Όταν ήταν νέος, ο Όσκαρ Ρεστρέπο έβγαλε μια ποιητική συλλογή που βραβεύτηκε. Αντί όμως αυτή να ήταν η αρχή μιας λαμπρής καριέρας, ήταν το αποκορύφωμά της. Δύο βιβλία κατάφερε να βγάλει όλα κι όλα, μετά ποιος ξέρει τι έγινε, ίσως στέρεψε, ίσως γενικώς δεν, πάντως τον πήρε συνολικά η κάτω βόλτα, και τώρα, όχι πια νέος, αλλά μεσήλικος και δη παρατημένος, ζει με τη μαμά του, βασικά εκείνη τον ζει δηλαδή, είναι άνεργος, διαζευγμένος, αποξενωμένος από την έφηβη κόρη του, αλκοολικός, ακόμη όμως επηρμένος, αλλά και μαζί ματαιωμένος και πικρόχολος. Ίσως αν είχε αυτοκτονήσει κι εκείνος νέος, με μια σφαίρα στην καρδιά, σαν τον Χοσέ Ασουνσιόν Σίλβα, τον αγαπημένο του Κολομβιανό ποιητή, να είχε προλάβει την παρακμή του, και επίσης ίσως η ποιητική του αξία (και άρα και η καθολική του αξία) να είχε καταγραφεί αλλιώς στη συνείδηση των ανθρώπων. Έκανε όμως το λάθος να συνεχίσει να ζει και τώρα είναι αυτόπτης μάρτυς της κατάρρευσής του.
Στα χαρτονομίσματα των 50.000 πέσος απεικονίζεται ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Στο εν δέκατο της αξίας του και στα χαρτονομίσματα των 5.000 πέσος συναντά κανείς το πρόσωπο του Χοσέ Ασουνσιόν Σίλβα. Μια φιγούρα που συναντάμε και στην αφίσα που κοσμεί το δωμάτιο του Όσκαρ, καθώς ο Σίλβα τον κοιτά επιτιμητικά που δεν αυτοκτόνησε εγκαίρως. Ο Όσκαρ ξέρει πια ότι το δικό του πρόσωπο δεν θα μπει σε κανένα χαρτονόμισμα. Από την άλλη όμως ποτέ δεν ξέρεις. Ποιητής είναι, άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών είναι, δεν γίνεται να μην ξέρει ότι μέσα του έχει κάτι που δεν έχει κανείς άλλος και το οποίο ίσως μια μέρα βγει στο φως. Αλλά δεν φαίνεται να γράφει καθόλου πια. Υπάρχουν πρωινά που ξυπνάει στον δρόμο έχοντας κοιμηθεί εκεί σκνίπα.
Έχει βέβαια επενδύσει σε Αφρικανούς πρίγκιπες και παγκόσμιες τράπεζες που θα του επιστρέψουν πίσω την επένδυσή του επί χίλια και επί ένα εκατομμύριο. Τότε θα γεμίσει το δωμάτιο του με άπειρα χαρτονομίσματα με Μάρκες και Σίλβα, αλλά για κάποιο λόγο όλο καθυστερεί αυτό κι όλο του ζητούν να επενδύσει κι άλλα ή έστω να δώσει τα στοιχεία του λογαριασμού του. Η αδελφή του προσπαθεί να τον βγάλει απ’ τη μαύρη τρύπα στην οποία έχει πέσει και να του βρει δουλειά καθηγητή σε ένα γυμνάσιο, εκείνου του πέφτει λίγη μια τέτοια δουλειά, αλλά τελικά δεν έχει άλλη επιλογή και αναγκάζεται να ρίξει τα μούτρα του.

Και να που εκεί τον επισκέπτεται η έμπνευση για το magnum opus του. Είναι πια έτοιμος να συνθέσει το αριστούργημά του. Δεν θα αποτελείται από λέξεις. Όχι δικές του τουλάχιστον. Στη σωρεία των μαθητών του που δεν ενδιαφέρονται για ποίηση, θα του υποδείξουν μια κοπέλα που γράφει ποιήματα. Ο Όσκαρ δείχνει ενδιαφέρον. Διαβάζει το τετράδιό της. Δεν έχει μόνο εξαιρετικά ποιήματα, είναι ταυτόχρονα γεμάτο και με ζωγραφιές. Είναι κάπως σαν παλιό κοριτσίστικο λεύκωμα. Μαγεύεται. Λέει για εκείνη στους ομοτέχνους του που τρέχουν και μια σχολή ποιητών και διοργανώνουν κι ένα φεστιβάλ. Η ανάδειξή της θα είναι το μεγάλο έργο της ζωής του. Γιατί η ίδια ούτε επίγνωση πόσο καλά γράφει έχει, ούτε κάποιο απωθημένο να αναδειχθεί στους ποιητικούς κύκλους. Αν το τετράδιό της δεν έπεφτε στον δρόμο του, δεν θα μάθαινε κανείς για τα ποιήματά της.
Και για να είμαστε δίκαιοι απέναντί του, δεν είναι ο Όσκαρ που κάνει λόγο για magnum opus, είναι ο μεσότιτλος του κεφαλαίου της ταινίας που το λέει, αποδίδοντάς στον πρωταγωνιστή της τις συγκεκριμένες προθέσεις. Αλλά ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι το κίνητρό του δεν είναι σκέτα ευγενές αλλά έχει κάτι εγωιστικό στο να λες ότι εγώ την βρήκα, εγώ την ανέδειξα κλπ, πρόκειται για έναν υγιή εγωισμό, όπως υγιές είναι να κάνουμε οτιδήποτε μας κάνει να νιώθουμε καλά, όσο δεν βλάπτει τους άλλους. Πολύ περισσότερο όταν αυτό που κάνουμε βοηθάει, όπως εδώ, τους άλλους.
Κι ο Όσκαρ ζει φτωχικά, αλλά το σπίτι της μαθήτριάς του βρίσκεται σε άλλα επίπεδα φτώχειας. Εκείνος ζει μόνο με τη μητέρα του, η μαθήτρια ζει με τη γιαγιά της, τον θείο της, τα πολλά αδέλφια της, οι αδελφές της κάνουν παιδιά από έφηβες, υπάρχουν και μωρά στο σπίτι, μπαμπάς δεν υπάρχει πουθενά, η μαμά για να συντηρεί την οικογένεια δουλεύει όλη την εβδομάδα ως εσωτερική οικιακή βοηθός σε σπίτι πλουσίων και στο δικό της είναι επισκέπτης. Πόσο ιδιότροποι είναι καμιά φορά οι Θεοί της ποίησης και οι μούσες και επέλεξαν ως εκλεκτή τους εκείνη και τα τεράστια αντιποιητικά της νύχια, εκείνη που της αρέσει να γράφει ποιήματα αλλά ως εκεί, κάτι παραπάνω δεν την ψήνει, εκείνη θέλει να μάθει να κάνει νύχια και μακιγιάζ. Το θέλει για να μπορεί να ζει, γιατί από τα δεκάδες εκατομμύρια ποιητών στον κόσμο απειροελάχιστοι ζουν από το έργο τους; Μάλλον όχι μόνο για αυτό. Έχει το χάρισμα, αλλά δεν του δίνει και τόσο σημασία, δεν την αφορά το συμβολικό του κεφάλαιο. Υπάρχει άραγε κάτι πιο σκανδαλώδες απ’ αυτό; Είναι ποτέ δυνατόν να μην σε νοιάζει τόσο; Τότε γιατί εμάς μας νοιάζει τόσο πολύ, τότε γιατί στη δική μας κλίμακα αξιών το να είσαι ένας δυνάμει μεγάλος δημιουργός στις τέχνες και τα γράμματα είναι το νόημα των νοημάτων και η αξία των αξιών;
Πότε όμως είναι κανείς ποιητής; Το παράδοξο είναι ότι πρόκειται για μια ταυτότητα που αποδίδεις ο ίδιος στον εαυτό σου. Δεν θα στην αποδώσουν οι άλλοι. Είναι μια απόφαση που παίρνεις εσύ. Εσύ θα αναγνωρίσεις τον εαυτό σου και θα πεις προς τα έξω, κοιτάξτε, εγώ είμαι ποιητής. Ποιητή δεν σε κάνουν από μόνα τους τα ποιήματα που γράφεις, ακόμα και οι ποιητικές συλλογές που τυχόν εκδίδεις. Ποιητής είσαι όταν αυτοαποκαλείσαι ποιητής. Έτσι, ακόμα κι αν η κοπέλα γράφει καλύτερη ποίηση από τον Όσκαρ, αφού δεν νιώθει ποιήτρια, υπ’ αυτή την έννοια τελικά δεν είναι. Ποιήτρια θα είναι, όταν, ακόμα κι αν γίνει νυχού, θα αρχίσει να δηλώνει προς τα έξω ότι είναι και ποιήτρια. Εκείνος, ακόμα κι αν έχει να γράψει δεκαετίες, νιώθει ποιητής, δηλώνει ποιητής, είναι ποιητής.
Στη ταινία θα συναντήσουμε και τον μικρόκοσμο των ομοτέχνων του Όσκαρ, φιγούρες ποιητών παύλα παραγόντων, που είτε επειδή ανταποκρίνονται σε στερεότυπα είτε επειδή ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τους βλέπεις και λες, ναι, αυτοί είναι προφανώς ποιητές με την ανωτέρω έννοια. Μάλλον είναι και καλύτεροι ποιητές απ’ τον Όσκαρ, ο ένας τουλάχιστον, σίγουρα όμως κουμαντάρουν πολύ λιγότερο αυτοκαταστροφικά το τιμόνι της ζωής τους απ’ τον Όσκαρ, ξέρουν να κινούνται πολύ λιγότερο αδέξια στη ζωή σε σχέση με τον Όσκαρ, που έχει ένα μεγάλο ταλέντο στο να παίρνει πάντα τις λάθος αποφάσεις.
Βρισκόμαστε στο Μεντεγίν, στον θρυλικό τόπο του Πάμπλο Εσκομπάρ, που σε χαρτονομίσματα μπορεί να μην μπήκε, αλλά χαρτονομίσματα μάζεψε όσα κανείς Κολομβιανός. Στην ταινία δεν θα δούμε καρτέλ, δεν θα γίνει καν νύξη τους, δεν θα δούμε βία, παρά μόνο έναν σαν καρικατούρα ματσίλας τρελαμένο έφηβο (άλλωστε η Κολομβία δεν είναι κι ακριβώς αυτό που ήταν επί Εσκομπάρ), θα δούμε όμως πολλή φτώχεια.
Εκτός από τη σχέση του Όσκαρ με τη μαθήτριά του, βασικός άξονας του «Ένας Ποιητής» είναι η σχέση του με την κόρη του. Η ενοχή του για το πόσο χάλια τα έχει κάνει όλα και εκείνο το τελικά πάρα πολύ απλό που του λέει η κόρη του, ότι, κοίτα, εγώ καλά είμαι, παύω να είμαι καλά όταν έρχεσαι και με ταράζεις, είτε με τις τύψεις σου είτε με όσα άκυρα μου τάζεις πως θα κάνεις, ενώ μπορεί να τα θέλεις μεν αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να βρεις τρόπο να τα κάνεις. Της λέει «Σ’ αγαπώ». Και το εννοεί. Εδώ όμως υπάρχει μια τεράστια παρερμηνεία. Όταν ένας πατέρας λέει ότι αγαπάει το παιδί του, πιθανότατα δεν υποκρίνεται, δεν παριστάνει κάτι, δεν το λέει επειδή πρέπει να το πει. Το τι αισθάνεται όμως είναι ένα πράγμα και το τι συνεπάγεται πρακτικά αυτή η αγάπη ένα άλλο, διαφορετικό. Η πρόταση μπορεί να τελειώνει στο «Σ’ αγαπώ», αλλά η ζωή όχι. Γιατί από εκεί και πέρα αρχίζουν οι διακρίσεις και οι διαβαθμίσεις: Σε αγαπώ αλλά είμαι αδύναμος. Σε αγαπώ, αλλά όχι μόνο δεν μπορώ να σε βοηθήσω αλλά σου είμαι και βάρος. Ή σε αγαπώ αλλά μόνο οικονομικά μπορώ να σε βοηθήσω. Σε αγαπώ αλλά έβαλα πάνω από την αγάπη μου για σένα άλλα πράγματα, πχ την αγάπη για τον εαυτό μου ή το ότι δεν κατάφερα ποτέ να τα βρω με τον εαυτό μου.
Ο Όσκαρ αγαπά την κόρη του αλλά εκ της θέσεώς του, από την αδυναμία του να έχει πάρει τη ζωή στα χέρια του, όχι μόνο καλό δεν της κάνει, αλλά της κάνει και κακό. Αντίθετα, ακόμα κι αν αρχικά δεν νιώθει καμία αγάπη για τη μαθήτριά του αλλά αναγνωρίζει απλώς το ταλέντο της, εκ της θέσεώς του προσπαθεί να την αναδείξει, προσπαθεί να βοηθήσει την ίδια και την οικογένειά της.

Από εκεί και πέρα, την εξέλιξη που παίρνουν τα πράγματα στην ταινία του Σιμόν Μέσα Σότο δεν θα την υπαινιχθώ καν, για να μην κάνω σπόιλερ. Περιορίζομαι μόνο να πω ότι ενώ εκ των πραγμάτων δεν πρόκειται για υποπλοκή, αλλά μάλλον για πολύ δομικό στοιχείο της πλοκής της, δεν ξέρω τελικά πόσο βοηθάει την ταινία και πόσο την λοξοδρομεί.
Υπάρχουν στιγμές που το «Ένας Ποιητής» φλερτάρει με τη φλυαρία, αλλά ανήκει στις ταινίες που τα όποια ελαττώματά του θα ξεχαστούν μετά την προβολή και θα σου μείνει αυτό που μένει μετά τη φλυαρία. Και χωρίς να είναι μια μεγάλη ταινία, είναι σίγουρα αξιοσημείωτη και με τον τρόπο της ουσιαστική.
Ίσως εν τέλει δεν είναι το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο να είσαι ποιητής (ή όποιου άλλου είδους δημιουργός), όσο το να μην είσαι ως άνθρωπος μαλάκας. Και σε αντίθεση με την ιδιότητα του ποιητή που τη δίνεις ο ίδιος στον εαυτό σου, την ιδιότητα του μαλάκα δεν θα τη δώσεις ο ίδιος, θα τη δώσουν οι πράξεις σου, τα κίνητρά σου, θα την κρίνουν οι άλλοι, άλλοτε δίκαια, άλλοτε άδικα. Αν και τελικά είναι μάλλον πολύ πιο εύκολο να συμβούν αδικίες στην κριτική αποτίμηση του ενός ή του άλλου λογοτεχνικού έργου, παρά στην αποτίμηση του τι πάστα ανθρώπου είσαι.
