Το απόγευμα της Τρίτης ο Γιάννης Οικονομίδης έδωσε Masterclass στη Στέγη, με τίτλο «To φαινόμενο της Σπασμένης Φλέβας» και συντονιστή τον Αργύρη Παπαδημητρόπουλο. Κανείς από τους δυο τους δεν έδειχνε να βαριέται ή να διεκπεραιώνει υποχρέωση (το αντίθετο), η συζήτηση μεταξύ τους αλλά και με το κοινό ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστική και κράτησε αρκετά περισσότερο από το προγραμματισμένο δίωρο. Ακολουθούν επτά σύντομα σημεία:
– 1 –
Αν είχε κάνει την πρώτη ταινία που είχε στο μυαλό του, εμπνευσμένη από ένα αληθινό έγκλημα, με καταδιώξεις στους δρόμους κλπ, θεωρεί πολύ πιθανό να είχε πάρει άλλο δρόμο ως σκηνοθέτης. Εκ του αποτελέσματος ήταν μάλλον σωτήρια η ματαίωση του πρότζεκτ και η κατραπακιά που έφαγε, γιατί τον οδήγησε (μετά από μια μικροταθλιψούλα) στο να φτιάξει το «Σπιρτόκουτο». Και ναι μεν έκανε μια τόσο χαμηλού μπάτζετ ταινία από ανάγκη, αλλά θεωρεί αφενός ότι κάτι βρήκε εκεί, αφετέρου ότι, αν όλα τα υπόλοιπα λειτουργήσουν, μια ταινία γυρισμένη σε τέσσερις τοίχους μπορεί να είναι εντελώς επιδραστική και να μην έχει να ζηλέψει τίποτα από υπερπαραγωγές. Αντιπαραβάλλει προς υποστήριξη του επιχειρήματός του τη «Φθινοπωρινή Σονάτα» του Μπέργκμαν με τη «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν» του Σπίλμπεργκ.
– 2 –
Αναφέρεται ξανά και ξανά στο «Από την Άκρη της Πόλης» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη ως μια ελληνική ταινία που τον είχε εντυπωσιάσει. Την αναφέρει όμως ως εξαίρεση, καθώς κάθε άλλο παρά μασάει τα λόγια του για το ελληνικό σινεμά. Θεωρεί ότι επικρατεί μια φοβική και συντηρητική αντίληψη κι ότι υπάρχει πολλή αυτολογοκρισία με σκοπό τη χρηματοδότηση. Δεν γίνεται όμως έτσι, χρειάζεται τόλμη, δυναμική και ρώμη. Αλλά όλο αυτό ταυτόχρονα να είναι και συγκροτημένο. Να κάνει τον άλλο να θέλει να πληρώσει εισιτήριο για να το δει. Είναι κομβική η επικοινωνία με το κοινό. Είναι ένας κόφτης το κοινό, σε φέρνει αντιμέτωπο με μια ευθύνη. Δεν μπορεί όλη η φιλοδοξία να εξαντλείται στα φεστιβάλ.

– 3 –
Όλα στο σινεμά του ξεκινάνε από το σενάριο. Εκεί θα αποτυπωθεί αρχικά το θέμα που τον απασχολεί και για το οποίο θέλει να μιλήσει με την κάθε συγκεκριμένη ταινία. Και το σενάριο είναι ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο, αλλά όχι κι ένα ιερό Ευαγγέλιο, που άπαξ και τυπωθεί δεν του πειράζουμε λέξη. Μέχρι και την τελευταία στιγμή, μέχρι και στα γυρίσματα, τον απασχολεί η οικονομία του κειμένου, η ακρίβεια των διαλόγων. Αν βρεθεί κάποιος στα γυρίσματα των ταινιών του μπορεί και να τα θεωρήσει κατασκευαστικά αδιάφορα. Γιατί θεωρεί το σινεμά του «μονταζικό», θεωρεί ότι η κινηματογραφική του γλώσσα δεν προκύπτει τόσο από τις κινήσεις της κάμερας όσο από το κόψιμο και ράψιμο των πλάνων. Δεν είναι οπτική η έμφασή του. Όχι μόνο δεν θα επιδιώξει να κάνει γυρίσματα με τους ήρωές του να μιλάνε κάτω από βροχή ή μέσα σε εν κινήσει αυτοκίνητα, αλλά προσπαθεί ήδη από το σενάριο γράφοντας τις σκηνές να το αποφύγει. Θεωρεί ότι κάτι τέτοιο βάζει τεχνικές παραμέτρους που εκείνον ως σκηνοθέτη τον αποσπούν από αυτό που θεωρεί πρωτεύον, το να πάρει δηλαδή σε κάθε πλάνο από τους ηθοποιούς του ό,τι περισσότερο μπορεί ερμηνευτικά. Το ζουμί της ιστορίας που θέλει να πει θα βγει μέσα από τις ερμηνείες. Τους αγαπά τους ηθοποιούς του, τους θαυμάζει, προσπαθεί να τους προστατέψει, τον ενδιαφέρει να περνάνε καλά καθ’ όλη τη διάρκεια δημιουργίας της ταινίας, στις πρόβες και τα γυρίσματα, δημιουργεί μια συνθήκη παρέας από την οποία προκύπτει εμπιστοσύνη.

– 4 –
Βγάζει ένα παράπονο για το ότι (μέχρι πρότινος τουλάχιστον) πολλοί είχαν μια εικόνα για το σινεμά του που δεν είναι αντιπροσωπευτική, ότι οι ταινίες του βασικά έδειχναν κάποιους που απλώς φώναζαν και έβριζαν. Από εκεί και πέρα αναφέρθηκε και σε δύο επιμέρους στοιχεία του έργου του, για τα οποία επίσης έχει γίνει πολλή κουβέντα. Για την μεν επανάληψη του λόγου, τις λούπες, τη μουσικότητα στα μπινελίκια, λέει ότι δεν είναι πάντα σχεδιασμένο από εκείνον, ότι υπάρχουν φορές που έχει προκύψει από τους ηθοποιούς του. Για το χιούμορ των ταινιών του, υπάρχουν σκηνές με τις οποίες εκείνος έχει γελάσει και ίσως ο κόσμος όχι (όπως η περίφημη σκηνή του μασάζ που κάνει ο Λίτσης στον Μουρίκη στην «Ψυχή στο Στόμα»), αλλά και άλλες που συμβαίνει το αντίστροφο και που προέκυψαν όχι από δική του πρόθεση, αλλά ενδεχομένως κι από ατσαλοσύνη,
Δεν θεωρεί ότι κάνει κοινωνικές ταινίες. Δεν θεωρεί ότι κάνει ταινίες που μιλάνε ειδικά για την Ελλάδα. Δηλαδή, ναι, προφανώς κάνει ταινίες για την ελληνική κοινωνία (αλλά και για την ελληνική οικογένεια, αφού τι άλλο υπάρχει στην Ελλάδα από την οικογένεια), ωστόσο τις κάνει επειδή εδώ ζει και αυτό είναι το πεδίο αναφοράς του. Μέσα από αυτές διηγείται τελικά ιστορίες για ανθρώπους, για ανθρώπινες σχέσεις, για την ανθρώπινη φύση, για τα ανθρώπινα όρια, για τις ανθρώπινες πτώσεις. Το ανθρώπινο είναι πάνω απ’ το ελληνικό. Το σινεμά του είναι προσωποκεντρικό, όχι ελληνοκεντρικό.
– 5 –
Και κάνει ταινίες για την εξουσία, για τις εκφάνσεις με τις οποίες εκδηλώνεται. Θεωρεί ότι στα σχολεία θα έπρεπε να διδάσκονται βιβλία με τις σκοτεινές πτυχές της ανθρωπότητας, με εγκλήματα και βαρβαρότητες, για να φαίνεται το τι είναι ο άνθρωπος, το πού μπορεί να φτάσει. Κι εκείνος όταν υπηρετούσε στον Στρατό και βρέθηκε να έχει μια εξουσία, κατάλαβε εκ των υστέρων ότι την άσκησε με τρόπο περίεργο. Ταπεινώσεις κι εξευτελισμοί έχουν συχνότατη παρουσία στο έργο του, γιατί είναι ακριβώς τρόπος εκδήλωσης της εξουσίας, που είναι ιδιαίτερα ευφάνταστη στον συγκεκριμένο τομέα.

– 6 –
Κάνει πάντα σινεμά από το ύψος των ηρώων του. Στέκεται στο δικό τους ύψος και δεν τους κοιτάζει αφ’ υψηλού, με τεντωμένο δάχτυλο και ως πειραματόζωα, όπως για παράδειγμα ο Χάνεκε. Να πηγαίνεις πάντα με τον άνθρωπο, αυτός είναι ο οδηγός του. Υπάρχει κριτική προσέγγιση σε όσα κάνουν οι οι ήρωές του, αλλά όχι από ηθικολογική σκοπιά. Οι καταστάσεις είναι συνήθως εκείνες που τους κάνουν να φέρονται όπως φέρονται. Το ζητούμενό του δεν είναι η κάθαρση, αλλά η μετατόπιση. Η συναισθηματική μετατόπιση του θεατή. Να νιώσει ο θεατής κι όχι να διδαχθεί. Με τις ιστορίες που διηγείται με το σινεμά του, να ακουμπήσει κάτι βαθύτερο μέσα σου. Αυτή είναι η φιλοδοξία του.
– 7 –
Το έβδομο σημείο δεν είναι κάτι από όσα είπε. Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος επέλεξε και μας έδειξε τη σκηνή απ’ τη «Σπασμένη Φλέβα», που η Μαρία Κεχαγιόγλου επιτίθεται λεκτικά στον άντρα της, τον Βασίλη Μπισμπίκη. Η συμπυκνωμένη δύναμη αυτής της σκηνής έχει μια επίδραση (γιατί να φοβηθώ και να τσιγκουνευτώ τη λέξη) συνταρακτική. Αυτό εννοούσε και εννοεί ο Γιάννης Οικονομίδης λέγοντας ότι οι ταινίες πρέπει να περνάνε από πάνω σου.
