«Σε έναν αυτοκαταστροφικό κόσμο, μια μικρή πόλη – κράτος καταφέρνει να επιβιώνει χάρη στα τεράστια διυλιστήριά της. Μια πανίσχυρη ομάδα ένοπλων ανδρών χειρίζεται την οικονομία της πόλης: εμπορεύονται το πετρέλαιο με αντάλλαγμα τρόφιμα και γυναίκες. Καθώς ο αρχηγός τους είναι άρρωστος και το μέλλον φαίνεται ζοφερό, η επιλογή του σωστού διαδόχου είναι μεγάλης σημασίας». Με αυτές τις πληροφορίες για τον κόσμο στον οποίο διαδραματίζεται ξεκινά η “Gorgonà”, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Εύης Καλογηροπούλου. Μια γυναίκα φτάνει σε αυτόν τον κόσμο, έχοντας ανταλλαχθεί με ένα μπιτόνι πετρέλαιο ως δώρο του αρχηγού προς τους άντρες για να τους «ξεκουράζει», ενώ μια άλλη προορίζεται από τον αρχηγό για αντικαταστάτριά του, γεγονός που σκανδαλίζει και δημιουργεί εντάσεις. Οι δυο γυναίκες θα ταράξουν για τα καλά τα μολυσμένα νερά της περιοχής.
Είχαμε τη χαρά να μιλήσουμε με τη δημιουργό της ταινίας:
Έλεγα λοιπόν πριν πατήσουμε το κουμπί της ηχογράφησης, ότι από το λίγο που μιλήσαμε, καταλαβαίνω ότι μοιάζεις κάπως με τις ηρωίδες σου, στον δυναμισμό, στην ένταση κλπ
Κοίτα, ήμουν ένα κορίτσι που έκανα πρωταθλητισμό από πολύ μικρή, ήμουν αθλήτρια.
Τι άθλημα;
Βόλεϊ. Μετά έκανα και πολεμικές τέχνες. Ήμουν η κοπέλα η πολύ δυνατή, είχα πάρα πολλή δύναμη. Έπαιζα από μικρή μπάλα με τα αγόρια στην πλατεία στο Ληξούρι, Κεφαλονιάς, πάντα τους κέρδιζα. Για κάποιο λόγο, σωματικά, έχω πάρα πολλή δύναμη. Δεν έχω δύναμη μυϊκή, έχω νεύρο. Ήμουν tomboy, το κορίτσι που έπαιζε στις αλάνες και όλα αυτά. Νομίζω αυτά είναι τα κοινά με τις ηρωίδες μου. Ταυτόχρονα όμως δεν θεωρώ ότι όλο αυτό πάει ξεχωριστά από το να προσέχω τον εαυτό μου: να βάφομαι, να μην περιορίζω τη σεξουαλικότητά μου ή να αισθάνομαι ότι πρέπει να φοράω κάτι πιο μακρύ για να μην προκαλώ. Θεωρώ ότι και το νέο κύμα φεμινισμού το προάγει αυτό, το να χρησιμοποιείς ως θηλυκότητα το σώμα σου όσο εσύ θες και όσο εσύ αισθάνεσαι καλά.
Έχω τελειώσει ΑΣΟΕΕ, έχω ένα μυαλό λίγο πιο πρακτικό, πιο μαθηματικό, δηλαδή ναι μεν θα εκνευριστώ με ένα πρόβλημα, αλλά μετά θα πρέπει να βρω τη λύση. Γιατί έχω μάθει και σαν οικονομολόγος και εικαστικός να διαχειρίζομαι εγώ την καριέρα μου.

Την κλίση σου την εικαστική την κατάλαβες από όταν ήσουν ακόμα μικρή;
Ήμουν αυτό το κοριτσάκι που ζωγράφιζε πιο καλά από ό,τι έγραφε. Έγραφα πάντα με λάθος τρόπο, έπιανα κάπως λάθος το μολύβι. Αλλά ζωγράφιζα πάντα πάρα πολύ καλά. Ήμουν αυτή που ζωγράφιζα, κοίταγαν και έλεγαν «Πόσο καλά ζωγραφίζεις!». Ζωγράφιζα πάντα, αλλά δεν το είχα σκεφτεί. Σχεδιάστρια μόδας είχα σκεφτεί να γίνω, αλλά οι γονείς μου θέλανε πρώτα να σπουδάσω κάτι και πέρασα με αρκετά καλό βαθμό στην ΑΣΟΕΕ, στο Μάρκετινγκ, ενώ πέρναγα και Ιατρική. Και πήγα, αλλά βαριόμουν.
Τελείωσες όμως;
Ναι, φυσικά. Και μετά πήγα Καλών Τεχνών, στην Αθήνα. Δύσκολες εξετάσεις και εκεί, ξέρεις, θέλει μεγάλη προετοιμασία. Και μετά Αγγλία στο Royal College, έκανα μεταπτυχιακό στο video art και έμεινα πέντε χρόνια.
Και το σινεμά είναι κάτι που σου ήρθε στην πορεία ή το ήθελες από την αρχή;
Έβλεπα πάντα πολύ σινεμά με την οικογένειά μου. Αλλά θα έλεγα ότι είχα εκτεθεί σε εικόνες και σε αφηγήματα και σε ταινίες που για την ηλικία ήταν λίγο…
Δηλαδή;
Είδα το «Φιλαδέλφεια» στο σινεμά, στα έξι μου. Έχω δει τα «Μαθήματα Πιάνου» στα επτά, τους «Επιζήσαντες» στα επτά. Ιρανικό σινεμά πάλι στα 7-8 νομίζω, δεν θυμάμαι. Η πρώτη μου ταινία ήταν o «Κολόμβος». Θυμάμαι που έκοβαν το χέρι ενός αυτόχθονα. Νομίζω ότι το «Φιλαδέλφεια» με επηρέασε πιο πολύ από όλα. Ήμουν πάρα πολύ μικρή να καταλάβω το οτιδήποτε. Moυ έμεινε η σκηνή στο τέλος της ταινίας που βλέπουμε με αναλογική κάμερα τον Τομ Χανκς όταν ήταν παιδάκι και ντυμένος καουμπόης. Και επειδή ήμουν κοντά σε ηλικία έλεγα: «Αυτό το παιδάκι έγινε μεγάλος και πέθανε από αυτό το πράγμα με το σεξ». Είχε λιώσει. Αυτή η εικόνα με είχε σοκάρει τόσο πολύ. Τότε είχα φρίξει, θα έλεγα με επηρέασε πολύ το στίγμα του AIDS που είχε περάσει αυτός ο άνθρωπος και όσο μεγάλωσα καταλάβαινα πόσο πολύ άλλοι άνθρωποι το περάσανε και περάσανε και το στίγμα. Τότε ήμουν 6 χρονών. Θα έλεγα ότι είχα εκτεθεί σε δύσκολο σινεμά. Και Ταρκόφσκι κι όλα αυτά.

Oπότε, πριν ασχοληθείς με το σινεμά, το πεδίο σου ήταν το video art.
Ναι, στην Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Σπούδασα και γλυπτική, ζωγραφική. Ως ζωγράφος τελείωσα εδώ. Αλλά επειδή είναι πολλά χρόνια -είναι πενταετούς φοίτησης- κάνεις και video art και installation art. Εγώ είχα καταλήξει στο video art. Οπότε πήγα στο Royal College. Αυτό ήθελα να κάνω. Το σκεφτόμουν για σκηνοθεσία, αλλά ήταν δύσκολο να ξανακάνω μετατόπιση. Και άλλη έλεγα;
Και το πέρασμα στο σινεμά πώς το έκανες;
Ήμουν στο Λονδίνο σε artist residency στο Somerset House, κάπως prestigious residency. Και έκανα ενδιάμεσα ένα art residency σαν εικαστικός στην Ελευσίνα. Έμεινα δύο – τρεις μήνες. Πήγαινα βόλτα στην περιοχή, έβλεπα την περιοχή. Και μου είχε φανεί τρελά ενδιαφέρον να κάνω ένα video art εκεί. Μετά βρήκα ένα funding από την Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ελευσίνας και μετά από το Ρόζα Λούξεμπουργκ, και χωρίς να ξέρω τίποτα από σινεμά, βλέποντας ταινίες μικρού μήκους στις Κάννες, λέω ότι θα μπορούσα ίσως να κάνω κάτι τέτοιο. Οι ταινίες, οι μικρούς μήκους, ειδικά σε τέτοια φεστιβάλ, είναι αρκετά κοντά με το video art. Με λίγο μετατόπιση στην αφήγηση, να την προσεγγίσεις λίγο. Αλλά δεν είναι μακριά πολύ. Και λέω εγώ μπορώ να το κάνω. Και το έκανα. Και ξαφνικά με παίρνουν και μου λένε είσαι στις Κάννες στο Official Selection.


Μιλώντας λοιπόν για εικαστικά, μου άρεσε πάρα πολύ το εικαστικό κομμάτι της «Γοργόνας»: τα χρώματα, τα κοστούμια, τα σκηνικά, το πώς στήνεις τα κάδρα. Σε τι βαθμό ήταν εικόνες που είχες ήδη στο μυαλό σου και σε τι βαθμό προέκυψαν από τη συνεργασία σου με τους επιμέρους τομείς;
Εντάξει, έχω από πριν κάτι πολύ σαφές. Είμαι πολύ κοντά στο εικαστικό κομμάτι. Και με το frame και με τα τοπία. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να σκέφτομαι όλα αυτά και επίσης πάντα βρίσκω τα locations πρώτα και μετά πάω στις ιστορίες. Και ύστερα τα ρούχα και τα σκηνικά, αλλά αυτά δεν γίνονται ποτέ μόνα τους μιας και υπάρχει πάντα μια ομάδα που στηρίζει την εικόνα. Οπότε θα έλεγα μισά – μισά.
Είχες δηλαδή κάποια ιδέα πριν, πώς θα είναι η εικόνα των κοστουμιών, των σκηνικών.
Ναι, ναι. Πιο pop. Πιο edgy. Λίγο πιο στα όρια.
Το στήσιμο του κάθε πλάνου δείχνει να κρύβει πολλή προετοιμασία πριν. Τα γυρίσματα πόσο κράτησαν;
Είχαμε 27 μέρες γυρίσματα. Το αρχικό σχέδιο ήταν 34. Οπότε δεν υπάρχει άλλη επιλογή απ’ το να κάνεις πάρα πολύ adapt στους χρόνους και για αυτό δεν προλάβαινα να σκεφτώ πολλές φορές.
Ωστόσο τα πλάνα, και από το πώς είναι φωτισμένα και γενικότερα, δείχνουν μεγάλη φροντίδα.
Ναι, γιατί ο Βαλσαμής είναι ένας πάρα πολύ καλός φωτιστής και διευθυντής φωτογραφίας. Εννοώ ότι ο κάθε συνεργάτης δίνει τα πάντα του και ο Βαλσαμής είναι καταπληκτικός με το φως. Ήταν και τοπία που ήταν πάρα πολύ εντυπωσιακά. Οπότε αυτό ήταν ένα πράγμα που λειτούργησε. Επίσης όλοι οι συνεργάτες βοηθήσανε πάρα πολύ, στη σκηνογραφία ο Σταύρος Λιόκαλος και στα κοστούμια η Εβελίνα Δαρζέντα και η Άννα Ζώτου. Αλλά δεν θα πω ψέματα ότι δεν με δυσκόλεψαν ακραία οι μέρες του γυρίσματος. Στο σινεμά όμως έτσι γίνεται και δεν είναι κάτι για το οποίο μπορώ να κλαίγομαι. Σε πολλούς συμβαίνει αυτό. Απλά νομίζω ότι μάλλον ήταν λίγο όριο το 27 μέρες για τέτοια ταινία.


Οπότε στο μυαλό σου εικαστικά εσύ είχες κάτι πιο μεγάλο από αυτό που τελικά έκανες ή είσαι ευχαριστημένη;
Ειχα στο μυαλό μου κάποια πράγματα που ήθελα να ήταν αλλιώς, αλλά είναι ΟΚ.
Ένα παράδειγμα;
Εγώ ήθελα μια μαύρη βροχή στο τέλος. Σαν πετρέλαιο. Αυτό ήταν η αρχική ιδέα. Και να υπάρχει μια αμφιβολία αν πέφτοντας πάνω τους πεθαίνουν ή δεν πεθαίνουν. Γιατί αυτός ήταν και ένας συνδυασμός με το πετρέλαιο ως έννοια και τη συνολική αισθητική της ταινίας. Αλλά αυτό δεν μπόρεσε να γίνει, μιας και πολλά, ειδικά στις ταινίες με δράση, εξαρτώνται από το μπάτζετ.
Μιλώντας λοιπόν για το πετρέλαιο, η ταινία βγαίνει σε μια εποχή που είναι φουλ επίκαιρη.
Ναι, είναι επίκαιρο. Αλλά το έβλεπες από πριν ότι θα πήγαινε εκεί η κατάσταση.

Ακούμε σε μια σκηνή, ότι σε κάποια άλλη πόλη, που δεν είχε πετρέλαιο, οι γονείς σκότωσαν τα παιδιά τους και μετά αυτοκτόνησαν. Φουλ δυστοπία. Θεωρείς ότι βρισκόμαστε τώρα σε μια εποχή που σκεφτόμαστε τόσο έντονα το τέλος του κόσμου κι όλα αυτά ή ότι κάπως πάντα οι άνθρωποι το είχαν αυτό και απλά…
Κοίτα, είναι μια πολύ δύσκολη περίοδος γιατί μιλάμε ότι είμαστε άτυπα σε έναν παγκόσμιο πόλεμο. Εμπλέκονται ήδη τόσες χώρες…
Και οι συνέπειες είναι παγκόσμιες.
Ναι, ναι. Είμαστε σε μια κατάσταση επικίνδυνη. Δεν ξέρω σε ποιο βαθμό μπορεί να έρθει η δυστοπία παραπάνω με τον Τραμπ, ενώ είναι και επικίνδυνο γενικότερα γιατί απ’ τη μια μέρα στην άλλη υπάρχει μια ανασφάλεια στο τι γίνεται. Πέραν του ότι εμείς τώρα μιλάμε για μια ασφάλεια οικονομική, έτσι; Όταν βομβαρδίζεται ένα σχολείο με 160 κοριτσάκια δεν μπορεί να υπάρχουν κάποιοι που το λένε αυτό “φεμινισμό”, επειδή πλήττεται μια χώρα όπου κυριαρχεί η μπούρκα. Και σε ρωτάνε κάποιοι «Εσένα ποια είναι η θέση σου ως φεμινίστρια, αφού φοράνε μπούρκα;». Και κοιτάς με απορία και λες αποκλείεται να με ρώτησαν αυτό το πράγμα. Αλλά νομίζω ότι είμαστε σε μια μέτα-περίοδο, meta, του meta, ω meta, που τα βλέπουμε όλα αυτά σαν να βλέπουμε ειδήσεις με βομβαρδισμούς, που τα βλέπουμε τηλεοπτικά ήδη πολλά χρόνια και ίσως δεν επηρεαζόμαστε, γιατί πόσα χρόνια είναι που γίνεται αυτό. Έχει γίνει πλέον πάρα πολύ οπτικά οικείο το να βλέπουμε εικόνες από αραβικές χώρες να βομβαρδίζονται, και αυτό είναι επικίνδυνο.
Ναι, συμφωνώ, συμφωνώ. Αλλάζουμε κλίμα, που λένε και στα δελτία ειδήσεων, και πάμε λίγο στη φάση με τα παλιά τραγούδια που έχεις βάλει στην ταινία, το «Έκλαψα χθες» και το «Θέλω κοντά σου να μείνω». Είχες ως πρόθεση μια κάποιου τύπου σύνδεση με το παλιό ελληνικό σινεμά, ενός είδους διάλογο, κάτι τέτοιο;
Ε, ναι, εννοείται. Εμένα μ’ αρέσουν πολύ οι ελληνικές ταινίες. Ο Κακογιάννης, ο Ζυλ Ντασέν, ακόμα και το «Γοργόνες και Μάγκες». Όλα αυτά σκεφτόμουν πώς μπορούν να μετατοπιστούν και να τα παρουσίαζα αλλιώς. Αυτό που έχει γίνει σε πολλές χώρες, έτσι κι αλλιώς. Ναι, σκεφτόμουν πώς μπορούν να γίνουν αυτές οι ταινίες αλλιώς, γι’ αυτό τις χρησιμοποιώ. Δηλαδή γυναίκες που τραγουδάνε στο μπαλκόνι, η Μερκούρη ας πούμε, που τραγουδούσε σε ένα μπαλκόνι, σε άντρες από κάτω. Ταξικά σημαντικές ταινίες η «Στέλλα» και «Ποτέ την Κυριακή». Και πολύ φεμινιστικές. Κι έλεγα γιατί να μην υπάρχει μια γυναίκα που τραγουδάει σε ένα μπαλκόνι, προς ίσως και σε μια άλλη γυναίκα, πάλι σε ένα εργατικό πλαίσιο. Πάντα μ’ αρέσει η εικόνα μιας γυναίκας που τραγουδάει στο μπαλκόνι με μια ρόμπα ή με ένα φόρεμα.


Πώς διάλεξες τις δυο πρωταγωνίστριες σου, τη Μελισσάνθη Μάχουτ και την Aurora Marion;
Την Μελισσάνθη από cast. Έψαχνα μια πολύ δυναμική, μελαχρινή κοπέλα. Με δύναμη στο σώμα της και δυνατά μάτια.
Για τα μάτια έχεις δίκιο, είναι πολύ έντονο το βλέμμα της.
Ναι, ναι. Δυναμική, δωρική κλπ. Είναι μια πάρα πολύ καλή ηθοποιός. Η Μελισσάνθη ήταν μια έμπειρη ηθοποιός που ήξερα ότι μπορεί να πέσει με τα μούτρα. Γιατί σαν ηθοποιός λειτουργεί πολύ στο να αγαπάει τα πρότζεκτ της. Και να τα υποστηρίζει. Και να την ενδιαφέρει πολύ το σενάριο. Και να της ταιριάζει. Με την Aurora έγινε αλλιώς. Μιλάγαμε από το Instagram. Και ξαφνικά τη βλέπω στην ΕΡΤ1, σε μια ταινία της Σαντάλ Άκερμαν, την τελευταία της. Και της κάνω… Συγγνώμη, ήσουν στην ταινία της Σαντάλ Άκερμαν; Και μου κάνει ναι. Ήταν 19 χρονών στην ταινία. Και είναι φοβερή. Σαν ηθοποιός επίσης. Πάρα πολύ «εκεί». Καλά, τώρα η κοπέλα έχει παίξει σε ταινία της Σαντάλ Άκερμαν και δεν το διαφημίζει, δεν το χρησιμοποιεί. Σε αυτήν την ταινία ήταν απλά μαγική, και γενικά είναι μαγική. Όσο για τον Λούλη, πέραν του ότι είναι πάρα πολύ καλός ηθοποιός, μου κάνει εντύπωση ότι ο Χρήστος, παρόλη την καριέρα του και τη φήμη του, συνεργάζεται πάρα πολύ καλά με τον σκηνοθέτη. Είναι εκεί για σένα, θα σε ακούει, θα δοκιμάσει τα πάντα, και δεν θα κοιτάξει ότι είσαι μια νέα γυναίκα σκηνοθέτρια, δεν θα το βλέπει καν αυτό.
Ναι, εντάξει, μου κάνει εντύπωση που συμβαίνει ακόμα, αλλά καταλαβαίνω τι λες.
Πρέπει να είσαι πιο δυναμική για να σε ακούνε και να επιβάλλεσαι. Διεκδικείς τον χώρο σου. Και προσπαθείς να πείσεις. Και εδώ είναι μια ταινία δύσκολη. Επειδή δεν είμαστε πολύ εξοικειωμένοι με τέτοιες ταινίες με γυναίκες directors. Να τους πείσεις να κάνουν πράγματα και να μπουν σε αυτό. Και να μην ξενίσει μετά. Αλλά, εντάξει, οι ηθοποιοί είναι πιο ανοικτοί. Πιο πολύ αυτό που πειράζει είναι η αποδοχή. Το ότι αυτή είναι μια ταινία πιο άγρια, πιο βίαιη. Και πρέπει να απολογείσαι για πάρα πολλά πράγματα. Αυτό είναι λίγο το κουραστικό.


Έχεις βρεθεί να απολογείσαι;
Ναι. Για τη βία. Για το σεξ. Γιατί είναι ωραίες γυναίκες στην ταινία. Γιατί εγώ σαν φεμινίστρια θα έπρεπε να παρουσιάσω μη ωραίες γυναίκες ας πούμε; Πόσο σεξιστικό είναι αυτό; Και old school. Εγώ δηλαδή αν θεωρώ ότι είμαι ωραία πρέπει να κάτσω σπίτι μου για να μην προκαλώ και να αναπαράγω τα στερεότυπα; Γιατί επειδή είμαι φεμινίστρια γυναίκα θα έπρεπε να εξυπηρετώ και κάτι άλλο; Αυτό ξαναμπαίνει στο στερεοτυπικό μοτίβο της γυναίκας: «Γιατί τόση βία; Γιατί δεν χρησιμοποιείς κάτι άλλο;». «Να μην χρησιμοποιήσουμε τα όπλα, να μην χρησιμοποιούμε αυτό το μέσο». Γιατί να μην το χρησιμοποιούμε όμως; Δηλαδή άμα πάμε σε πόλεμο, εγώ θα είμαι με τη σφεντόνα επειδή είμαι γυναίκα;
Ναι, οπότε η ταινία σου δεν εμπίπτει στο στερεότυπο του γυναικείου βλέμματος, της γυναικείας ματιάς;
Ναι, σου λένε ότι μπορεί να είναι male gaze. Όχι, δεν μπορεί να είναι male gaze, λυπάμαι, είμαι γυναίκα. Οπότε εγώ δεν χρειάζεται να απολογηθώ. Έχω αυτήν την εμπειρία ως γυναίκα. Οπότε, ό,τι και να θες να πεις ευτυχώς – δυστυχώς, είμαι γυναίκα, όποτε είναι κάτι για το οποίο προφανώς μπορώ και να μιλήσω.
Οπότε αν έβλεπες εσύ την ταινία σου γυρισμένη από άντρα πώς θα σου φαινόταν;
Εμένα θα μου άρεσε, γιατί μου αρέσει η ταινία μου. Είναι η ταινία μου τι περιμένεις να σου πω, όχι; Εμένα επίσης μου αρέσει κι ο Ταραντίνο, ο οποίος είναι φουλ politically incorrect, και για πολλά πράγματα σήμερα δεν θα συμφωνούσα, ε και; Τι έγινε; Δεν έχει κάτι να αποδείξει. Είναι απίστευτος σκηνοθέτης.
Δεν είναι τυχαίο φαντάζομαι ότι σε μια ταινία που μιλάει και για την πατριαρχία, έχεις βάλει πίσω από τον αρχηγό μια μάνα που τον κανακεύει διαρκώς.
Nαι, εντάξει, έχουν οι άντρες τη μεγαλύτερη ευθύνη σίγουρα, αλλά υπάρχει και μια μικρότερη. Αυτό όμως είναι cultural, δεν είναι gender. Δεν θα το έβαζα σαν gender politics, γυναίκα – άντρας. Στο ισοζύγιο γυναίκα – άντρας, δεν χρειάζεται να το πω εγώ, τα ποσοστά το δείχνουν, δεν είχαμε ποτέ τις ίδιες ευκαιρίες, νομίζω είναι κάτι μη αμφισβητήσιμο. Δεν ήθελα να δείξω τόσο μια γυναίκα, ώστε να ιδωθεί ότι, νά, φταίει κι αυτή, αλλά ήθελα να δείξει πιο πολύ το παραδοσιακό στοιχείο της Ελλάδας, την οικογένεια. Δηλαδή αντίστοιχα θα μπορούσε να είναι και άντρας, ένας πατέρας.


Επίσης φαντάζομαι ότι δεν είναι τυχαίο ότι μιλάς για καθαρότητα φυλής, τη στιγμή που μας δείχνεις …
Ότι οι μισοί είναι mixed race. Ναι, γιατί είναι τόσο αστείο στην πραγματικότητα, έτσι κι αλλιώς.
A, το πήγες στην γελοιότητα. Όχι στο ότι το θέμα είναι πάντα να είμαστε εμείς από εδώ και οι άλλοι από εκεί.
Και αυτό, αλλά και πόσο παράδοξη είναι η έννοια της καθαρότητας της φυλής. Υπάρχουν άτομα πχ που μιλάνε για καθαρότητα φυλής και μοιάζουν αρκετά κοντά σε Middle East, που είναι λογικό, στην Ελλάδα είμαστε, είμαστε μεταξύ τριών ηπείρων. Άραγε δεν τους το λέει κανείς, ότι υπάρχει μια αντίφαση στο αφήγημα αυτό; Μιλάω για την ακροδεξιά. Πχ ο Κασιδιάρης δεν μοιάζει με Λατινοαμερικάνος; Οπότε αυτό το μοτίβο πράγματι υπάρχει στην ταινία αλλά και υπάρχει και το «Αν είσαι εδώ είσαι δικός μας», έπαιξα και με τα δυο μοτίβα.
Τελικά – τελικά αυτή η ταινία για σένα για τι μιλάει;
Μέσα στα πέντε χρόνια στα οποία ασχολήθηκα μαζί της έχω αλλάξει πάρα πολύ. Ξεκίνησα για κάτι πιο κοινωνικό και με αναφορές περισσότερο τύπου Ταρκόφσκι και στην πορεία με επηρέαζε πιο πολύ το σινεμά του Παρκ Τσαν-Γουκ του Mπονγκ Τζουν-Χο και του Ταραντίνο, με αποτέλεσμα να γίνω λιγότερο απολογητική ως προς την εικόνα ή τη βία. Οι ταινίες που αρέσουν στους πιο πολλούς και μαζί οι μεγάλες ταινίες έχουν τρελή βία, όλοι λέμε για το «Νονό» ή τον «Ταξιτζή». Δεν συγκρίνομαι με αυτές τις ταινίες, αλλά λέω ότι όπως η βία είναι μέσα στη ζωή είναι και μέσα στο σινεμά. Δεν έχουμε και genres στην Ελλάδα, δεν βοηθάει να καταλάβουμε ότι είναι ένα είδος σινεμά/ταινιών, είναι fiction.
Θα σου άρεσε ή θα σε πείραζε να αποκτήσει η ταινία, τώρα ή στο μέλλον, μια απήχηση τύπου cult;
Δεν θα μου άρεσε, η πρόθεση δεν ήταν αυτή, η πρόθεση ήταν να έχει στοιχεία cult αλλά να μην είναι cult. Εντάξει όμως, άμα γίνει, υπάρχουν και σημαντικές ταινίες που έχουν γίνει cult.

