν οι συντελεστές -και ειδικώς οι μουσικοί- όπως τους αξίζει. Αυτό θα είναι ένα όφελος. Διαφορετικά φοβάμαι πως όσο φτηνά κι αν ήταν τα τσιγάρα, η υπόθεση παραπέμπει σε πεταμένα λεφτά.

Info παράστασης:

Φτηνά τσιγάρα | Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Κάθε βδομάδα μπορείτε να λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc mag με τις προτάσεις μας