Tον Καζούο Ισιγκούρο, στον οποίο το 2017 απονεμήθηκε το Bραβείο Nόμπελ Λογοτεχνίας, τον έχουμε συνδέσει στον κινηματογράφο πολύ περισσότερο με την αριστουργηματική μεταφορά του μυθιστορήματος του «Απομεινάρια Μιας Μέρας» (το 1993, από τον Τζέιμς Άιβορι, σε σενάριο Ρουθ Πράουερ Τζαμπβάλα) και πολύ λιγότερο από την έτερη μεταφορά μυθιστορήματός του, του «Μην μ’ Αφήσεις Ποτέ» (το 2010, από τον Μαρκ Ρόμανεκ, σε σενάριο Άλεξ Γκάρλαντ) ή και από το «Αισθάνομαι Ζωντανός» (του 2022, από τον Όλιβερ Χερμάνους), με το οποίο διασκεύασε ο Ισιγκούρο αυτή τη φορά σεναριακά το “Ιkiru” του Ακίρα Κουροσάβα, κερδίζοντας μάλιστα και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ. Με την «Aχνή Θέα των Λόφων», ο Ιάπωνας Κέι Ισικάουα φέρνει στην μεγάλη οθόνη το ομώνυμο και πρώτο μυθιστόρημα του Ισιγκούρο που εκδόθηκε. Η ταινία προβλήθηκε στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του περσινού Φεστιβάλ των Καννών και το αποτύπωμα που θα αφήσει θα είναι πολύ πιο κοντά στο αχνό του «Μην μ΄ Αφήσεις Ποτέ» παρά στο διαπεραστικό του «Απομεινάρια Μιας Μέρας».

Ο Ισιγκούρο γεννήθηκε στο Ναγκασάκι στα τέλη του 1954, κοντά δέκα χρόνια μετά την πτώση της δεύτερης ατομικής βόμβας, έχοντας το λίαν αμφίβολο προνόμιο να έχει ως τόπο γέννησης αλλά και ως τόπο στον οποίο πέρασε τα πρώτα (έξι) χρόνια της ζωής του, μια πόλη που είδε πολλές δεκάδες χιλιάδες κατοίκους της (κάπου ανάμεσα στο 22% και το 32% του πληθυσμού της) να εξοντώνονται. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι η ατομική βόμβα ήταν απαραίτητη για να τελειώσει ο Β’ Παγκόσμιος και να παραδοθεί η Ιαπωνία, χρειαζόταν άραγε και δεύτερη; Επίσης είναι ένα πράγμα η γενική απόφαση (θα ρίξουμε ατομικές βόμβες στη χώρα) και ένα διαφορετικό η ειδική, των ειδικών τόπων στους οποίους θα τη ρίξουμε, γιατί όπως και να το κάνουμε αφορά το ποιοι συγκεκριμένοι άνθρωποι θα πεθάνουν και θα μολυνθούν και ποιοι όχι. Ποιος μπορεί να παίρνει άραγε τέτοιες αποφάσεις παίζοντας τον Θεό και τον Χάροντα και με ποια κριτήρια; Με την «Οδύσσεια» ο Νόλαν μπορεί να πήρε αρκετά μεγάλες δημιουργικές ελευθερίες σε σχέση με τα ομηρικά έπη, στον «Οπενχάιμερ» όμως δεν έβγαλε από το μυαλό του την καθοριστική παρέμβαση του Υπουργού Πολέμου των ΗΠΑ Χέρνι Στίμσον, ο οποίος ανέτρεψε τον αρχικό σχεδιασμό που έλεγε μια βόμβα θα έπεφτε στο Κιότο. Δεν ήθελε να πέσει στο Κιότο, γιατί είχε κάνει ταξίδι του μέλιτος εκεί και είχε αναμνήσεις που θα του χαλούσαν τη ζαχαρένια. Κι έτσι αντί να πεθάνουν και να μολυνθούν στο Κιότο, πέθαναν και μολύνθηκαν στο Ναγκασάκι. 

Παρόλα αυτά, ευτυχώς ή δυστυχώς, αλλά τελικά ευτυχώς, η ζωή πάντα συνεχίζεται. Ακόμη και μετά την ατομική βόμβα. Αλλά στην περίπτωση αυτή με στρεβλώσεις, παρενέργειες, απωθήσεις, με τη βαριά σκιά της βόμβας παρούσα και ταυτόχρονα εξορκισμένη: οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους, oι μολυσμένοι κάπου στο ενδιάμεσο. 

Σε ηλικία έξι ετών η οικογένειά του Ισιγκούρο μετακόμισε στην Αγγλία, που έγινε η πατρίδα του και στην οποία έκτοτε ζει. Η «Αχνή Θέα των Λόφων» περιγράφει την ιστορία μιας άλλης οικογένειας που μετακόμισε από το Ναγκασάκι στην Αγγλία, την ίδια περίπου εποχή. Η Νίκι είναι στην ηλικία του Ισιγκούρο και ζει στον τόπο του και στην εποχή που βγαίνει το μυθιστόρημα. Προσπαθεί να μάθει γιατί η μαμά της άφησε την Ιαπωνία και ήρθε στην Αγγλία. Η ταινία πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο 1982 και το 1955. Η Νίκι έχει μια μεγαλύτερη αδελφή που αυτοκτόνησε, μια αδελφή που δεν ήταν τόσο απρόβλεπτο ότι θα αυτοκτονούσε. Η μαμά της αρχίζει να διηγείται για το γάμο της στην Ιαπωνία, την εγκυμοσύνη της, τον πεθερό της, αλλά σε μεγάλη έκταση και για τη γνωριμία της και τη σχέση της με μια άλλη γυναίκα. Εκείνη η άλλη γυναίκα μολύνθηκε σε ένα βαθμό από την βόμβα, όπως άλλωστε και η κόρη της. Ζει μόνη της μαζί της, σε ένα μεταίχμιο τοπικό και υπαρξιακό, δεν της φέρεται με τρυφερότητα, το σχέδιο της και η ελπίδα της είναι να μεταναστεύσουν μαζί στις ΗΠΑ, όπου θα την πάρει ένας στρατιώτης, μέλος του στρατού που έριξε τη βόμβα. Προβληματικά παιδιά και προβληματικές μαμάδες από την μια, εντάξει παιδιά και εντάξει μαμάδες από την άλλη. Και μια εξ ορισμού αφύσικη εποχή που ρίχνει τη στρεβλωμένη της σκιά πάνω σε όλα. 

Ό,τι λειτουργεί στο βιβλίο του Ισιγκούρο και σε λογοτεχνικό επίπεδο, αποτυγχάνει να λειτουργήσει στην κινηματογραφική του μεταφορά. Όσο κι αν πρόκειται για διαφορετικά μέσα, όσο κι αν πάντα θα υπάρχουν πράγματα που μόνο η λογοτεχνία θα μπορεί να πει με τη γλώσσα της και μόνο ο κινηματογράφος με τη δική του, εν προκειμένω πάντως δεν είναι ζήτημα εγγενές, ασυμβατότητας των μέσων και αδυναμίας του σινεμά να μεταφέρει την ουσία της λογοτεχνίας. Είναι ζήτημα του μεταφορέα, με αποτέλεσμα ο Κέι Ισικάουα να παραδίδει μια ταινία που δεν παρακολουθείται δυσάρεστα μεν, αλλά ταυτόχρονα ούτε και με κανέναν ενθουσιασμό. Η «Αχνή Θέα των Λόφων» είναι μια ταινία που πατάει σε κάτι σημαντικό, φιλοδοξώντας να είναι σημαντική και έχοντας και η ίδια αυτή την εντύπωση για τον εαυτό της. Μια εντύπωση όμως που είναι εσφαλμένη. Βάσει του σκεπτικού της Σουηδικής Ακαδημίας για την απονομή του Νόμπελ, ο Ισιγκούρο στο έργο του ξεσκέπασε την άβυσσο που χάσκει κάτω από την ψευδαίσθησή μας ότι είμαστε συνδεδεμένοι με τον κόσμο. Η λεπτότητα, οι ενδιάμεσοι χώροι, οι αμφισημίες και οι γκρίζες ζώνες της λογοτεχνίας, δίνουν τη θέση στη χοντράδα της τελικής αποκάλυψης του μυστικού της ταινίας.