Μερικές σκέψεις για έξι ξένα και πέντε ελληνικά ντοκιμαντέρ που είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στο 28ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
«Η Βασίλισσα του Καπνιστού Ψαριού»

Σε ένα παραθαλάσσιο θέρετρο της Πολωνίας, τα τελευταία σαράντα χρόνια μια γυναίκα έχει ένα καπνιστήριο και μια καντίνα που πουλά καπνιστά ψάρια, έχοντας γίνει ένα είδος τουριστικής ατραξιόν. Στο Q&A που ακολουθεί την προβολή, η νεότατη σκηνοθέτις Ίνγκα Λις απαντώντας σε ερωτήσεις μάς δίνει κάποιες πληροφορίες, που σε κάνουν να αναρωτιέσαι γιατί δεν χώρεσαν στο ντοκιμαντέρ. Μας λέει επίσης ότι έχει σπουδάσει ιστορία κι όχι κινηματογράφο, ότι είχε την επιθυμία να κάνει ένα ντοκιμαντέρ στην ευρύτερη περιοχή από την οποία είχε παιδικές αναμνήσεις και ότι ψάχνοντας ένα θέμα εκεί, έπεσε σε μια ουρά, είδε ότι οι πελάτες έβγαζαν σέλφι με την ιδιοκτήτρια της καντίνας και είπε εδώ είμαστε, αυτό θα κάνω.
Στο πλαίσιο ενός γενικότερου προβληματισμού, αναρωτιέμαι για το κατά πόσο τελικά υπάρχει μια γραμμή, ανάμεσα αφενός στο εντελώς θεμιτό εφαλτήριο του αρχίζω να κάνω ένα ντοκιμαντέρ χωρίς να είμαι καθόλου σίγουρος για το πού θα με βγάλει, αφήνοντας να δω πού θα με βγάλει το υλικό της πραγματικότητας που κινηματογραφώ και αφετέρου στο τι γίνεται αν δεν με βγάζει κάπου. Τι κάνω τότε; Λέω ότι ακόμα κι αν δεν προέκυψε στα αλήθεια μια ιστορία μέσα απ’ όλο αυτό, είναι κρίμα να πάει χαμένο το υλικό και τα χρόνια που επένδυσα, άρα θα δω τι θα βάλω μέσα και τι θα κόψω, θα μοντάρω και θα παραδώσω;
Για να μην παρεξηγηθώ, το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ, ακόμα κι αν δεν είναι σίγουρο ότι βρήκε μια ιστορία, ευχάριστα βλέπεται και δεν απουσιάζει το ταλέντο στη σκηνοθετική ματιά. Αλλά ίσως το σημαντικότερο μάθημα εδώ είναι ότι το πιο θεμελιώδες προαπαιτούμενο για οτιδήποτε καλλιτεχνικό στη ζωή είναι η επιθυμία να το κάνεις. Nα έχεις μέσα σου μια ορμή που σε πηγαίνει εμπρός. Και τα υπόλοιπα έρχονται. Και θα κάνεις μια ταινία για μια τύπισσα που πουλάει καπνιστά ψάρια. Και θα ταξιδεύει στα φεστιβάλ και κάποιος από το κοινό θα την αποκαλέσει, μάλιστα, και αριστούργημα. Όλα γίνονται αν αντί να έχεις εσωτερικά εμπόδια που σε σκαλώνουν, έχεις την ορμή που σαρώνει ακόμα και τα εξωτερικά.
«Θεέ μου, Πάρε με Κοντά σου»

Απ’ την Πολωνία στην Ισπανία και σε ένα ντοκιμαντέρ που είχε από την αρχή μια πολύ πιο ξεκάθαρη ιστορία να αφηγηθεί. Η Κάρμεν είναι 86 χρονών και έχει βάλει στο μυαλό της μια ημερομηνία ορόσημο από το παρελθόν της ως την ημερομηνία κατά την οποία θα αφαιρέσει τη ζωή της, πίνοντας το δηλητήριο που έχει προμηθευτεί. Το μυαλό της λειτουργεί ακόμη ξυράφι, το σώμα της αντιμετωπίζει προβλήματα κίνησης μεν, όχι ακόμα ακραία όμως, αλλά φοβάται την επόμενη φάση τους, στην οποία θα πάψει να είναι αυτοεξυπηρετούμενη. Δεν είναι περιθωριοποιημένη, ούτε φαίνεται να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα επιβίωσης, ούτε μοιάζει να έχει καταληφθεί από κατάθλιψη ή έστω από ένα αίσθημα ματαιότητας. Απλά έχει πάρει την απόφαση ότι έζησε αρκετά, ότι έζησε όσο ήθελε να ζήσει. Κι επίσης, ενώ δεν πιστεύει πια στο Θεό (αν και είχε υπάρξει καλόγρια στα νιάτα της), πιστεύει όμως ότι δεν είμαστε μόνο σώμα, ότι κάπως το πνεύμα μας συνεχίζει τη διαδρομή του, ότι αυτό δεν θα είναι το τέλος της. Στο Q&A ο σκηνοθέτης Γκιγιέρμο Φ. Φλόρες μάς λέει ότι κατέγραψε την τελευταία του συνάντηση με την Κάρμεν διαφορετικά, στήνοντας την κάμερά του σε τρίποδο και μιλώντας της όχι πίσω από την κάμερα αλλά μπροστά της, κι ότι αν είναι υπερήφανος για μια επιλογή του είναι αυτή, γιατί η ζωή είναι πάντα σημαντικότερη από το σινεμά. Ότι έφυγε από την αίθουσα λίγο πριν το τέλος της προβολής γιατί δεν ήθελε να βάλει τα κλάματα. Ότι υπάρχει η αληθινή Κάρμεν με την οποία πέρασε έξι μήνες και η ψηφιακή, η αποτυπωμένη στο υλικό του, με την οποία στο μοντάζ έχει περάσει πολλαπλάσιες ώρες. Κι ότι είναι σαν δύο διαφορετικές Κάρμεν, γιατί από κοντά είχε μια αύρα που δεν μπορούσε να πιάσει καμία κάμερα.
«Κηδεία Δημοσία Δαπάνη»

Προβάλλεται τις τελευταίες εβδομάδες στους κινηματογράφους η ταινία «Δύο Εισαγγελείς» του Σεργκέι Λοζνίτσα, μια ιστορία που διαδραματίζεται και επικεντρώνεται στο σταλινικό καθεστώς. Το «Κηδεία Δημοσία Δαπάνη» είναι ένα ντοκιμαντέρ του 2019 και σε αυτό ο Λοζνίτσα επιμελήθηκε ένα από κάθε πλευρά εντυπωσιακό αρχειακό υλικό από τον Μάρτιο του 1953 και την κηδεία του Στάλιν. Μολονότι διαρκεί δύο ώρες και ένα τέταρτο και μολονότι παρακολουθούμε σκέτο το υλικό, χωρίς κάποιο voice over ή άλλου τύπου παρένθετη αφήγηση, είναι τέτοια η δύναμή του και τέτοιος ο τρόπος που το έχει μοντάρει, ώστε οι στιγμές που κουράζεσαι ως θεατής είναι λίγες, ενώ οι στιγμές που είσαι εντελώς παρασυρμένος από αυτό που παρακολουθείς πάρα πολλές. Το άγγελμα του θανάτου σε γωνιές της αχανούς Σοβιετικής Ένωσης, σε εντελώς διαφορετικές εθνότητες, σε πλήθη παρεταγμένα και σκηνοθετημένα τουλάχιστον στον τρόπο που είναι παραταγμένα, αν όχι και στην οδύνη τους, η υποδοχή στο αεροδρόμιο ξένων αντιπροσωπειών, το λαϊκό προσκύνημα του νεκρού που αποτελεί και το μεγαλύτερο μέρος του ντοκιμαντέρ, οι επικήδειοι, η πομπή προς το μαυσωλείο, παρακολουθούμε τα πάντα χωρίς οποιοδήποτε άλλο σχόλιο και μόνο στο τέλος πέφτουν τα νούμερα με τα εκατομμύρια νεκρούς και διωχθέντες επί σταλινισμού και την αποσταλινοποίηση που επακολούθησε λίγα χρόνια αργότερα και καταδίκη της προσωπολατρείας ως ιδεολογικής εκτροπής. Πέραν της ιστορικής σημασίας και της εικαστικής υποβολής αυτών των εικόνων, η παρακολούθησή τους το 2026 τους προσδίδει και μια δεύτερη, παράλληλη δύναμη, υπαρξιακή. Τα χιλιάδες (και δεν νομίζω ότι είμαι υπερβολικός στον αριθμό) πρόσωπα που περνάνε μπροστά από την κάμερα, καθώς στρέφουν το βλέμμα προς το νεκρό, είναι στην πολύ μεγάλη τους πλειοψηφία και τα ίδια τώρα νεκρά. Εξαιρούνται τα παιδιά και οι πολύ νέοι, που πιθανώς να ζουν ακόμα. Αλλά όλοι οι υπόλοιποι, τα ποτάμια των ανθρώπων που σε συνεχή ροή περνάνε και αποχαιρετούν ένα νεκρό, είναι σαν να κοιτάνε και προς το δικό τους θάνατο, είναι σαν να πρόκειται και για τον δικό τους αποχαιρετισμό, είναι σαν να παρακολουθούμε το μεγάλο ποτάμι της θνητότητας και του πεπερασμένου της ζωής.
«Στον Πυρετό της Σαπουνόπερας»

Ο μόνος δυτικός ηγέτης που βλέπουμε στο «Κηδεία Δημοσία Δαπάνη» είναι ο πρωθυπουργός της Φινλανδίας. Στον «Πυρετό της Σαπουνόπερας» πληροφορούμαι με έκπληξη, ότι η Φινλανδία αντιμετώπισε οικονομική κρίση στην αρχή της δεκαετίας του ’90 μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, γιατί ένα τμήμα του εργατικού δυναμικού της πήγαινε και εργαζόταν στα εργοστάσια της Σοβιετικής Ένωσης, όπου έπαιρνε πολύ καλύτερο μισθό απ΄ ό,τι θα μπορούσε στη Φινλανδία. Πέρασε λοιπόν η Φινλανδία κάποια χρόνια δύσκολα, μέχρι να έρθει η ένταξη στην ΕΕ και κυρίως η ΝΟΚΙΑ και να ξαναπάρει η οικονομία τα πάνω της. Από τη σκηνοθέτιδα Ίνκα Αχτέ ακούμε στο Q&A ότι και πάλι την περιτριγυρίζει τώρα μια ύφεση την χώρα. Εν πάση περιπτώσει, η «Τόλμη και Γοητεία» αρχίζει και προβάλλεται τα γκρίζα χρόνια της ύφεσης και λειτουργώντας και ως υποκατάστατο γκλάμουρ σαρώνει, ένας τύπος εκμεταλλεύεται την απήχηση, αρχίζει να φέρνει πρωταγωνιστές της σαπουνόπερας στη Φινλανδία για παρουσιάσεις και αυτόγραφα και γίνεται ο κακός χαμός.
Η δική μας οικονομική κρίση ήρθε δεκαετίες αργότερα, αλλά το «Τόλμη και Γοητεία» κι εδώ το είχε τότε το μεγάλο γκελ του, θυμάμαι τον μερακλή καθηγητή αγγλικών στο σχολείο να μας φέρνει τυπωμένη την απομαγνητοφώνηση της κατάθεσης της Καρολάιν στο δικαστήριο για το βιασμό της, ακόμα περισσότερα όμως θυμάμαι τη γιαγιά μου να το βλέπει φανατικά κάθε μεσημέρι και να έχει φτιάξει το καλύτερο παρατσούκλι όλων των εποχών, δίνοντας στον Ριτζ το όνομα «Πιροσκής». Στην τυχόν εύλογη απορία σου γιατί μας αναφέρεις πώς φώναζε η γιαγιά σου τον Ριτζ, η μόνη απάντηση που μπορώ να δώσω είναι γιατί ήθελα να το κάνω και το έκανα. Άλλοι κάνουν ντοκιμαντέρ απλά γιατί το θέλουν, χωρίς να τους νοιάζει ιδιαίτερα το αποτέλεσμα, εγώ παρεμβάλλω τη γιαγιά μου γιατί το θέλω, χωρίς να με νοιάζει ιδιαίτερα το αποτέλεσμα.
«Ο Μπούρμαν και ο Διάβολος»

Μιλώντας για αποτέλεσμα υπάρχει η εξής πολύ σημαντική διάκριση: στο ντοκιμαντέρ του Ντέιβιντ Κίτρετζ, ο Τζον Μπούρμαν διηγείται ότι ο Ντέιβιντ Λιν του είχε πει κάποτε να κάνεις τις ταινίες που αρέσουν σε σένα, απλά αν δεν αρέσουν μετά και στον κόσμο αρχίζει και υπάρχει ένα πρόβλημα. Και ο Μπούρμαν σκηνοθετώντας το σίκουελ του «Εξορκιστή» έκανε μια ταινία που άρεσε στον ίδιο πάρα πολύ, αλλά αποτέλεσε τεράστια εμπορική και κριτική αποτυχία. Παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ, μπορούμε να πούμε, ότι εκτός όλων των άλλων, εκτός της πιθανούς διάστασης οράματος – αποτελέσματος ή του με ποια κριτήρια προσλαμβάνει κανείς το αποτέλεσμα, πάντως το να θες να κάνεις σίκουελ του «Εξορκιστή» στεκόμενος καταστατικά απέναντι στην ταινία του Φρίντκιν, αντιπαθώντας την και όχι αγαπώντας την, και θέλοντας να την γυρίσεις τούμπα, ήταν από μόνο του πρόβλημα στα όρια της ύβρεως. Γιατί να γυρίσεις τούμπα μια από τις σημαντικότερες ταινίες τρόμου που γυρίστηκαν ποτέ; Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η αναγωγή που κάνει ο Μπούρμαν, μιλώντας για δημιουργούς όπως ο Φελίνι, ο Λιν, ο Κιούμπρικ, ο Μπέργκμαν και αναφέροντας τους ως παραδείγματα ανθρώπων που κατάφεραν να κάνουν τις ταινίες που ήθελαν και που όλοι υποκλίνονται στο μέγεθός τους. Κι ακόμα κι αν όντως δεν μπορεί να σταθεί δίπλα τους, ακόμα κι αν βρίσκεται ένα σκαλί πιο κάτω, στις τάξεις των όχι εντελώς κορυφαίων αλλά πάντως σημαντικών σκηνοθετών, καταλαβαίνει κανείς ότι αντιμετώπισε την περιπέτεια του σινεμά με ένα όραμα μέσα του τόσο δυνατό όσο εκείνων, με μια τόλμη και αποφασιστικότητα να το κυνηγήσει χωρίς συμβιβασμούς όσο εκείνοι, με αποτέλεσμα να μας παραδώσει ένα διόλου ευκαταφρόνητο έργο.
«Δύο Τετραγωνικά»

Ένας τουρκικής καταγωγής νεκροθάφτης στο Βέλγιο έχει βρει δουλειά χρυσωρυχείο. Υπολογίζει νούμερα και ποσοστά της τουρκικής κοινότητας κυρίως αλλά και άλλων μουσουλμανικών μειονοτήτων στο Βέλγιο, βλέπει πόσο ελάχιστα γραφεία κηδειών μπορούν να εξειδικευτούν σε αυτές τις κοινότητες και ετοιμάζεται να κάνει μια πανηγυρική εκδήλωση για τη δέκατη επέτειο του δικού του γραφείου. Κάνει και μια εκπομπή σε τοπικό κανάλι όπου διαφημίζει επίσης την πραγμάτειά του, ζει τον μύθο του ως ένας παράταιρος sui generis σταρ. Αν όλα αυτά προϊδεάζουν για έναν αντιπαθέστατο τύπο, ισχύει το ακριβώς αντίθετο, είναι έξω καρδιά και σε κερδίζει. Και κυρίως το ζει μέχρι τα μπούνια, ακόμα και στο παιχνιδάδικο που πάει με τη γυναίκα και τις κόρες του, όσο εκείνες ψάχνουν παιχνίδια αυτός ψάχνει ανεξίτηλο μαρκαδόρο για να γράφει πάνω στις παραδόσεις των φορτίων που στέλνει πίσω στην Τουρκία. Γιατί κάνει κηδείες στο Βέλγιο, αναλαμβάνει και όλα τα διαδικαστικά των κηδειών όσων θα ταφούν πίσω στην μητέρα πατρίδα.
Κι είναι ένα δίλημμα μεγάλο αυτό για πολλούς της κοινότητας: που να ταφούν; Στη χώρα που έζησαν και που θα μπορούν να τους επισκέπτονται στα μνήματα τα παιδιά τους ή στη χώρα καταγωγή τους, εκεί που είναι θαμμένοι οι πρόγονοί τους; Κι όπως μας δείχνει το πολύ ενδιαφέρον αυτό ντοκιμαντέρ του Βόλκαν Ουτζέ, το να είσαι θαμμένος δίπλα στους δικούς σου ανθρώπους παίζει ρόλο και σημαίνει κάτι. Ο πρωταγωνιστής σε επίσκεψή του στον τόπο καταγωγής του (για δουλειά φυσικά), θα σταθεί μπροστά στα μνήματα των δικών του συγγενών, θα σταθεί αυθεντικά συγκινημένος, θα πιάσει κουβέντα με όλους τους, έχει μια οικογένεια ζωντανών στο Βέλγιο με την οποία είναι δεμένος, έχει μια οικογένεια νεκρών στην Τουρκία με την οποία συζητά με στοργή και τρυφερότητα.
«Η Ανοσία της Εύας»

Σχεδόν μια δεκαετία από τη ζωή της Εύας Koλιοπάντου, ζωγράφου και περφόρμερ, που άλλοτε πονάει πολύ επειδή το επιλέγει κι άλλοτε χωρίς να το επιλέγει, που ερωτεύεται και που νοσεί, που αντιμετωπίζει και τη νόσο και τον έρωτα και τη δημιουργία και την έκθεση, άλλοτε γενναία κι άλλοτε τρομαγμένη, πάντοτε όμως κατάματα. Σε μια σκηνή σε ένα βουνό τη συναντάει τυχαία μια γυναίκα βοσκός. Και πιάνουν κουβέντα. Και της λέει ότι κι εκείνης της αρέσει να ζωγραφίζει. Και μέσα στις διάσπαρτες στιγμές αλήθειας στο ντοκιμαντέρ του Γιάννη Μισουρίδη, αυτή η συνάντηση των δύο κόσμων είναι η ίσως πιο πολύτιμη.
“Mankind’s Folly”

Η δημοσιογραφική, ερευνητική αλλά και κατακτημένη με τα χρόνια αφηγηματική στιβαρότητα του Γιώργου Αυγερόπουλου είναι παρούσα και στο τελευταίο του ντοκιμαντέρ. Σιβηρία και Αλάσκα, πάγοι που λιώνουν, εδάφη με κατοικίες που πραγματικά καταρρέουν, κλιματική κρίση και κλιματικοί πρόσφυγες, κι όμως αντί για περιορισμός αλματώδης επέκταση των εξορύξεων, στο Αστερίξ ήταν τρελοί μόνο αυτοί οι Ρωμαίοι, στην πραγματικότητα είναι τρελή ολόκληρη η ανθρωπότητα.
«Άλογο και Αναβάτης»

Τα ντοκιμαντέρ του Παναγιώτη Ευαγγελίδη μολονότι στοχεύουν συνειδητά στο να δώσουν ορατότητα στις λιγότερο μέινστριμ εκδοχές της queer κοινότητας, μολονότι έχουν και μια ακτιβιστική διάσταση, καταλήγουν πάντα μέσα από την καταγραφή κομματιών αφτιασίδωτης πραγματικότητας να διηγούνται ιστορίες που αφορούν τους πάντες, να μιλούν για καταστάσεις και σχέσεις που όσο τυχόν ξένες κι αν φαντάζουν στην αρχή, όπως στο από πολλές απόψεις τολμηρό και γενναίο «Άλογο και Αναβάτης», καταλήγουν πάντα γνωστές σου και οικείες.
«Μικροσκοπικοί Θεοί»

Ο Πάνος Δεληγιάννης μας δίνει με το ντοκιμαντέρ του την πολύτιμη ευκαιρία να μυηθούμε λίγο στο έργο της εικαστικού Κλειούς Γκιζελή, στις εκπληκτικές της μινιατούρες, στον τρόπο που χωράει τέτοιας ακρίβειας λεπτομέρειες και τέτοιας ευαισθησίας εκφράσεις μέσα σε τόσο μικροσκοπικού μεγέθους κατασκευές. Παράλληλα βλέπουμε το δεύτερο σκέλος της επαγγελματικής της ζωής, τη διδασκαλία της σε δημοτικά σχολεία, την μύηση των παιδιών αυτή τη φορά στο μυσταγωγικό παιχνίδι της τέχνης.
«Ζεστό Κρύο Yγρό Ξηρό»

Ο Κλέαρχος Εδουάρδος Παπανικολάου και ο Μάριος Κλεφτάκης μάς προσφέρουν έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα και γόνιμο συνδυασμό εικόνων και λόγου, μέσα από τον οποίο μας δείχνουν τη σύγχρονη Σιγκαπούρη ως μια παραβολή και ταυτόχρονα όμως ως μια πραγμάτωση ενός κόσμου, ενός οικονομικού συστήματος, ενός αυτόματου πιλότου, μέσω του οποίου οι άνθρωποι ζουν τη ζωή τους κάπου στο μεταίχμιο της αλλοτρίωσης και της παραίσθησης. Εξαιρετική δουλειά.
