«Η θύελλα μοιάζει να έρχεται απ’ το σπίτι, στα δέντρα ίχνος ανέμου ή μήπως η γυναίκα έλκει τη θύελλα ή προκαλεί με την εμφάνισή της αυτή που περιμένει στη στάχτη του τζακιού, τί ή ποιος είχε καεί, ένα παιδί, μια άλλη γυναίκα ένας εραστής, ή η στάχτη είναι το δικό της αληθινό απομεινάρι. Το κορμί δανεισμένο από την αποθήκη ενδυμάτων στα νεκροταφεία.[…] ο συνωστισμός των τάφων στη θύελλα της ανάστασης που διώχνει από το βουνό τα φίδια, είναι η γυναίκα με το μυστηριώδες βλέμμα και το στόμα σαν ρουφήχτρα, μια Μάτα Χάρι του κάτω κόσμου […] η επιστροφή των σπλάχνων από το τίποτα, ή μήπως είναι ο άγγελος κούφιος κάτω από το ρούχο…» (*) Heiner Müller

Ο σημαντικός δημιουργός Δημήτρης Καραντζάς επέστρεψε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου με τη δική του παραστασιακή ανάγνωση πάνω στην ευριπίδεια «Άλκηστη» σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου. Έργο απαράμιλλης ομορφιάς και βάθους, έντονα μυστικιστικό και γριφώδες, παρέμεινε δεκτικό σε ποικίλες και διαφορετικές προσεγγίσεις και αναγνώσεις διασχίζοντας τους αιώνες ανθρώπινου πολιτισμού, διατηρώντας όμως αλώβητη τη σιβυλλική διάσταση της αιώρησης. Το αινιγματικό ανάμεσα. Ανάμεσα στην τραγωδία και το σατυρικό δράμα. Ανάμεσα στο ποιητικό και το πολιτικό. Ανάμεσα στο υλικό και το άρρητο. Ανάμεσα στην υπόσταση και στην έλλειψή της. Ανάμεσα στην ύπαρξη και τη φασματική αναπαράστασή της.  Ανάμεσα στην αγάπη και την κίβδηλη εκδοχή της.

Στη δραματουργική απόπειρα αποκρυπτογράφησής του, δεν θα αποκαλυφθεί αν δεν τεθούν μια σειρά δυσεπίλυτων ερωτημάτων:

Γιατί η Άλκηστη αποφασίζει να θυσιαστεί για να σωθεί ο Άδμητος; Από αγάπη; Από καθήκον; Από ηρωισμό; Από κοινωνική επίταση; Σαν λύση διαφυγής; Σαν πράξη αντίστασης; Γιατί κατ’ ουσία ποτέ δεν εξηγεί τον λόγο που την ώθησε σε μια τέτοια οριακή πράξη; Γιατί ούτε η Άλκηστη, ούτε ο Άδμητος δεν επιζητούν έναν ιδιωτικό αποχαιρετισμό πριν το προδιαγεγραμμένο τέλος; Και η τελευταία τους συνάντηση γίνεται ενώπιον του Χορού γερόντων; Στη «γραφειοκρατία» του μεταφυσικού πώς ανταλλάσσει κανείς τον θάνατό του με τη θυσία ενός άλλου ανθρώπου; Πόσο χρόνο παίρνει; Πώς γνωρίζει ότι το αίτημα έγινε δεκτό; Πώς αντέχει να ζει μετά από μια τέτοια αισχρή ανταλλαγή; Πόσος χρόνος χρειάζεται ώστε ένας ημίθεος να αρπάξει έναν θνητό από τον Άδη και να τον επιστρέψει στον κόσμο των ζωντανών; Τι συμβαίνει σε αυτή την αχαρτογράφητη διαδρομή επιστροφής; Πώς μπορεί κάποια που έζησε στη σιωπή, που θυσιάστηκε στη σιωπή, που ακόμα και η ανάστασή της είναι βυθισμένη στη σιωπή να καταστήσει αυτή τη σιωπή ηχηρή και «εύγλωττη»;

Σκηνοθεσία – Κείμενο – Δραματουργία:

Ο αξιόλογος σκηνοθέτης με την στενή συνεργάτιδα Γκέλυ Καλαμπάκα -που εμπλέκεται στο εγχείρημα ως σύμβουλος δραματουργίας- καταθέτουν ένα παραστασιακό αφήγημα που αναπτύσσεται σε τρεις βασικούς πυλώνες: Α. Με δομικό άξονα την καθοριστική θυσιαστική πράξη που πραγματεύεται το ευριπίδειο έργο, επιχειρείται η εννοιολόγησή της στο σύγχρονο κοινωνικο-ιστορικό συμφραζόμενο ως μια πράξη επιβεβλημένης θυσίας από το πατριαρχικό πρόταγμα που αγγίζει τις φρικώδεις διαστάσεις μιας γυναικοκτονίας. Β. Αναπτύσσει το υπόβαθρο του έργου ως από σκηνής διερώτηση του μέγιστου οντολογικού ερωτήματος, αυτό της ανθρώπινης θνητότητας. Γ. Αναγνωρίζει στο έργο την ύπαρξη μεταφυσικών χωροχρονικοτήτων πέρα από τον ανθρώπινο χρόνο και χώρο που αποφασίζει να αναδείξει κυρίως με ηχητικούς πειραματικούς όρους.

Ο Δημήτρης Καραντζάς είναι ένας σκηνοθέτης βαθύς και ουσιαστικός με την τέχνη του. Με όρους σχεδόν θρησκευτικής αφιέρωσης και μεθοδικής προσήλωσης σε αυτήν. Όμως, παρόλο που σκηνοθέτησε με έμπειρους χειρισμούς, δεξιοτεχνική ακρίβεια, ένθερμο ενθουσιασμό και τελειοθηρική οργάνωση, η απόπειρα συνομιλίας του με το ευριπίδειο έργο δεν φτάνει σε βάθος σύνδεσης με τα σύγχρονα δραματουργικά διακυβεύματα που ο ίδιος και η σύμβουλος δραματουργίας του έχουν θέσει, εμποδίζοντας την επιθυμητή παραστασιακή διάνοιξη. Οι αρμοί σύνδεσης της θυσιαστικής πράξης με τη βία κατά των γυναικών και δη με τη σύγχρονη φρίκη των γυναικοκτονιών αποδίδεται αδύναμα και όχι ισχυρά, παρόλο που ως θεματικός άξονας είναι μείζονος σημασίας. Το οντολογικό ερώτημα που αποδίδεται με τις εμβόλιμες κειμενικές προσθήκες, τη συνεχή παρουσία του Θανάτου επί σκηνής και τη σημειολογία του εντυπωσιακού σκηνικού από το οποίο οι θνητοί γλιστρούν προς την ανυπαρξία χάνει τη δυναμική και την εμβέλειά του καθώς οι αρμοί που συνδέουν είναι αδύναμοι.

Τέλος, επιμένει σε μεικτούς παραστασιακούς κώδικες που δεν καταφέρνουν να συνδεθούν μεταξύ τους και κατ’ επέκταση εμποδίζουν τη δημιουργία παραστασιακής ολότητας. Περιορίζεται σε επιμέρους ενδιαφέροντα σκηνικά στιγμιότυπα. Κατ’ ουσίαν δεν προτείνει κάτι καινούριο με τη σκηνική του ανάγνωση. Δεν δημιουργεί ρήξεις ή διανοίξεις που μπορούν να προχωρήσουν την παραστασιακή αντίληψη για το ευριπίδειο έργο. Η σημαντικότερη σκηνική συνεισφορά του, νομίζω, είναι η προσπάθεια σκηνικής ανάγνωσης των εξω-ανθρώπινων χρονικοτήτων του έργου. Μια σημαντική και ενδιαφέρουσα πτυχή της σκηνοθετικής ματιάς.

Επιμέλεια προγράμματος:

Εξαιρετική η θεωρητική συνεισφορά της δραματολόγου της παράστασης Έρις Κύργια ως προς την επιμέλεια του προγράμματος. Καίρια, πολυσυλλεκτική, ενδιαφέρουσα, με το εξαιρετικό προτέρημα να δημιουργεί πεδία συζητήσεων. Ξεχωρίζω το κείμενο: «Άλκηστη: Μεταξύ δύο θανάτων», κείμενο που συντάχτηκε ειδικά για την παράσταση από τον ψυχαναλυτή, θεατρολόγο και κοινωνικό ανθρωπολόγο Γιώργο Μπανιώκο. Καθώς και τη σύνθεση αποσπασμάτων κειμένων με τον γενικό τίτλο: «Ένας παράξενος προφήτης και ένα θέατρο θυσίας», όπως και το απόσπασμα από «την καρδιά του σκότους» του Joseph Conrad σε σύνθεση και απόδοση της ίδιας της δραματολόγου.

Ας μου επιτραπούν μόνο δύο επισημάνσεις: α. πολλές από τις θεωρητικές προσεγγίσεις που υπάρχουν στο πρόγραμμα και θα έπρεπε να αποτυπώνουν παραστασιακές κατευθύνσεις, δεν είναι ευδιάκριτες ή διαυγείς στο σκηνικό εγχείρημα και β. νομίζω ότι θα είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον να συμπεριλαμβάνεται στο πρόγραμμα η απόδοση του κειμένου που έγινε για τη συγκεκριμένη παραστασιακή εκδοχή από τον ίδιο τον σκηνοθέτη της.

Εικονοποιία:

Ο εξαιρετικά ταλαντούχος Κωνσταντίνος Σκουρλέτης θα προσπαθήσει να εικονοποιήσει τον πυρήνα της παραστασιακής διερώτησης που αφορά το μέγιστο οντολογικό ερώτημα. Θα δημιουργήσει μια μεγαλεπήβολη, επιβλητική, κυριαρχική σκηνική εγκατάσταση. Θα μας αποκαλύψει τα σιδερένια σωθικά ενός παράξενου επικλινούς έγχορδου, όπου ζούμε τον θνητό μας βίο του οποίου ενορχηστρωτής είναι ο αναπόφευκτος θάνατος. Και, όταν το αποφασίσει, θα γλιστρήσουμε αναπόδραστα σε αυτόν που μας περιμένει υπομονετικά.

Παραστασιακά τον ενσαρκώνει η Θεοδώρα Τζήμου σαν μια πελώρια φιγούρα με ένα μαύρο σκονισμένο φόρεμα που παραπέμπει σε έρημο τοπίο που το θνητό ον αναπότρεπτα θα βαδίσει. Δεν λείπει ούτε η έμπνευση, ούτε η ποιητικότητα, ούτε οι συμβολισμοί από τη σκηνογραφική κατάθεση του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη, ωστόσο δεν είμαι σίγουρη ότι εκπλήρωσε τον στόχο της. Η ογκώδης σκηνική εγκατάσταση θα υπερβεί το σκηνικό εγχείρημα, συχνά, αδρανοποιώντας ζωτικές λειτουργίες του παραστασιακού οργανισμού, εξουδετερώνοντας δυναμικές στις ερμηνευτικές καταθέσεις των ηθοποιών. Η πελώρια εικαστική εγκατάσταση που αντικρίσαμε μπαίνοντας στο Αρχαίο Θέατρο αρχικά θα μας καθυποτάξει. Εντυπωσιακή και καθηλωτική. Όσο όμως βραδιάζει και το φυσικό φως μειώνεται, η ογκώδης κατασκευή δεν κατάφερε να συνομιλήσει ούτε με το φυσικό τοπίο, αλλά ούτε με το Αρχαίο Θέατρο. Αναπόφευκτα δημιουργείται μια συνθήκη αλληλοαναίρεσης που επιβραδύνει την ευθυβολία της παραστασιακής σημειολογίας. Αναρωτιέμαι αν και σε ποιο χώρο η εντυπωσιακή αυτή εγκατάσταση θα μπορούσε να συλλειτουργήσει παραστασιακά και όχι να κυριαρχεί αποδυναμώνοντας όλα τα υπόλοιπα.

Εύστοχη και συγκινητική σκηνογραφική προσθήκη από βωμούς νεκρικών χοών, όπου το ύδωρ και η φωτιά δημιουργούν ένα τοπίο σπλαχνικού κατευόδιου στην Άλκηστη. Η σπουδή πάνω στα κοστούμια που πρότεινε η προικισμένη Ιωάννα Τσάμη μοιάζει άνιση. Κάποια είχαν εξαιρετική σημειολογική ευθυβολία (π.χ. Απόλλων, Θάνατος, Φέρης) και άλλα μια σημειολογική ασάφεια (π.χ. Άδμητος , Ηρακλής. Ενδιαφέρουσα όσο και λειτουργική η αισθητική ποικιλομορφία στα ρούχα των μελών του Χορού). Σημαντική η αισθητική συνεισφορά της Ελίζας Αλεξανδροπούλου. Οι φωτισμοί της αποτέλεσαν από τα πιο ισχυρά στοιχεία της παράστασης. Η κίνηση που πρότεινε ο Τάσος Καραχάλιος έδειχνε ενδιαφέρουσα, πολύπλοκη, εμπνευσμένη αν και ιδιαίτερα απαιτητική στην εκτέλεσή της.

Ηχητικό σύμπαν:

Το ηχητικό σύμπαν του παραστασιακού εγχειρήματος δημιουργεί ξεχωριστό ενδιαφέρον. Δεν είναι εύληπτο, δεν είναι προσιτό, ούτε εύκολα συναισθηματικά αναγνώσιμο ή ανιχνεύσιμο, αλλά το αισθάνομαι ως μια σημαντική ηχητική πρόταση. Συνδέεται άμεσα με τους ιδιόμορφους χωροχρόνους που υποκρύπτει το ίδιο το κείμενο, καθώς και με την τελετουργική του διάσταση. Ενδεχομένως, και με μια οντολογική διάσταση που φαίνεται να απασχολεί τον ίδιο τον σκηνοθέτη, έκδηλη σε όλο το σκηνικό εγχείρημα, η οποία, ωστόσο, συχνά διαρρηγνύεται από αισθητικές της ίδιας της παράστασης που το υπονομεύει άθελά της.

Ειδική μνεία στους Άγγελο Κονταξή για τον ηχητικό σχεδιασμό και Παναγιώτη Μανουηλίδη για τη μουσική και τις (εντυπωσιακές) ηχητικές κατασκευές. Ξεχωριστή αναφορά στην εξαιρετική μουσική διδασκαλία της έμπειρης και ξεχωριστής Μελίνας Παιονίδου. Το αποτύπωμά της έκδηλο και θαυμαστό.

Ερμηνείες:

Οι ηθοποιοί που συγκρότησαν το ερμηνευτικό σώμα του σκηνικού εγχειρήματος δικαιούνται τον αμέριστο σεβασμό μας και την ένθερμη επιδοκιμασία μας. Ανεξαρτήτως με επί μέρους αντιρρήσεις. Λειτούργησαν με αφοσίωση, σωματική εγρήγορση πίστη στον σκηνοθέτη τους, υπηρετώντας το πολυδιάστατο και πολύπλοκο όραμά του με ενθουσιασμό και αυταπάρνηση. Θα ξεκινήσω από τους ηθοποιούς που συγκρότησαν τα μέλη ενός μεικτού Χορού. Και συγκεκριμένα τους:

Αντώνη Αντωνόπουλο, Ελισσαίο Βλάχο, Δημήτρη Καυκά, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννη Μπάστα, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελο-Προκόπη Νεράντζη, Γιώργο Σκαρλάτο.

Ο Κώστας Νικούλι (Απόλλων) αποτέλεσε μια ενδιαφέρουσα σκηνική παρουσία που έδωσε δυναμική εναρκτήρια ώθηση στο παραστασιακό εγχείρημα. Συμβολή εξαιρετικά σημαντική στην προσπάθεια διαφύλαξης του εύρυθμου και συνεκτικού σκηνικού  χρόνου που δεν επετεύχθη καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Η Δήμητρα Βλαγκοπούλου (υπηρέτρια) είναι μια ηθοποιός αξιοζήλευτων δυνατοτήτων και εκκωφαντικής υποκριτικής ισχύος, ωστόσο εδώ τα θαυμαστά αυτά χαρακτηριστικά της αποχρωματίστηκαν, αποτυπώνοντας μια αχνή υποκριτική κατάθεση.

Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης (Φέρης) έδωσε μια σπινθηροβόλα ερμηνευτική κατάθεση σε έναν από τους πιο συναρπαστικούς ευριπίδειους αγώνες λόγων, με αντίπαλο τον γιο του Άδμητο (Γιάννης Νιάρρος). Μια  έξοχη σπουδή «στην συντεταγμένη λεκτική αντιπαράθεση» του υπερφίαλου και του φαύλου σε όλες του τις εκφάνσεις.

Ο Γιώργος Ζυγούρης (Ηρακλής) αποτέλεσε -κάτω από το κωμικό προπέτασμα του ρόλου του- την πιο φωτεινή, την πιο τρυφερή, την πιο συγκινητική ανάγνωση του μυθικού ήρωα, συνθλίβοντας κάθε μορφής στερεοτυπικού επιχρίσματος της τοξικής αρρενωπότητας που τον ακολουθεί μέσα στους αιώνες. Το ακορντεόν στην πλάτη, σαν εν δυνάμει υπερβατικά φτερά, ως -εν αγνοία του- γκροτέσκ «παραφωνία» στο θρηνητικό πένθος αποτέλεσε ένα έξοχο, ποιητικό εύρημα που ο ηθοποιός αξιοποίησε στο έπακρο. Στη σκηνική συνάντησή του με τον Αινεία Τσαμάτη (Υπηρέτης) δημιουργούν ένα έξοχα σπαρταριστό ερμηνευτικό δίδυμο, μετεξελίσσοντας σε μια εύστοχη σύγχρονη εκδοχή του, το παραδοσιακό θεατρικό δίπολο Αφέντη-δούλου.

Ο Γιάννης Νιάρρος (Άδμητος) μας επιφυλάσσει μια επιδερμική και στείρα ερμηνευτική προσέγγιση. Ο Άδμητος δεν έχει χαρακτηριστικά επιθεωρησιακού προσώπου. Είναι από τους πιο απαιτητικούς ρόλους του διεθνούς ρεπερτορίου. Ο τρόπος που επιβιώνει είναι αριστοτεχνικός. Αποτελεί την επιτομή της ψυχρής φαυλότητας, των ιδιοτελών προτεραιοτήτων, της πιο ύπουλης μορφής του πατριαρχικού προτάγματος. Η κωμικότητα του προσώπου προκύπτει από την αλόγιστη φιλαυτία και την άκρατη υποκρισία. Ο ρόλος επιτάσσει ερμηνευτικούς χειρισμούς μακιαβελικής ειρωνείας που ο ηθοποιός δεν ενεργοποιεί ερμηνευτικά αποδυναμώνοντας τον.

Η Ηρώ Μπέζου (Άλκηστις) είναι μια ηθοποιός αξιώσεων. Επιδεικνύει στην Άλκηστη τον ίδιο σεβασμό, την ίδια σοβαρότητα και αφοσίωση με την οποία πορεύεται μέχρι τώρα στην τέχνη της. Αντιμετώπισε τον δισεπίλυτο, αινιγματικό θεατρικό πρόσωπο με ευγένεια, γενναιότητα, ειλικρίνεια και μέτρο. Είχε στιγμές εξαιρετικής υποκριτικής πληρότητας και άλλες πιο αβέβαιες (ιδίως στην επιστροφή της από το βασίλειο του Άδη). Δεν υπήρξε όμως ούτε μια στιγμή σκηνικής ανειλικρίνειας και ευτέλειας. Την ερμηνευτική της σπουδή διαπερνά μια σπάνια ποιότητα και διαύγεια.

Η Θεοδώρα Τζήμου (Θάνατος) επέδειξε αντοχή, ισχυρό σκηνικό αποτύπωμα, ακαταπόνητη παρουσία, σπάνιους ιδιωματικούς ερμηνευτικούς κώδικες, λιτότητα, ευθυβολία, δύναμη και εύρος. Τα εξαιρετικά υποκριτικά χαρακτηριστικά με τα οποία απέδωσε η χαρισματική ηθοποιός τον διευρυμένο από την σκηνοθετική επιταγή – τον ρόλο που της ανατέθηκε που είχε και την εξαιρετικά δύσκολη συνθήκη της συνεχούς παρουσίας στην ορχήστρα του Αρχαίου Θεάτρου.

(*) Απόσπασμα από κείμενο του Heiner Müller για την παράσταση της «Άλκηστης» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία του Robert Wilson (1986) . Heiner Miller Δύστηνος άγγελος, επιλογή από κείμενα για το θέατρο, ποιήματα και πεζά, εισαγωγή-επιμέλεια-μετάφραση Ελένη Βαροπούλου, Άγρα, Αθήνα 2001,σ.85

Info παράστασης:

Άλκηστις του Ευριπίδη | Περιοδεία