«Ιστορίες Καλοσύνης» του Γιώργου Λάνθιμου: Ένα τρίπτυχο ιστοριών σαν αντίστροφοι «Κυνόδοντες»

Αποβάλλεσαι. Ο old boy γράφει για τη νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου

Τρεις εντελώς ανεξάρτητες μεταξύ τους ιστορίες, οι ίδιοι ηθοποιοί παίζουν διαφορετικούς χαρακτήρες στην κάθε μία, με μοναδικό συνεκτικό δεσμό ήρωα με το όνομα ή έστω με τα αρχικά RMF, ο οποίος πάντως, παρά το ίδιο όνομα και παρά το ότι τον υποδύεται ο ίδιος άνθρωπος (ο μη επαγγελματίας ηθοποιός Γιώργος Στεφανάκος που είχε έναν μικρό ρόλο και στο “Poor Things”), είναι αμφίβολο αν είναι καν ο ίδιος χαρακτήρας. Λειτουργεί πολύ περισσότερο ως ένα τρικ για να έχουμε κάτι να τις συνδέσουμε, δίνοντας αντίστοιχους τίτλους στην καθεμία («Ο Θάνατος του RMF», «O RMF Πετάει», «Ο RMF Τρώει ένα Σάντουιτς»).

Από εκεί και πέρα, μια νοηματική σύνδεση μεταξύ των ιστοριών υπάρχει και θα πούμε δυο λόγια σχετικά στη συνέχεια, αλλά και αυτή δεν έχει να κάνει με kinds of kindness, δεν έχει να κάνει με είδη καλοσύνης, δεν έχει να κάνει καν με την έλλειψή τους ώστε να την ειρωνεύεται, ο τίτλος μοιάζει αρκετά εκτός θέματος. Ο προηγούμενος, προσωρινός τίτλος των «Ιστοριών Καλοσύνης», που ούτε λίγο ούτε πολύ ήταν “Αnd”, ήταν μάλλον περισσότερο ενδεικτικός του γενικότερου πνεύματος της νέας ταινίας του Γιώργου Λάνθιμου, που ξανασυνεργάζεται μετά από χρόνια στο σενάριο με τον Ευθύμη Φιλίππου, του γενικότερου πνεύματος του συγκεκριμένου καλλιτεχνικού εγχειρήματος, που δεν είναι ακριβώς το δεν μας νοιάζει αν θα μας πιάσετε και αν θα συντονιστείτε, όσο μάλλον το ότι έχουμε πλέον κατακτήσει το δικαίωμα να ελπίζουμε ότι θα μας πιάνετε και θα συντονίζεστε ό,τι κι αν κάνουμε.  

 

 

Και; Ας δούμε τις ιστορίες μία – μία

 

Στην πρώτη, o Τζέσι Πλέμονς, μεγαλοστέλεχος σε πολύ μεγάλη εταιρία, δεν είναι απλά στις διαταγές του μεγάλου αφεντικού Γουίλεμ Νταφόε, η ζωή του όλη είναι ορισμένη βάσει των διαταγών του. Όλη όμως. Το αφεντικό ελέγχει και εξουσιάζει τι θα φάει το μεσημέρι και τι το βράδυ, αν θα κάνει σεξ με τη γυναίκα του ή όχι, δίνοντας του γραπτά σημειώματα με αναλυτικές οδηγίες για το ημερήσιο πρόγραμμά του. Ο Πλέμονς έχει και ένα πιο κανονικό σκέλος απασχόλησης, τρέχει (μαθαίνουμε) σε κάτι εργοτάξια, έχει ενδεχομένως και ικανότητες σε αυτό που κάνει, δεν είναι (εικάζουμε) απλά υποτακτικός, έχουν άλλωστε (όπως λέει ο ίδιος) αναφερθεί κολακευτικά στις ικανότητές του και άλλα μεγάλα αφεντικά, ωστόσο ο πυρήνας της σχέσης του με το αφεντικό του είναι ο έλεγχος και η υποταγή. Με το αζημίωτο βέβαια, η σχέση είναι ανταλλακτική, τα ανταλλάγματα είναι αδρά, από την εξασφάλιση μιας πολύ άνετης ζωής ως φακντ απ αλλά πανάκριβα δώρα.  

Πόσο κρίσιμη, μη χειροπιαστή αλλά εντελώς πραγματική, μολονότι θεωρητικά εκτός του πλαισίου της εργασιακής σχέσης, είναι η συνολικότερη εξουσία που ασκούν πάνω μας οι εργοδότες μας; Πόσο μαζί με την εργασιακή μας δύναμη εκείνο που κατεξοχήν εκχωρούμε σε εργοδότες, προϊστάμενους, αφεντικά είναι η υποτέλειά μας; Πόσο ο μισθός αγοράζει εκτός από την εργασία μας και την υποταγή μας; Και σε ποιον βαθμό τελικά όλο αυτό είναι εξαναγκασμός και σε ποιον επιλογή ζωής, στάθμισμα των εκατέρωθεν υπέρ και κατά;

Υπάρχει εδώ μια πολύ γόνιμη ιδέα προς εξερεύνηση; Και με το παραπάνω. Τη στενεύω μάλιστα περιορίζοντάς την στο εργασιακό σκέλος; Πιθανότατα ναι, πιθανότατα εδώ οι Λάνθιμος – Φιλίππου θέλουν να ανοίξουν περισσότερο τη βεντάλια της εξάρτησης και της υποταγής, ξεκινώντας και μόνο από τη συγκεκριμένη συνθήκη. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, η ιδέα δεν αναπτύσσεται επαρκώς, ίσως και λόγω του ότι δεν της δίνεται ο χρόνος ταινίας μεγάλου μήκους. Και, ακόμη χειρότερα, εξελίσσεται μάλλον μονοδιάστατα και μάλλον προβλεπόμενα. Κάπως έτσι οι εξελίξεις μοιάζουν συμπιεσμένες, οι κινήσεις των ηρώων μοιάζουν μηχανικές και βεβιασμένες, οι ήρωες είναι περισσότερο πιόνια που εκτελούν σεναριακές και σκηνοθετικές εντολές και λιγότερο άνθρωποι με σάρκα και οστά που όντως βασανίζονται από διλήμματα και έρχονται αντιμέτωποι με τις συνέπειες των επιλογών τους.   

Το παράδοξο βέβαια, αλλά και ταυτόχρονα το εντελώς γοητευτικό, είναι ότι υπάρχει και η συγκεκριμένη διάσταση της ιστορίας: κάποια στιγμή ο Πλέμονς θέλει να κάνει μια σημαντική ανακοίνωση στον Νταφόε, ο οποίος τον περιμένει καθιστός στο σαλόνι του σπιτιού του. Μπαίνει και του την κάνει όρθιος. Ο Νταφόε (που δεν του αρέσει αυτό που αρχίζει να ακούει) τον διακόπτει και του λέει ξαναμπές στο δωμάτιο και αυτή τη φορά κάτσε πριν μου το πεις. Όταν τον υπακούει, του λέει, όχι τελικά δεν λειτουργεί έτσι, καλύτερα ξαναμπές και ξαναπές το όρθιος. Εδώ ο Νταφόε δεν είναι ο εργοδότης του, εδώ είναι εντελώς ο σκηνοθέτης του που του λέει να γυρίσουν ξανά και ξανά την ίδια σκηνή.  

 

 

Στη δεύτερη ιστορία ο Τζέσι Πλέμονς είναι μπάτσος, η Έμα Στόουν είναι η γυναίκα του που αγνοείται για λίγο καιρό σε κάποιο θαλάσσιο ατύχημα. Του λείπει αφόρητα, ελπίζει ότι δεν έχει πεθάνει και ότι θα τη βρουν. Τη βρίσκουν. Γυρίζει πίσω. Ποια είναι όμως αυτή η γυναίκα που γύρισε; Είναι σίγουρα η γυναίκα του; Εκείνος αρχίζει να μην είναι καθόλου μα καθόλου σίγουρος. Και να ενεργεί ανάλογα. 

Mετά την καθολική αναγνώριση της «Ευνοούμενης», ο Λάνθιμος ξαναβρίσκει τον Φιλίππου και υπογράφει το μικρού μήκους “ΝΙΜΙC”, μετά την καθολικότερη αναγνώριση του “Poor Things”, έχουμε μέσα στις «Ιστορίες Καλοσύνης» αυτήν εδώ τη δεύτερη ιστορία, που θα μπορούσε να είναι μια παραλλαγή και μια επέκταση του “ΝΙΜΙC”. Σε ένα μικρό σχόλιο τότε για το “ΝΙΜΙC”, έγραφα ότι μέσα σε έναν χρόνο, δημιουργοί από διαφορετικές γωνιές του πλανήτη, ο Τζόρνταν Πιλ με το “US”, o Mπονγκ Τζουν-χο με τα «Παράσιτα» και τώρα οι Λάνθιμος – Φιλίππου, φλερτάρουν με μια παρόμοια ιδέα: τι θα γινόταν αν μια μέρα τα σπίτια ευκατάστατων ανθρώπων που ζούνε μια τακτοποιημένη ζωή έρχονταν να τα καταλάβουν άλλοι, παίρνοντας τη θέση τους, διεκδικώντας για τον εαυτό τους το δικαίωμα να πουν ότι εσύ είμαι εγώ, η θέση σου είναι δική μου, η ζωάρα σου είναι δική μου; Ταξικοί και ταυτοτικοί εφιάλτες.

Ο Πλέμονς δεν ζει ζωάρα, το όλο ζήτημα του είναι ότι αυτό το πλάσμα δεν είναι η γυναίκα του, ότι η γυναίκα του δεν είναι πια η γυναίκα που ήξερε, δεν είναι πια η γυναίκα του. Ας πούμε ότι σε επίπεδο αρχικής σύλληψης το “Ιnvasion of the Body Snatchers” συναντά το «Κορίτσι που Εξαφανίστηκε». Πώς αναπτύσσεις μετά όμως τη συγκεκριμένη ιδέα στο σύμπαν των ΛάνθιμουΦιλίππου;

Ενώ και στις τρεις ιστορίες υπάρχουν στιγμές απροσδόκητου και λοξού και πανέξυπνου χιούμορ, στη συγκεκριμένη ο τόνος του χιούμορ είναι πιο ανεβασμένος, με ατάκες και σκηνές που προκαλούν γέλιο. Και η συγκεκριμένη ιστορία είναι η μόνη εκ των τριών που μοιάζει να το σκάει προς απροσδόκητα μονοπάτια δραματουργικής ελευθερίας, όχι βέβαια επειδή οι άλλες δύο είναι συμβατικές, αλλά επειδή κινούνται σε οικεία σε μας από το παρελθόν των δημιουργών τους αντισυμβατικά μονοπάτια. Όταν για παράδειγμα σκηνές αστυνομικού ελέγχου ξεφεύγουν τελείως, όταν ακόμα καλύτερα αρχίζουν διηγήσεις για σκύλους, τότε πλησιάζουμε και την ευφορία, γιατί υπάρχει μια ξαφνική αλλαγή οπτικής γωνίας, που μοιάζει έτοιμη να τα κάνει όλα μπάχαλο, ανατινάζοντάς τα στον αέρα. 

Δυστυχώς κρατάει πολύ λίγο. Δυστυχώς αμέσως μετά επιστρέφουμε στο οικείο, στο γνώριμο, στο αποστασιοποιημένα κλινικό, σε τελετουργίες που έχουμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ξαναδεί, επιστρέφουμε σε ένα φινάλε αλληγορικό και τελικά βαρύγδουπο, βαρύγδουπο ακόμα κι αν θα ήθελε να είναι το αντίθετό του – και όχι, τα σκυλιά στους τίτλους τέλους δεν το σώζουν. Για να λειτουργεί η οποιαδήποτε αλληγορία θα πρέπει στο πρώτο επίπεδο της ιστορίας οι ήρωες να κινούνται εντός ενός πλαισίου πειστικότητας, θα πρέπει να έχουμε πειστεί ότι αυτό που τους συμβαίνει όντως τους συμβαίνει, ακόμα κι αν συμβαίνει μόνο στο μυαλό τους. Και εδώ τα genres συχνά βοηθούν για να στηθούν τέτοια πλαίσια.

Το φινάλε δηλαδή θα ήταν ίσως ταιριαστό για τη «Ζώνη του Λυκόφωτος», άντε και για το “Black Mirror”, αλλά εκεί θα είχες αναπτύξει ως θεατής άλλη σχέση με την ιστορία και τους ήρωες και το είδος της αφήγησης που παρακολουθείς, εκεί θα ήταν συνεπές. Εδώ είναι ένα τελευταίος άσος απ’ το μανίκι, ένα πάρτε ένα τελευταίο mindfuck για το σπίτι. 

Μα, έστω κι έτσι, αν σκαλίσουμε την αλληγορία δεν θα βρούμε μέσα της ζουμί; Πιθανότατα, ναι. Και ζουμί θα βρούμε και να θεωρητικολογήσουμε μπορούμε στο τι ήθελε τελικά να πει. Αλλά δεν είναι αυτοί οι κανόνες του παιχνιδιού της αφήγησης και της αλληγορίας και ακόμα χειρότερα δεν έχουμε εν προκειμένω μια ανατροπή τους που προσπαθεί να εισηγηθεί νέα πράγματα, αντίθετα έχουμε επανάληψη μοτίβων από το παρελθόν, χωρίς διερώτηση αν έχει απομείνει κάποιο έδαφος να πατήσουμε και να στηριχτούμε στον Πλέμονς ή στην Στόουν, ώστε να δούμε στον τρόπο συμπεριφοράς του ενός ή της άλλης κάτι από εμάς τους ίδιους. 

 

 

Στην τρίτη ιστορία, έχουμε μια μικροαίρεση, μια μικροσέχτα, που ομνύει στην καθαρότητα και την ενδογαμία, έχοντας ως βασικό φόκους να βρει την εκλεκτή που ανασταίνει ανθρώπους. Υπάρχουν μάλιστα συγκεκριμένες παράμετροι που πρέπει να πληροί η εκλεκτή (να έχει μια δίδυμη αδελφή που έχει πεθάνει, να έχει συγκεκριμένο σωματότυπο και διαστάσεις). Η Έμα Στόουν έχει αφήσει τον σύζυγο και το μικρό κοριτσάκι της και ψάχνει μαζί με τον Πλέμονς να τη βρουν, ενώ ο Γουίλεμ Νταφόε είναι ο αρχηγός της σέχτας με ελαφριά μάσκαρα στα μάτια και η Χουνγκ Τσάο η σύντροφός του, oνόματι Άκα, σαν τη χήνα του Νιλς Χόλγκερσον. Ή ίσως όχι σαν αυτήν.

Εν πάση περιπτώσει η Έμα Στόουν ψάχνει να βρει την εκλεκτή, παθαίνει κάτι ενδιάμεσα, κάπου προς το τέλος θα αρχίσει να χορεύει. Οριακά ξεκάρφωτα, αλλά χαλάλι. Δεν έχει πάει τόσο καλά ως τώρα η συγκεκριμένη ιστορία, είναι η πιο αδύναμη απ’ τις τρεις, αλλά τουλάχιστον η Έμα χορεύει. Κάτι ψιλεοευφορικό πάει για μια στιγμή να δημιουργηθεί κι εδώ. Και αμέσως μετά, άλλη μια τελική επιλογή που μου μοιάζει φτηνή, εύκολη, και ίσως για πρώτη φορά στο σινεμά του Λάνθιμου όχι ιδιοπρόσωπη, ίσως για πρώτη φορά στο σινεμά του Λάνθιμου μοιάζει (μοιάζει σε εμένα τουλάχιστον) να έρχεται και από ένα σινεμά του οποίου έχει περάσει η ημερομηνία λήξης και που κυρίως δεν είναι το δικό του σινεμά. Όταν πέσουν οι τίτλοι του τέλους μη φύγετε αμέσως, τουλάχιστον περιμένετε να δείτε τον RMF να τρώει το σάντουιτς του, όπως σας προϊδέασε ο τίτλος.  

Ο «Αστακός» είναι τόσο μεγάλη ταινία, επειδή δεν αρκέστηκε στην αρχική συναρπαστική του ιδέα, αλλά την έσκαψε και την πλάτυνε και τη βάθυνε, και την πήγε πιο πέρα και την ανέτρεψε και μετά την ανέτρεψε ξανά, δημιουργώντας αντιτιθέμενες δυνάμεις και δυναμικές και αναπτύσσοντας μέσα της δυο χαρακτήρες με τους οποίους συνδεθήκαμε. Η τρίτη ιστορία είναι σαν ένας εν δυνάμει «Αστακός» που δεν γεννήθηκε προκειμένου να αναπνεύσει κανονικά, που χάθηκε κάπου πρόωρα, κάπου στην κύηση, πριν προλάβει να ολοκληρωθεί. Ο «Αστακός» έχτισε έναν ολόκληρο και πλούσιο κόσμο πάνω στην ιδέα του, εδώ είναι σαν να ξεπετάχτηκε κάτι και δεν είναι μόνο η χρονική διάρκεια που εξηγεί το ξεπέταγμα, αλλά ίσως μια υπεροψία των δημιουργών απέναντι στο ίδιο τους το υλικό, το οποίο το αντιμετωπίζουν σαν αστείο, αστείο όμως εγκεφαλικό, ψυχρό, σχεδόν ιδιωτικό, αστείο απ’ το οποίο παίρνουν αποστάσεις σαν να αρκούνται στην ευρηματικότητα της ιδέας και να θεωρούν ότι το να έμπαιναν στα αλήθεια μέσα στην ιστορία θα ήταν κατώτερό τους.

 

 

Ένα τρίπτυχο ιστοριών, σαν αντίστροφοι «Κυνόδοντες». Ιστορίες δεσμών, ιστορίες εξαρτήσεων, ιστορίες αποβολών, ιστορίες αντιστάσεων στις αποβολές. Φύγε από την εύνοιά μου, φύγε από την αγάπη μου, φύγε από τις τάξεις μας. Δεν σε θέλουμε πια εδώ. Ναι, αλλά εγώ δεν θέλω να φύγω, ναι, αλλά εγώ θέλω να μείνω, ναι, αλλά εγώ θέλω να επιστρέψω. Με κάθε τίμημα. Το πρόβλημα με τις «Ιστορίες Καλοσύνης» δεν είναι ότι δεν έχουν πολύ ενδιαφέροντα πράγματα να πουν, το πρόβλημα είναι ο τρόπος που επιλέγουν να τα πουν. 

Και το πρόβλημα δεν είναι η επιστροφή του Γιώργου Λάνθιμου σε ένα παλιότερο αφηγηματικό ιδίωμα και στυλ, -το οποίο άλλωστε με την καταλυτική συμβολή του Ευθύμη Φιλίππου μας έχει δώσει και υποδειγματικές ταινίες – σημεία αναφοράς (όπως ο «Αστακός» και ο «Κυνόδοντας») μαζί με τις λιγότερο ικανοποιητικές («Θάνατος του Ιερού Ελαφιού», «Άλπεις») -, το πρόβλημα δεν είναι καν η επανάληψη ή η συχνή αυτοαναφορικότητα, δεν είναι καν ότι δεν εξελίσσουμε το ιδίωμα ένα βήμα μπροστά, είναι ότι μάλλον το πάμε και πίσω, είναι ότι παρουσιάζονται χειρότερες εκδοχές του προηγούμενου σύμπαντος, είναι ότι οι «Ιστορίες Καλοσύνης» σου δίνουν την αίσθηση πως το συγκεκριμένο ιδίωμα πλησιάζει επικίνδυνα στα όρια εξάντλησής του.

Υπάρχει όμως και μια άλλη εκδοχή, η εκδοχή που προτιμώ αλλά και που μαζί πιστεύω: επειδή οι ιδέες παραμένουν εκρηκτικά δυνατές και επειδή εκτός από τις ιδέες υπάρχει και τεράστιο ταλέντο και κατακτημένη γνώση στο πώς να δημιουργούνται ιστορίες που δεν θυμίζουν οτιδήποτε άλλο οποιουδήποτε άλλου, εκείνο που ίσως χρειάζεται είναι μια αλλαγή στάσης και ματιάς απέναντι στο ίδιο μας το υλικό, στο πώς θα σταθούμε αυτοκριτικά ως δημιουργοί απέναντί του, στο πώς θα δοκιμάσουμε να αξιοποιήσουμε τον πλούτο του αλλιώς, στο πώς θα επιχειρήσουμε καλλιτεχνικά να φτάσουμε στην πηγή όλων εκείνων που μας ερεθίζουν και μας τσιγκλάνε, μέσα από δρόμους που δεν παίρναμε ως τώρα. Κι ίσως δεν υπάρχει τίποτα πιο αντισυμβατικό και ριζοσπαστικό απ’ αυτό, απ’ το να τολμήσουμε δηλαδή να πάρουμε δρόμους που μας προκαλούσαν ως τώρα αλλεργία, επειδή έμοιαζαν κοινότοποι και συμβατικοί. Αν όμως δεν μπολιάσουμε τους δρόμους αυτούς εμείς με τη δική μας αλήθεια, διαύγεια και γενναιότητα, τότε ποιοι;  

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.