«Τυχαίος είναι βέβαια ο κόσμος που βρίσκεται γύρω μας,
Δεν έχει γίνει για μας, η ύλη του είναι άμορφη, ο απέραντος χώρος του είναι άλογος -ένας κόσμος έξω από μας, εχθρικός για τον άνθρωπο, απάνθρωπος και μάλιστα κάποτε αντιανθρώπινος».

Το διήγημα του σημαντικότατου λογοτέχνη Δημήτρη Χατζή, επέλεξε ως δραματουργικό υλικό του παραστασιακού εγχειρήματός της η Στεφανία Γουλιώτη. Στο οποίο εμπλέκεται με διττό τρόπο: τόσο ως σκηνοθέτιδα όσο και ως ηθοποιός που υποδύεται τον ανεξιχνίαστο ρόλο της Ιζαμπέλας Μόλναρ. Ωστόσο, παρά τις ευγενείς προθέσεις, τόσο τις δικές της, όσο και των ικανών συνεργατών της, του Έκτορα Λυγίζου και της Νεφέλης Μαϊστράλη, το σκηνοθετικό /δραματουργικό αποτέλεσμα αποτυπώνεται άνισο και αδύναμο. Αντίθετα, η εικαστική γλώσσα της παράστασης κατορθώνει όσα η σκηνοθεσία και η δραματουργία αδυνατούν: τόσο τη σύνδεση του πολυσυνθέτου και σκοτεινού διηγήματος με το σήμερα, όσο και τη ευθύβολη επικοινωνία του με τους θεατές.

Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ

Η αποσυνάγωγη, ανεξιχνίαστη, σκοτεινή γλύπτρια Ιζαμπέλα Μόλναρ διαβιεί σε απόλυτη μοναξιά αλλά και ελευθερία με μοναδικό προορισμό και σκοπό ζωής την τέχνη της. Ασχολείται επαναληπτικά και εμμονικά με τις ανθρώπινες μορφές που δημιουργεί. Είναι ήδη 40 ετών όταν ερωτεύεται έναν χαρισματικό και όμορφο άνδρα. Ο έρωτας είναι αμοιβαίος και καταλήγει σε γάμο. Η αλλαγή στον χαρακτήρα της είναι ριζική: ζει πια ήρεμα και ευτυχισμένα. Όσο όμως η ζωή της ανθίζει, η τέχνη της φθίνει. Μέσα σε μια νύχτα θα καταστρέψει όλα τα αγάλματα που έφτιαξε κατά τη διάρκεια του γάμου της και θα δολοφονήσει τον σύζυγό της ενώ αυτός κοιμάται. Θα οδηγηθεί στη φυλακή και λίγο αργότερα στο «φρενοκομείο». Στο ίδρυμα θα της παραχωρηθεί ένα τμήμα στην πίσω αυλή και εκεί θα ξαναρχίσει να δημιουργεί τα αριστουργήματά της παραδομένη στην τρέλα και τη σιωπή. Την ζοφερή, αινιγματική αυτή ιστορία θα μας τη διηγηθεί ο μοναδικός θαυμαστής του έργου της που εκείνη επέτρεπε να το δει και είχε μαζί του μια ουσιαστική και στενή σύνδεση με έντονα στοιχεία υφέρποντα ερωτισμού και από τους δύο.

Το διήγημα του Δημήτρη Χατζή

Το διήγημα εμπεριέχεται στο κύκνειο άσμα του συγγραφέα που εκδόθηκε αρχικά από τις ιστορικές εκδόσεις «Κείμενα» το 1976- που ίδρυσε ο συνταρακτικός εκδότης και τυπογράφος Φίλιππος Βλάχος το 1969- με τον τίτλο «Σπουδές» και υπότιτλο: «διηγήματα ξανατυπωμένα και άλλα». Το 2000 θα επανεκδοθεί από τις ποιοτικές εκδόσεις «Το Ροδακιό». Το βιβλίο πλέον είναι εξαντλημένο και από τους δύο εκδοτικούς οίκους. Το διήγημα είναι έξοχο. Ο Χατζής ανήκει σε εκείνη τη γενιά που συνταρακτικά ιστορικά γεγονότα καθόρισαν χαρακτήρες και πορείες ζωής. Ήταν ένας γνήσιος αριστερός και διανοούμενος που ασφυκτιούσε ιδεολογικά και είχε έρθει σε ρήξη με τους ομοϊδεάτες του τόσο πίσω από το Παραπέτασμα όσο και όταν επαναπατρίστηκε.

Το κείμενο είναι έμπλεο πολιτικών συμβολισμών αλλά και αυτοβιογραφικών στοιχείων. Κατ’ ουσία το επίκεντρο στο διήγημα δεν είναι η Τέχνη αλλά η πολιτικοκοινωνική πλαισίωσή της που καθορίζει τον ρόλο της στις ανθρώπινες κοινότητες. Η αποκρυπτογράφηση του διηγήματος καθορίζεται από τα συγκείμενα. Τη συσκότιση στην ερμηνεία του, ενδεχομένως, να έχει δημιουργήσει (και) η κοντόφθαλμη -σε πολλές περιπτώσεις, όχι προφανώς σε όλες- προσέγγισή του στις διδακτικές αίθουσες, αφού το διήγημα υπάρχει στη διδακτέα ύλη της λογοτεχνίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Το κείμενο είναι κατά βάση πολιτικό. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός και ο σοβιετικός ρεαλισμός είναι εκεί. Τα αμείλικτα ερωτήματα επίσης. Μπορεί να χάσει η Τέχνη την ουσία και την ελευθερία της από τη στράτευσή της; Το σφυρί που η Ιζαμπέλα Μόλναρ καταστρέφει τα αγάλματα της εποχής της ευημερίας της και δολοφονεί τον σύζυγό της είναι ένα συμβολικά δανεισμένο τμήμα από το σφυροδρέπανο; Αποτελεί αυτό το διήγημα μια δριμεία κριτική ενός ενταγμένου αριστερού στον τρόπο που η αριστερή ιδεολογία εφαρμόζεται στην πράξη; Και το σημαντικότερο: πώς έχει νόημα να διαβαστεί αυτό το κείμενο σήμερα, στην ακραία μεταιχμιακή εποχή μας;

Ο συγγραφέας δεν κρύβεται μόνο πίσω από τον αφηγητή του διηγήματός του, αλλά βιογραφικά του στοιχεία είναι βαθιά ριζωμένα και στη βασική ηρωΐδα του και αυτό αν δεν ληφθεί υπόψη, η ερμηνεία του κειμένου φτωχαίνει. Αν θα θέλαμε να οπτικοποιήσουμε τον Χατζή-παρατηρητή της γλύπτριας, με μία μεταγενέστερη εγγραφή τέχνης, που ενδεχομένως να έχει έμμεσες αναφορές σε αυτό να στρεφόμασταν στην εικόνα του Μάνου Κατράκη στο «Ταξίδι στα Κύθηρα». Υφέρπει και στους δύο παρατηρητές -αφηγητές η ματαίωση. Ματαίωση ονείρων, προσδοκιών, αγώνων και  πορείας.  Η Αποστολίδου θα σημειώσει σχετικά με το πολιτικό πρόσημο του έργου του σημαντικού συγγραφέα : «Ο Χατζής έχει την προσωπική πολιτική του ιδεολογία. Βλέπει την κοινωνία όπως είναι, μέσα στην ιστορικότητά της, υπό τις δεδομένες συνθήκες και αυτό προσπαθεί να περιγράψει. Δεν είναι, όμως, φωτογραφικός, αλλά συναισθάνεται τους ήρωές του σε βάθος, τα τραγικά τους αδιέξοδα και τις προσωπικές τους επιλογές. Δε μιλά για ανθρώπους μεγάλους ή ήρωες, αλλά ασχολείται με πρόσωπα καθημερινά, που έχουν να αντιμετωπίσουν πολύ συγκεκριμένες καταστάσεις της δικής τους ζωής. Παρά τους όποιους εξωτερικούς και υψηλότερους καθορισμούς της ανθρώπινης συνείδησης, κάθε ήρωας καλείται να αποφασίσει αυτόνομα, σε σχέση με το περιβάλλον του και τις καταστάσεις.» (Αποστολίδου, «Ιστορία και λύπη» σ.28-29).

Σκηνοθεσία – Δραματουργία – Πρόσθετο κείμενο

Αισθάνομαι ότι σε σχέση με το τρίπτυχο Σκηνοθεσία-Δραματουργία-Κείμενο (που γράφτηκε ειδικά για την παράσταση: σκηνοθεσία – δραματουργία: Στεφανία Γουλιώτη, σύμβουλος δραματουργίας: Έκτορας Λυγίζος, συγγραφή πρόσθετου κειμένου: Νεφέλη Μαϊστράλη) υπάρχουν τρία τρωτά δραματουργικά / σκηνοθετικά σημεία καθοριστικά για το σκηνικό γεγονός. Συγκεκριμένα: Ο κεντρικός θεματικός παραστασιακός πυρήνας που μετατοπίζεται από το συλλογικό / πολιτικό του διηγήματος στην ατομική σχέση του δημιουργού με το έργο του. Δεν είναι μια ακόμα λογοτεχνική έκφανση βιογραφιών καλλιτεχνών που το έργο τους συνοδοιπόρησε με την ψυχική νόσο, όπως της γλύπτριας Καμίλ Κλοντέλ ή του Γιαννούλη Χαλεπά. Αν καταφέρουμε να διεισδύσουμε στον συμβολισμό του διηγήματος, θα αποκαλυφθεί μπροστά μας μια συγκλονιστική πολιτειακή θεωρία ενός γνήσιου διανοούμενου και πραγματικού ιδεολόγου: «Η γλυπτική είναι η Τέχνη που αγαπώ», με αυτή τη φράση ξεκινάει το διήγημα. Και αυτή τη φράση δεν τη λέει η Ιζαμπέλα Μόλναρ, αλλά ο αφηγητής και καταγραφέας της ζωής της.

Γιατί όμως η Γλυπτική; Και όχι κάποια άλλη μορφή Τέχνης; Γιατί η γλυπτική δεν έχει τον ελιτισμό των άλλων τεχνών. Έχει την ταπεινότητα του ακραίου κόπου της χειρωνακτικής εργασίας και παράλληλα προσομοιάζει με τη δημιουργία του κόσμου. Αφού ως βασικό υλικό των προπλασμάτων του έργου της αναφέρεται ο πηλός. Το βιβλικό υλικό από το οποίο προέρχεται ο άνθρωπος. Την αναδημιουργία του κόσμου ευαγγελίζεται η Ιζαμπέλα Μόλναρ. Ενός κόσμου δικαιοσύνης, ισότητας και μιας ιδεατής ανθρωπότητας απαλλαγμένης από τις χυδαίες της εκφάνσεις.

«Μα περισσότερο απ’ όλα είταν τ’άλλο που θαύμαζα που με γοήτευε στη δική της γλυπτική : […] Εγώ μπορούσα να βλέπω σ’ εκείνα τα αγάλματα τα δικά της […] τη γαλήνη , που αναδινόταν απ’ όλα. Είταν ο άνθρωπος ισορροπημένος μέσα στον κόσμο, συμφιλιωμένος. Χωρίς την υπεροψία, την ιταμότητα μιας πρόκλησης που εγώ την είδα να κρύβεται κάποτε και σε σπουδαία αγάλματα- τα δικά της ακτινοβολούσαν όλα, ήμερα, σίγουρα την ευτυχία γι’ αυτό που ονόμασα ανθρώπινη νίκη. Ω! ναι…Τ’ αγάλμτα της Ιζαμπέλλας είταν η ενσάρκωση μιας τέτοιας νίκης. Αυτής της νίκης.» (Το φονικό της Ιζαμπέλλας Μόλναρ ,εκδ. Κείμενα ,σ.42)

Αισθάνομαι ότι η μονοσήμαντη και περιοριστική οπτική τόσο  της δραματουργίας όσο και της σκηνοθεσίας που σχεδόν αποσοβούν την πολιτική διάσταση του κειμένου, δεν αδικούν το διήγημα του Δημήτρη Χατζή (ούτως ή άλλως οι δημιουργοί είναι ελεύθεροι να μετασχηματίσουν το πρωτογενές δραματουργικό υλικό σε όποιας μορφής παραστασιακό αποτύπωμα επιθυμούν χωρίς το αρχικό υλικό να αποτελεί ανάχωμα). Αδικούν, όμως,το ίδιο το παραστασιακό εγχείρημα.

Δεύτερον, τα δύο κείμενα που συνυφαίνουν το παραστασιακό αφήγημα δεν κατορθώνουν να συνυπάρξουν σκηνικά. Η αμοιβαία εξουδετέρωσή τους είναι επιζήμια για το παραστασιακό αποτέλεσμα.

Τέλος, ο χειρισμός της σκηνικής αποτύπωσης της τρέλας έχει δραματουργικά και σκηνοθετικά κενά.

Συντελεστές:

Τις δραματουργικές και σκηνοθετικές αδυναμίες αποκαθιστούν ως ένα σημαντικό βαθμό τόσο το μουσικό σύμπαν όσο και η εικαστικότητα που συνοδεύουν το σκηνικό εγχείρημα. Σημαντική συνεισφορά αποτελεί και η επιμέλεια της κίνησης. Ισχυρό το σκηνικό της Φιλάνθης Μπουγάτσου. Καθηλωτικές οι γλυπτές μορφές της γλύπτριας Ισμήνης Τσοφίδου. Δυνατό το live video των Ιγνάτιου Σκανδάλη και Θωμαΐδος Τριανταφυλλίδου όπως και το φωτιστικό σύμπαν του Σάκη Μπιρμπίλη. Επίσης, τα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού συνεπικουρούν στην εύστοχη εικονοποιία.


Εξαιρετική η μουσική σύνθεση του Γιώργου Πούλιου, όπως και ο ηχητικός σχεδιασμός του Ηλία Φλάμμου. Η κίνηση της Αντωνίας Οικονόμου είναι συνταρακτική. Με κορυφαίες στιγμές την καταστροφή των αγαλμάτων που παραπέμπει σε πολεμικό όλεθρο και την στιγμή του τέλους όπου το ανθρώπινο σαρκίο της Ιζαμπέλας Μόλναρ είναι μπροστά στο εναπομείναν σκέλεθρο του αγάλματός της σαν ένα ανθρώπινο και αγαλμάτινο τύμβο θλίψης και μνήμης της Ανθρωπότητας.

Ερμηνείες:

Ο Φώτης Στρατηγός παρά τις επίμονες και συνεχείς προσπάθειές του δεν κατορθώνει να αγγίξει ερμηνευτικά τον πυρήνα του-ομολογουμένως δύσκολου- ρόλου του και περιορίζεται στο περίγραμμά του. Το απόσταγμα της υποκριτικής σπουδής πάνω στη λογοτεχνική ηρωΐδα συνοψίζεται στο παρακάτω απόσπασμα του διηγήματος:

 «Μέσα στη συντριβή της Ιζαμπέλλας Μόλναρ ζητήσαμε και τ’ άλλο της νόημα.[…] -Το μεγάλο της δίδαγμα για την ασίγαστη, ανημέρευτη προσπάθεια του ανθρώπου για την ομορφιά, την τέχνη, την ευτυχία μέσα από την αδυναμία, τη ματαιότητα, την απελπισία και την άρνηση. Και τότε η μαρτυρική μορφή της Ιζαμπέλλας Μόλναρ υψώθηκε μέσα μας κ’ έμεινε σαν σύμβολο της αφοσίωσης, της συνείδησης και της ευθύνης» (Το φονικό της Ιζαμπέλλας Μόλναρ ,εκδ. Κείμενα ,σ.56)

Η Στεφανία Γουλιώτη θα μπορούσε να είναι συγκλονιστική σε αυτόν το ρόλο. Έχει το υποκριτικό εύρος και βάθος. Διαθέτει τις ακραίες ερμηνευτικές δυναμικές. Την ισχυρή σωματικότητα. Όμως η δική της σκηνοθεσία αποδυνάμωσε την ερμηνεία της, επιτρέποντάς της μόνο στιγμές, μόνο σπαράγματα σπάνιας υποκριτικής δεινότητας.

Συνοψίζοντας

Ένα έξοχο διήγημα ως πρωτογενές δραματουργικό υλικό που έμεινε ανεκμετάλλευτο. Μια άνιση δραματουργική και σκηνοθετική προσέγγιση που συνηγόρησαν σε ένα αναφομοίωτο παραστασιακό αποτέλεσμα. Συνταρακτικό, ωστόσο, το εικαστικό και μουσικό αποτύπωμά του. Συγκινητική η κινησιολογική κατάθεση της Αντωνίας Οικονόμου.

Παρά τα τρωτά παραστασιακά σημεία αισθάνομαι ότι τόσο η Στεφανία Γουλιώτη και η Νεφέλη Μαϊστράλη όσο και ο Έκτορας Λυγίζος έχουν και τη γνώση, το καλλιτεχνικό εκτόπισμα αλλά και την ευαισθησία να συνομιλήσουν με το διήγημα σε άλλες βαθύτερες συχνότητες και σε υψηλότερες ποιότητες. Ελπίζω η σκηνική τους σχέση με το διήγημα του Χατζή να βρει χρόνο και τόπο επανασύνδεσης.

*Στοιχεία αντλήθηκαν από τη Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία του Λυμπέρη Κορέα με τίτλο: «Onelio Jorge Cardoso και Δημήτρης Χατζής: Ο καλλιτέχνης ως ήρωας στην πεζογραφία τους»