«Κι αν τ’ όνειρο έχει ωριμάσει μέσα σου/ κι οι γύρω σου τ’ αρνιούνται/ ψάξε για νέο ορίζοντα» γράφει ο τρόφιμος Δημήτρης Β. «Εμένα πάντα με συγκινούν οι στίχοι αυτοί του Δημήτρη Β., ενός σπάνιου, ξεχωριστού ανθρώπου, ο οποίος τελικά δεν βρήκε ποτέ τον “νέο ορίζοντα” και αυτοκτόνησε.» Μαρία Φαφαλιού
Ο Βασίλης Παχουνδάκης και η Χριστίνα Λυκοτσέτα με το παραστασιακό τους εγχείρημα «Ιερά οδός 343,- Μαρτυρίες από το Δρομοκαΐτειο» που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της Μαρίας Φαφαλιού, μας ξαφνιάζουν θυμίζοντάς μας την -εν πολλοίς ξεχασμένη -αίσθηση θέασης που προσφέρει το «χειροποίητο» θέατρο. Η παράστασή τους αφήνει ένα βαθύ αποτύπωμα πρόσληψης. Και δημιουργεί με τη λιτή του αμεσότητα και τη σκηνική του ευθυβολία μια σχεδόν αντανακλαστική συγκίνηση θέασης, που εξαλείφει τα όποια παραστασιακά του ελαττώματα.
Σε αυτό συντείνει η ανατριχιαστικά καίρια και αναπάντεχη επιλογή της θεματικής τής παράστασης παρμένη από το εξαιρετικό βιβλίο της Μ. Φαφαλιού «ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ 343. Μαρτυρίες από το Δρομοκαΐτειο», το οποίο εκδόθηκε από τον Κέδρο το 1995, και επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια το 2018, και καταγράφει σε 459 σελίδες την εκατοντάχρονη και πλέον ιστορία του εμβληματικού ψυχιατρικού νοσοκομείου συμπεριλαμβάνοντας μελέτες, αναλύσεις, ιστορικά στοιχεία, μαρτυρίες ασθενών και νοσηλευτών ακόμα και ποιήματα των ψυχικά νοσούντων. Θα δανειστεί τον τίτλο του από την ομώνυμη εφημερίδα του Δρομοκαΐτειου με τη σύμφωνη γνώμη της συντακτικής της ομάδας.
Τρυφερή (ίσως και πικρή) λεπτομέρεια: η υπόσχεση του Μάνου Χατζιδάκι να προλογίσει το βιβλίο. Έφυγε από τη ζωή και έτσι αυτός ο πρόλογος δεν θα γραφτεί ποτέ.
Η συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου της θα γράψει: (σελ.14, εκδ.Κέδρος): «Η συνάντησή μου με τους ψυχικά αρρώστους ήταν για εμένα μια αποκάλυψη. Ένας κόσμος πλούσιος σε ατομικές διαφορές, με κοινό γνώρισμα πάντα τη γνησιότητα, την αφοπλιστική ανεπιτήδευση. “Ό,τι χαρακτηρίζει την τρέλα” λέει ο Φιλύρας “είναι ένας απόλυτος και αθώος εγωισμός που αιχμαλωτίζει αδιέξοδα την ψυχή μέσα εις τον ίλιγγον των υποκειμενικών παραισθήσεών της”. Ένας κόσμος πλούσιος, συχνά τόσο διαφορετικός από τη φτώχεια του δικού μας κόσμου, από το πώς βλέπουμε τα πράγματα εμείς “οι φυσιολογικοί”, οι “υγιείς”».
Σε συνέντευξή της για το βιβλίο στον Ν. Πανταζόπουλο στις 11 /11/2018 είχε πει: «Το πιο ισχυρό εφόδιο, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται ίσως, είναι η ζεστασιά, η ευγένεια και η ανάγκη τους να μοιραστούν τα βιώματά τους με κάποιον που ενδιαφέρεται. Από την άλλη πλευρά, διατηρώ κι έναν θυμό για τις πόρτες που παρέμεναν κλειστές χωρίς ουσιαστικό λόγο. Πολλές φορές ήθελα να τις κλοτσήσω. Ένα τείχος». […]Οι περισσότερες οικογένειες των ανθρώπων αυτών, ιδιαίτερα στο παρελθόν, όχι μόνο τους ξεχνούσαν αλλά τους εγκατέλειπαν κιόλας. Κάποτε, στη Λέρο, ήταν οι “αζήτητοι”. Έτσι ονόμαζαν όσους δεν είχαν δεχτεί επισκεπτήριο για έναν χρόνο».
Συντελεστές:
Την πολύτιμη όσο και πικρή αυτή καταγραφή θα μετατρέψει σε σκηνικό γεγονός ο Βασίλης Παχουνδάκης που θα σκηνοθετήσει με ευθύβολη λιτότητα, στιβαρή απλότητα, με διακριτική τρυφερότητα αλλά και πλήρη έλεγχο του πολύπλοκου και απαιτητικού παραστασιακού υλικού του. Δημιουργεί μια αφαιρετική, διαυγή αλλά έντονου συναισθηματικού βάθους και κραδασμών παράσταση. Αποδεικνύοντας περίτρανα ότι μπορεί να παραχθεί ουσιαστική τέχνη σε πείσμα των σχεδόν μηδενικών οικονομικών πόρων.
Με συγκινεί δε, η φιλοσοφία του στη δημιουργία του καλλιτεχνικού συμβάντος, αφού η έδρα των καλλιτεχνικών του ενδιαφερόντων, ανησυχιών και δημιουργίας βρίσκεται στην ακριτική Χίο, σε πείσμα της στοιβαγμένης, ασφυκτικής αστικής καλλιτεχνικής μας πραγματικότητας.
Συγκινητικό είναι επίσης, ότι όλη η παράσταση μπορεί να χωρέσει σε μια βαλίτσα,-και πράγματι: σχεδόν χωράει στη βαλιτσούλα του σκηνικού της, έτσι ώστε να μπορεί να ταξιδεύει καθώς οι συντελεστές της την έφτιαξαν οραματιζόμενοι μια ευρεία περιοδεία.
Η δραματουργική επεξεργασία που υπογράφει η Χριστίνα Λυκοτσέτα είναι υποδειγματική και παράγει ένα άκρως ενδιαφέρον θεατρικό κείμενο. Ένα κείμενο που δεν είναι αναλώσιμο, που δεν εξαντλείται σε αυτήν την παραστασιακή απόπειρα. Και, κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελέσει το υλικό και άλλων παραστασιακών αποτυπώσεων. Ελπίζω και εύχομαι να καταφέρει να βρει τον δρόμο της έκδοσης. Η δραματουργός της παράστασης κατάφερε να συμπυκνώσει ένα εκδοτικό πόνημα 459 σελίδων σε περίπου μία ώρα. Η δομή του κειμένου της είναι εξαιρετική. Κατορθώνει να διηγηθεί την ιστορία του ψυχιατρείου από την ίδρυσή του ως και το 1958, αφαιρώντας την περίοδο της κατοχής (σοφά κατά τη γνώμη μου, αφού θα αλλοίωνε τους στιβαρούς άξονες της δουλειάς της και θα «ξεστρατιζε» θεματικά).
Ταυτόχρονα, δίνει ανάγλυφα με το αριστοτεχνικό πλέγμα των μαρτυριών που επιστρατεύει το ψυχοκοινωνικό αντίκτυπο του ατόμου που πάσχει, αλλά και του κοινωνικού, και οικογενειακού του περίγυρου. Ενώ παράλληλα, θέτει νευραλγικά ζητήματα για την αντιμετώπιση των ψυχικά ασθενών στον σύγχρονο κόσμο.
Τα σκηνικά της Έβης Χρήστου επιτείνουν τη συγκινησιακή φόρτιση και εικονοποιούν το σκηνοθετικό όραμα: Ένας χώρος μικροσκοπικού δωματίου νοσοκομείου που τα σύνορά του τα διαμορφώνει το ξεφτισμένο χαλί, ένα μικρό επιδαπέδιο ντουλαπάκι στο άχαρο, θαμπό νοσοκομειακό λευκό, μία καρέκλα, μια βαλίτσα και ένα καλάθι αχρήστων, όπου καταλήγει κάθε σκηνικό αντικείμενο, σαν μια σημειολογική πράξη ακύρωσης της ζωής. Ακύρωσης της Ύπαρξης. Το μικρό δωματιάκι που σχηματίζεται μπροστά στα μάτια μας μεταβάλλεται σε ένα ακίνητο, βασανιστικό ψυχικό τοπίο αέναου σισύφειου μαρτυρίου.
Τα κοστούμια της Ελένης Νομίδη εναρμονίζονται και υπηρετούν το παραστασιακό οικοδόμημα που έχουν δημιουργήσει η σκηνοθεσία, η δραματουργία και η σκηνογραφία σε μια σπάνια καλλιτεχνική σύμπλευση. Αντίθετα, η μουσική του Φίλιππου Δραγούμη, αισθάνομαι, ότι δεν λειτουργεί στα υπέρ της παράστασης. Απομονώνεται από το σώμα του παραστασιακού εγχειρήματος και αναλώνεται μοναχικά, χωρίς να επιτελεί τη λειτουργία της -παρόλο που παίζεται ζωντανά από τον συνθέτη- (που συμμετέχει και ως ηθοποιός).
Ερμηνείες:
Η κυριότερη αδυναμία της παράστασης είναι οι υποκριτικές ποιότητες. Η Χριστίνα Λυκοτσέτα –με έντονη συγκινησιακή φόρτιση- αναλώνεται σε μια ερμηνευτική γραμμή παρωχημένης αισθητικής που αποδυναμώνει τη σκηνική πρόθεση και αδικεί την ηθοποιό.
Ενώ ο Φίλιππος Δραγούμης δείχνει συχνά αμήχανος και διεκπεραιωτικός.
Και σε αυτό το σημείο αντιμετωπίζουμε μια παραδοξότητα, σχεδόν ανεξήγητη: παρά τις ερμηνευτικές αδυναμίες, που συνήθως καθορίζουν το παραστασιακό αποτέλεσμα, εδώ το σκηνικό εγχείρημα αναδύεται σχεδόν αλώβητο.
Συνοψίζοντας…
«Το “Ιερά Οδός 343” είναι ένα βιβλίο για απουσίες σχέσεων, θεσμών και εκφράσεων. Μιλά για πράγματα παρόντα, για φτερουγίσματα υπαρκτά, συχνά θαμμένα κάτω από τον όγκο των απόντων». Γιατί έχουμε την ανάγκη να “ανήκουμε” κάπου;», οι φράσεις αυτές της Μ.Φαφαλιού για το βιβλίο της, θα μπορούσαν να ειπωθούν και για την παραστασιακή αναδιατύπωσή του.
Οι νευραλγικές διερωτήσεις της παράστασης αναμεταδίδουν τις φράσεις του Μισέλ Φουκώ από το βιβλίο του η Ιστορία της τρέλας: «Στην εποχή μας, η τρέλα φιμώνεται μέσα στη μακαριότητα μιας επιστημονικής γνώσης που την αναλύει τόσο υπερβολικά, ώστε στο τέλος την ξεχνάει.Το πέρασμα από τη μια εμπειρία στην άλλη έγινε μέσα σε έναν κόσμο στερημένο από εικόνες και θετικότητα κι οδήγησε σε έναν κόσμο σιωπηλής διαφάνειας που εκδηλώνεται σαν θεσμός βουβός, ασχολίαστη χειρονομία, γνώση επιφανειακή- δηλαδή μια τεράστια ακίνητη δομή. Η δομή αυτή δεν ανήκει ούτε στον χώρο του δράματος, ούτε και της γνώσης. Μας δείχνει το σημείο όπου η ιστορία καθηλώνεται ανίσχυρη μπροστά στην τραγικότητα του ανθρώπου, αυτήν που όσο επιχειρεί να εξαλείψει, τόσο καταφέρνει να παγιώνει». (σελ.8, εκδ, Ηριδανός , μτφρ Φ. Αμπατζοπούλου)
Ένα δύσκολο και ακανθώδες θέμα αποτυπώνεται σε μια στοργική, ποιητική παραστασιακή σπουδή. Μια «χειροποίητη» παράσταση δημιουργημένη από την αφοσίωση των συντελεστών της, σε πείσμα των ανύπαρκτων πόρων που υψώνεται σε καλλιτεχνικό γεγονός παρά τις σημαντικές αδυναμίες της, απηχώντας τις φράσεις του Φρ. Νίτσε από το βιβλίο του: «Ιδού ο άνθρωπος» -ένα από τα τελευταία του έργα πριν πεθάνει από βαριά οργανική ψυχοπάθεια,- όπως αναφέρει η Μ. Φαφαλιού στην προμετωπίδα του βιβλίου της: «Ακούστε με! Γιατί είμαι αυτός που είμαι…Προπαντός μη με συγχέετε με ό,τι δεν είμαι!».
Info παράστασης:
«ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ 343. Μαρτυρίες από το Δρομοκαΐτειο» στο Μπάγκειον




