H Έλεν είναι πάρα πολύ νέα, η Έλεν είναι πάρα πολύ μόνη, η Έλεν βασανίζεται πάρα πολύ απ’ τη μοναξιά της το βράδυ ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Καλεί oποιονδήποτε υπάρχει εκεί έξω, βασικά οτιδήποτε υπάρχει εκεί έξω, να έρθει να τη λυτρώσει, καταλύοντας την ανυπόφορη της μοναξιά. Εκείνο(ς) την ακούει, εκείνο(ς) έρχεται, τη βρίσκει, τη λυτρώνει, καταλύει τη μοναξιά της, την αφήνει να τρέμει και να παραληρεί.
Λίγα χρόνια έχουν περάσει, πλησιάζουμε τα μισά του 19ου αιώνα, η Έλεν έχει μόλις παντρευτεί τον Τόμας, ζουν σε μια μικρή πόλη στη Γερμανία, η Έλεν έχει κοντά του ανακτήσει σε ένα βαθμό τη γαλήνη της, αλλά στον Τόμας μόλις προσφέρθηκε απ’ τη δουλειά του μια ασυνήθιστη αποστολή. Να πάει στην Τρανσυλβανία, να βρει στον πύργο του έναν εκκεντρικό κόμη, να του δώσει να υπογράψει τα έγγραφα μεταβίβασης ενός παλιού σπιτιού εδώ στην πόλη, στην οποία ο κόμης σκοπεύει να μετακομίσει.
Ο Τόμας ξεκινάει το μακρινό του ταξίδι, όσο πλησιάζει και χώνεται βαθύτερα στη βουνίλα και τη βαλκανίλα οι τσιγγάνοι τον προειδοποιούν να μην πάει επ’ ουδενί στο συγκεκριμένο κάστρο, τα οράματα της Έλεν επιστρέφουν, ο Τόμας αρχίζει να ψυλλιάζεται ότι όσα απέρριπτε ως προκαταλήψεις μπορεί και να έχουν μια βάση αφού ο κόμης τον κάνει να φοβηθεί μια στάλα, ένας κόμης που ετοιμάζεται πάντως, με τα έγγραφα υπογεγραμμένα, να αφήσει την Ανατολή και τα Βαλκάνια και να φέρει στην καρδιά της πολιτισμένης Ευρώπης τα ποντίκια του, την πανούκλα του, το σκοτάδι του, το θάνατό του, αλλά και την υπερβατική μα και τόσο σάρκινη λαχτάρα του για την Έλεν.
Αν ο κόμης δεν ονομάζεται Δράκουλας αλλά Όρλοκ κι αν δεν βρισκόμαστε στο Λονδίνο αλλά στη Γερμανία, αυτό γίνεται επειδή ο Ρόμπερτ Έγκερς ακολουθεί τα βήματα του “Νοsferatu” του Μουρνάου, που το 1922 παρέδωσε όχι μόνο μια από τις κλασικότερες ταινίες τρόμου, αλλά και μια ταινία που ανήκει έκτοτε στον Κανόνα των μεγάλων κινηματογραφικών δημιουργιών. Κι αν ο Μουρνάου άλλαξε ονόματα, τοποθεσίες και την εποχή (απ’ τα τέλη στις αρχές – μέσα του 19ου αιώνα), ήταν γιατί δεν είχε εξασφαλίσει τα πνευματικά δικαιώματα του «Δράκουλα» του Μπραμ Στόκερ. Κι έτσι παράλλαξε ελάχιστα την πλοκή, αναφέροντας στους τίτλους ότι το σενάριο είναι βασισμένο στον «Δράκουλα», αλλά η χήρα του Μπραμ Στόκερ κυνήγησε την ταινία δικαστικώς, γερμανικά δικαστήρια απεφάνθησαν ότι οι κόπιες του φιλμ πρέπει να καταστραφούν, ευτυχώς όμως ήταν ήδη πολύ αργά για να καταστραφούν όλες κι έτσι κάποιες διασώθηκαν και μαζί τους κι η ταινία.
Aπό την «Μάγισσα» του 2015, ως τον «Φάρο» του 2019 και τον «Άνθρωπο απ’ τον Βορρά» του 2022, ο Ρόμπερτ Έγκερς αποδεικνύει σταθερά και διαρκώς ότι είναι ένας σκηνοθέτης που όχι μόνο ξέρει να δημιουργεί ατμόσφαιρα και ύφος, αλλά είναι πια σαν να κατοχυρώνει και ένα είδος ατμόσφαιρας ως ολόδικό του. Θαρρείς ότι ο «Φάρος», ο «Άνθρωπος απ’ τον Βορρά» και τώρα ο «Νοσφεράτου» κινούνται μέσα στην ίδια αδιαπραγμάτευτη μουντάδα, περιβάλλονται από την ίδια αδιαπραγμάτευτη ομίχλη, είναι λουσμένες απ’ την κορφή ως τα νύχια σε μια καταστατική καταχνιά που δεν αφήνει ανεπηρέαστο κανέναν, που άλλοτε άρρητα άλλοτε ρητά υποβάλλει συμπεριφορές ή πάντως κουμπώνει ασορτί με συμπεριφορές.
Η «Μάγισσα» μου άρεσε λιγότερο, ο «Φάρος» και ο «Άνθρωπος απ’ τον Βορρά» πολύ περισσότερο, τώρα με τον «Νοσφεράτου» ο Έγκερς φτιάχνει μια ταινία που πάντοτε τον στοίχειωνε και την φτιάχνει με τρόπο απόλυτα συνεπή προς το στοίχειωμά του, γεγονός που της προσδίδει ένα πολύ μεγάλο συν, αλλά ταυτόχρονα κι ένα όχι ευκαταφρόνητο μείον.
Κατά τη γνώμη μου δηλαδή συνυπάρχουν δύο οπτικές πάνω στο «Νοσφεράτου» του: η πρώτη και κύρια έχει να κάνει με το πόσο καλό σινεμά έχουμε ενώπιόν μας, πόσο δεξιοτεχνικά φτιαγμένο είναι, πόσο αγάπη, αφοσίωση, γνώση και ταλέντο έχει επενδυθεί, πόσο ο Έγκερς είναι ένας μάστορας της δουλειάς του και της τέχνης του. Ο «Νοσφεράτου» είναι ένα αισθητικά ενιαίο έργο, όπου από το πρώτο ως το τελευταίο πλάνο υπηρετείται με συνέπεια ένα συνολικό όραμα. Αν κι εσύ ως θεατής αγαπάς την κινηματογραφική τέχνη, είναι δύσκολο έως αδύνατο να μην απολαμβάνεις αυτό που κάδρο το κάδρο βλέπεις να εκτυλίσσεται στην οθόνη. Κάτι έχει συμβεί εδώ, κάτι αληθινά αξιοσημείωτο.
Η δεύτερη και μαζί δευτερεύουσα οπτική, σε καμία όμως περίπτωση και αμελητέα, είναι ότι όλο αυτό το στοίχειωμα τον έκανε μεν να κινηματογραφήσει ένα έργο που είναι όχι απλά πρώτης τάξεως σινεμά είδους, αλλά πρώτης τάξεως σινεμά, το οποίο όμως δεν κατορθώνει να το βγάλει από τα όρια του ίδιου του σινεμά, από τα όρια του ότι εδώ παρακολουθούμε μια κινηματογραφική ταινία, όπου όλα όσα συμβαίνουν δεν συμβαίνουν στα αλήθεια. Δεν κατορθώνει να μας κλονίσει, να μας ταράξει, να μας συγκινήσει με έναν τρόπο προσωπικό, με μια αναστολή της δυσπιστίας με την ευρεία έννοια, με ένα σπάσιμο του δεσμού ότι εδώ μόνο σινεμά βλέπω και όλα είναι τελικά και ασφαλή και δεν έχουν να κάνουν με μένα τον ίδιο. Είναι σαν το όραμα του να μην βρίσκει τρόπο να συντονιστεί με κάτι έξω από το σινεμά στο οποίο αναφέρεται, λογοδοτεί, αναδημιουργεί και ανανεώνει, με κάτι που να αποτελέσει εκτός από κινηματογραφικό και καλλιτεχνικό γεγονός.
Εγκλωβισμένος σε μια κινηματογραφική αυτοαναφορικότητα ο «Νοσφεράτου» δεν βρίσκει μια δίοδο να περάσει προς τα έξω και να μετατραπεί στο αριστούργημα που θα μπορούσε δυνητικά να είναι. Ενώ με τον «Νοσφεράτου» ο Έγκερς πιστοποιεί πόσο σημαντικός κινηματογραφικός σκηνοθέτης είναι, δεν πιστοποιεί αντίστοιχα ότι είναι ένας δημιουργός και καλλιτέχνης, όπου εκείνο που (υπέροχα) δείχνει είναι ικανό να μετατραπεί σε κάτι που να αφορά τους θεατές στο πετσί τους, στην καρδιά τους, στη δική τους ζωή.
Δεν εννοώ πως όταν βλέπει κανείς την ταινία δεν μπαίνει μέσα της, δεν τρομάζει ή αδιαφορεί για τα τεκταινόμενα. Αλλά ο τρόμος δεν μπορεί να βγει απ’ την οθόνη, να σε ακολουθήσει μετά την προβολή και να ενωθεί με δικούς σου υπόγειους τρόμους. Ίσως επειδή ζούμε σε καιρούς που οι τρόμοι μας είναι άλλης λογής. Ο συγκεκριμένος παραμένει ο τρόμος ενός παραμυθιού που ούτε μπορεί να πάρει κανείς στα σοβαρά ούτε μετατρέπεται αλληγορικά σε κάτι άλλο. Αρκετά αντίστοιχα νομίζω ισχύουν και για τη σύνδεση με τη σεξουαλικότητα και την ερωτική επιθυμία. Πάλι η αντιστοίχιση με το σήμερα δεν βρίσκει κέντρο. Τέλος, αναφορικά με ζητήματα φύλου, γυναικείας καταπίεσης, υστερίας, μελαγχολίας – κατάθλιψης, πάλι η όποια σύνδεση και συντονισμός θεωρώ πως δεν πολυλειτουργούν.
Ο “Νosferatu” του Μουρνάου ανήκει πραγματικά σε μια εντελώς άλλη εποχή, πέραν του ενός αιώνα πριν, και μόνο ως σημείο αναφοράς μπορεί να μπει στην συζήτηση, ενώ άλλου τύπου συγκρίσεις θα ήταν εντελώς αδόκιμες. Ας πάμε κάπως πιο κοντά, στο πρώτο ριμέικ του Βέρνερ Χέρτζογκ το 1979, αλλά και τον «Δράκουλα» του Κόπολα το 1992. Ο Χέρτζογκ, σε αντίθεση με τον Έγκερς, έκανε μια ταινία άνιση, σε αντίθεση με τον Έγκερς, έκανε μια ταινία φωτογενή, με αρκετές σκηνές σχεδόν φυσιολατρικές, Ο Χέρτζογκ μας έδωσε ένα Δράκουλα αρκετά αδύναμο, αρκετά ανθρώπινο, σε μια ταινία με τις δικές της αδυναμίες, αλλά και επιφυλάσσοντάς μας την αριστουργηματική σεκάνς της πανούκλας στην πόλη, που μόνο λίγο δεν το λες. Ο Κόπολα απ΄την άλλη μας έδωσε μια αληθινά μεγάλη ταινία, η οποία πάντως, σε τρανταχτή αντιδιαστολή με τους σκοπούς του Έγκερς, επιθυμεί και πετυχαίνει να μας σαγηνεύσει. Ο δικός του «Δράκουλας» κολυμπά στο ρομαντισμό. Ο Νοσφεράτου του Έγκερς δεν έχει την ευθραστότητα του Κλάους Κίνσκι, την γοητεία του Γκάρι Όλντμαν, δεν θυμίζει καν την αρχετυπική μορφή του Μαξ Σρεκ στην αρχική εκδοχή του Μουρνάου. Είναι κτηνώδης, είναι μάτσο, είναι ένα αόρατο στοιχειό, είναι μια δύναμη του σκότους.
Κλείνω λέγοντας ότι δυσκολεύομαι να σκεφτώ άλλον ηθοποιό σαν τον Γουίλεμ Νταφόε, που, όσο μεγαλώνει, η ορμή του αντί να κοπάζει μοιάζει να εντείνεται και ο ίδιος να ανθεί. Τα τελευταία χρόνια είναι παντού, από τον διπλό Λάνθιμο του “Poor Things” και του «Iστορίες Καλοσύνης», τον τριπλό πλέον Έγκερς μετά τον «Φάρο» και τον «Άνθρωπο απ’ τον Βορρά», τον διπλό Γουές Άντερσον με το “Αsteroid City” και τη «Γαλλική Αποστολή», ως το δυστυχώς μη προβληθέν στη χώρα μας “Saturday Night”, μέχρι ακόμη και τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στο “Ιnside” του Βασίλη Κατσούπη. Και είναι πάντα ένας μικρός χαμαιλέων που θα κλέψει την κάθε σκηνή, πάντα με το ίδιο διαολεμένο κέφι.






