O Τόνι Σερβίλο βρίσκεται για μια ακόμη φορά σε πρωταγωνιστικό ρόλο μπροστά στην κάμερα του Πάολο Σορεντίνο, υποδυόμενος στο «Μεγαλείο» (αν και πολύ πιο κατάλληλος για ελληνικός τίτλος θα ήταν το «Χάρη», που είναι και η αυθεντική μετάφραση του ιταλικού) τον Πρόεδρο της Ιταλίας. Μπαίνει στο τελευταίο εξάμηνο της επταετούς προεδρικής του θητείας, γεγονός που βάσει του Ιταλικού Συντάγματος έχει ως συνέπεια ότι πλέον οι δυνατότητές του να αποτελεί τον ρυθμιστή του πολιτεύματος είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Πρόλαβε όμως -μαθαίνουμε- στα εξίμιση χρόνια που προηγήθηκαν, μένοντας πιστός στο πνεύμα και το γράμμα του Συντάγματος, να επιλύσει έξι κυβερνητικές κρίσεις, να φύγει από το προσκήνιο ο παλιάτσος πολιτικός που τις προκαλούσε, να επικρατεί επιτέλους κυβερνητική σταθερότητα. Τι του απομένει λοιπόν; Δύο βασικές εκκρεμότητες.

Η πρώτη να υπογράψει ή να μην υπογράψει το κυβερνητικό νομοσχέδιο για την ευθανασία. Έχει ζητήματα και διλήμματα που μπορεί να έχει ο καθένας, έχει κι ένα έξτρα, όντας Ιταλός και -όχι μόνο κατ’ όνομα- Καθολικός. Γενικότερα δυσκολεύεται να καταλάβει πώς είναι να σκοτώνεις «από αγάπη», για εκείνον η αγάπη είναι συνώνυμο της ζωής και όχι του θανάτου. Σε ποιον ανήκουν όμως οι μέρες μας; Σε θεωρητικά κατασκευάσματα και ιδέες; Στον Θεό; Σε εμάς που υποφέρουμε; Σε εμάς που δεν μας έχει απομείνει σχεδόν τίποτα από ό,τι κάποτε συνιστούσε τον εαυτό μας; Στους στενούς συγγενείς και φροντιστές μας που είναι οι παράπλευρες απώλειες και βλέπουν τις δικές τους ζωές να ρημάζουν μαζί μας; Από την άλλη, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι όντως τα κίνητρα στη θέσπιση του συγκεκριμένου νόμου είναι τα ευγενικότερα, υπάρχει η θεωρία τoυ ολισθηρού δρόμου, του κατήφορου: ο φόβος δηλαδή ότι αν ξεκινήσει νομοθετικά να αποϊεροποιείται και να σχετικοποιείται το δικαίωμα στη ζωή, θα έρθουν μελλοντικά περαιτέρω εκπτώσεις του. Ο Πρόεδρος αμφιταλαντεύεται έντονα, ξέροντας ότι για τον ίδιο δεν υπάρχει καλό σενάριο: αν υπογράψει το νομοσχέδιο θα τον λένε δολοφόνο, αν δεν το υπογράψει θα τον λένε βασανιστή. 

Η δεύτερη βασική εκκρεμότητα αφορά δύο πιθανές απονομές χάριτος σε καταδικασμένους. Εκ προμελέτης δολοφονίες και οι δύο. Μια νέα γυναίκα που μαχαίρωσε με πολλά χτυπήματα στον ύπνο του τον σύντροφό της που για χρόνια τη βασάνιζε, την κακοποιούσε, την χτυπούσε, της έκαιγε τα μαλλιά, την κλείδωνε σε μια αποθήκη. Κι ένας μεγάλης ηλικίας εκπαιδευτικός που σκότωσε τη γυναίκα του που έπασχε από αλτσχάιμερ και είχε βίαιες εκρήξεις. Σχεδόν όλη η τοπική κοινότητα έχει συνυπογράψει αίτηση να του αποδοθεί χάρη, ο ίδιος όχι, ο ίδιος έχει παρατήσει τον εαυτό του, σχεδόν δεν τρώει και δεν πίνει.  

Ο Πρόεδρος πρέπει να πάρει αποφάσεις. Δεν ήταν ποτέ το καλύτερό του. Το καλύτερό του ήταν προτού κατασταλάξει κάπου να εξετάζει τα ζητήματα όσο πιο διεξοδικά. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι συγγραφέας ενός εμβληματικού και μαζί υπερπολυσέλιδου εγχειριδίου ποινικού δικαίου, στο οποίο αναλύει εξαντλητικά την πολυπλοκότητα του νόμου. Αυτό βέβαια ίσως σεναριακά αντιφάσκει με την πυγμή και τη δεξιοτεχνία που φαίνεται να επέδειξε στον χειρισμό των πολιτικών κρίσεων, αλλά ΟΚ, ας πούμε χαλάλι, σκεπτόμενοι ίσως ότι άλλο τα πολιτικά ζητήματα κι άλλο τα νομικά. 

Kαι οι δύο βασικές εκκρεμότητες κάπως συνδέονται μαζί τους: το δικαίωμα της ζωής, το δικαίωμα της αξιοπρέπειας, θάνατοι από ευσπλαχνία ή από αυτοπροστασία. Πού μπαίνει άραγε το όριο; Γιατί ας πούμε η γυναίκα δεν έφευγε από τον βασανιστή σύντροφό της; Γιατί επέλεξε τον φόνο από τη φυγή; Μπορούσε να φύγει; Τι σημαίνει μπορούσε; Ο Σορεντίνο βάζει τον πρωταγωνιστή του να αποφαίνεται, να δικάζει εντός ή εκτός εισαγωγικών τους υποψήφιους για χάρη και στη μία και στην άλλη περίπτωση. Ας του αναγνωρίσουμε πως, όσο κι αν φαίνεται στις αποφάνσεις του κάπως να μας κατηχεί, είναι ο ίδιος που πρώτος αναγνωρίζει ότι το πεδίο είναι γκρίζο και όχι ξεκάθαρο, ότι το ζήτημα είναι η αμφιβολία κι όχι η βεβαιότητα, η ευθύνη να αποφασίζεις όταν αμφιβάλλεις κι όχι όταν είσαι βέβαιος. Η χάρη (εδώ όχι με τη νομική έννοια του όρου) έγκειται στην ομορφιά της αμφιβολίας μάς λέει. 

Κι άλλωστε η αμφιβολία βαραίνει τον ίδιο στα προσωπικά του μια ζωή. Η γυναίκα του έχει πεθάνει πριν οκτώ χρόνια (και δεν μπορεί να ξεπεράσει την απώλειά της), ενώ τον είχε απατήσει πριν σαράντα χρόνια (που κι αυτό δεν έχει μπορέσει να ξεπεράσει). Ή ίσως και να το είχε κάπως ξεπεράσει και να του ξαναβγήκε στην επιφάνεια όταν εκείνη πέθανε, αφού τι άλλο είναι ο θάνατος του πιο αγαπημένου μας ανθρώπου από τη μεγαλύτερη εις βάρος μας προδοσία; Τον τρώει η αμφιβολία όχι για το αν τον απάτησε αλλά για το με ποιον. Είναι μήπως ο παλιότερος και καλύτερος του φίλος και επίδοξος διάδοχός του στην Προεδρία; Παρόλα αυτά παρέμεινε μια ζωή ερωτευμένος μαζί της, μαγεμένος μαζί της, εξαρτημένος από εκείνη. Εκείνη ήταν η εξωστρεφής και κοινωνική του ζευγαριού και η εξωστρέφειά της τον έτρεφε, ακουμπούσε πάνω της, ανέπνεε μέσα της, αναπληρώνοντας τις δικές του ελλείψεις.   

Μολονότι η κόρη του, επίσης εξαιρετική νομικός, είναι η πιο στενή του συνεργάτης στην Προεδρία, μολονότι τρώνε κάθε βράδυ μαζί, μολονότι όλη της τη ζωή μοιάζει να του είναι αφοσιωμένη, εκείνος λέει και ξαναλέει ότι δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει και να μάθει τα παιδιά του, τόσο την κόρη του όσο και τον γιο του που ζει στο εξωτερικό. Κι αυτή είναι ίσως μια πτυχή των οικογενειακών σχέσεων που δεν έρχεται τόσο συχνά στην επιφάνεια: ένα μέλος του ζευγαριού (ή και τα δύο) να είναι τόσο στοχοπροσηλωμένο στο άλλο, ώστε το ζευγάρι να είναι το πρωταγωνιστικό στοιχείο στην οικογένεια, με αποτέλεσμα τα παιδιά να έμπαιναν πάντα σε δεύτερη συναισθηματική μοίρα.

Μετά από δύο ταινίες ξελογιάσμένου βλέμματος προς τη γενέτειρά του, τη Νάπολη, την «Παρθενόπη» του 2024 και «Το Χέρι του Θεού» του 2021, ο Σορεντίνο κλείνεται μαζί με τον ήρωά του στο Προεδρικό Μέγαρο για να αντιμετωπίσουν μαζί τα διλήμματά του, με αποτέλεσμα όμως έτσι πολύ λιγότερα εκθαμβωτικής ομορφιάς πλάνα. Μετά από δύο ταινίες σκοτεινότατων και συγχρόνων του πολιτικών προσωπικοτήτων (εννοείται πως ούτε να διανοηθεί μπορεί κανείς να γινόταν κάτι αντίστοιχο στην Ελλάδα), το “IL Divo” του 2008 για τον Τζούλιο Αντρεότι και το “Loro” του 2018 για τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο Σορεντίνο πλάθει έναν φανταστικό χαρακτήρα, που, έστω κι από τη θέση του Προέδρου, έρχεται να δώσει λίγη ακεραιότητα στην πολιτική ζωή της Ιταλίας. Μετά από δύο ταινίες όπως η «Τέλεια Ομορφιά» του 2013 και η «Νιότη» του 2015, ο Σορεντίνο επιστρέφει ξανά σε εμμονές του, όπως η αντιδιαστολή ελαφρότητας και βάρους στην κουλτούρα και τη ζωή γενικά, το να γερνάς και ο ορίζοντας μπροστά σου να στενεύει, η σχέση του θανάτου με τη ζωή. Κι όσο κι αν το «Μεγαλείο» βάζει πολύ σε πρώτο πλάνο ειδικότερα διλήμματα για τη σχέση της ζωής με τον θάνατο, αρχίζεις σιγά σιγά να καταλαβαίνεις ότι τον απασχολεί εδώ εξίσου καθοριστικά το θέμα των ερωτικών σχέσεων, της αγάπης, των διαδρομών που παίρνει, του εθιστικού της χαρακτήρα, άλλοτε για το καλό κι άλλοτε για το κακό.

Σύντομη μουσική παρένθεση πριν περάσουμε στην παράγραφο του τελικού συμπεράσματος. Από τα πιο γουστόζικα σημεία της ταινίας είναι όταν αυτός ο ακέραιος μεν αλλά βαρύς κι ασήκωτος Πρόεδρος ανακαλύπτει την ραπ του Guè. Αν δεν είστε αυτοτελώς φαν της ιταλικής ραπ, ίσως το όνομά του σας θυμίσει κάτι λόγω της πρόσφατης συνεργασίας του με τον ΛΕΞ. Από την άλλη καθόλου γουστόζικο δεν είναι, αλλά καταντά οριακά αστείο πια, ότι πάλι σε μια σκηνή που είναι προορισμένη ας πούμε να μας κάνει να συγκινηθούμε, θα ακούσουμε το “Οn the Nature of Daylight” του Μαξ Ρίχτερ. Eίχαμε αναφερθεί πριν λίγες εβδομάδες στη συχνότατη χρήση του κομματιού, με αφορμή τη σκηνή κορύφωσης του «Άμνετ». Άντε, να το ακούμε σε κάθε ταινία πια, να γίνει υποχρεωτική η χρησιμοποίησή του. 

Κλείσιμο παρένθεσης και κλείσιμο του κειμένου με το συμπέρασμα. Το κλείσιμο στο Προεδρικό Μέγαρο κάνει τον Σορεντίνο να αποποιηθεί ένα βασικό ατού του κινηματογραφικού του κόσμου, την οπερατική σαγήνη των εικόνων του (η σκηνή με τον Πορτογάλο Πρόεδρο και την άφιξή του υπό την ξαφνική καταιγίδα είναι π.χ. μια εξαίρεση). Έτσι, επί δύο και πλέον ώρες θα στηριχθεί πάρα πολύ στο μπλα μπλα, που ακόμα κι αν αφορά κρίσιμα ζητήματα, έρχονται και στιγμές που κουράζει. Και από όλες τις ιδέες που διαπραγματεύεται είναι πιθανόν να μείνουν πολύ περισσότερο στη μνήμη εικόνες, όπως εκείνες που ο Σερβίλο καρφώνει το βλέμμα του σε υπόπτους για την απιστία της γυναίκας του. Τελικά όμως, όσο κι αν σχεδόν πάντα οι ταινίες του Σορεντίνο δεν είναι αφηγηματικά τα πιο άρτια κατασκευάσματα του κόσμου και όσο κι αν ενίοτε οι ιδέες του φλερτάρουν με το να μας μεταφέρουν από την όπερα στη σαπουνόπερα, το σινεμά του δεν σταλάζει μέσα μας ως το ακριβές άθροισμα των επιμέρους μερών, αλλά ως η υπέρβασή τους, ως κάτι που υπερβαίνει τη νοητική επεξεργασία του τι ήταν αυτό που ήθελε να μας πει και με πόσο συνεκτικό τρόπο μας το είπε. Και η αίσθηση που -σε εμένα τουλάχιστον- αφήνει κάθε φορά το σινεμά του Σορεντίνο, είναι πως ακόμα κι αν δεν έχουμε να κάνουμε με έναν από τους εντελώς κορυφαίους, είναι πάντως και ένας καθόλου αμελητέος κινηματογραφικός δημιουργός της εποχής μας.