«Ένα Uzumibi είναι μια φλόγα από κάρβουνο θαμμένη κάτω από στάχτες. Από έξω, φαίνεται σβησμένη. Κι όμως, κάτω από τις στάχτες, η θερμότητα παραμένει. Με μια μόνο ανάσα, μπορεί να λάμψει ξανά η φλόγα. Πάντα με έλκυε βαθιά αυτή η εικόνα. Σε αυτό το έργο, η φωτιά αντιπροσωπεύει τον θυμό, τη μνήμη, την επιθυμία και τη δύναμη της ίδιας της ζωής. […]Οι ανθρώπινες πληγές και ο θυμός δεν εξαφανίζονται απλώς με την πάροδο του χρόνου. Ακόμα και όταν η επιφάνεια φαίνεται ήρεμη, η θερμότητα μπορεί να παραμείνει βαθιά μέσα. Έπειτα, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, η φωτιά αναζωπυρώνεται. Μπορεί να γίνει καταστροφική, αλλά είναι επίσης και πηγή ζωτικότητας…» Kurō Tanino
Ο πολυσχιδής Ιάπωνας σκηνοθέτης Kurō Tanino συστήνεται για πρώτη φορά στο κοινό του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με τη νέα παραστατική του δημιουργία “Sleeping fires” – ή Uzumibi , όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του στα ιαπωνικά (埋み火 ) -. Αποτέλεσε απευθείας ανάθεση του Φεστιβάλ “No Limits” στο Χονγκ Κονγκ από όπου ξεκίνησε την πορεία της τον Μάρτιο του 2026. Ο Ιάπωνας δημιουργός φιλοτεχνεί ένα παραστασιακό ποίημα με κεντρικές θεματικές την ομορφιά, τα τραύματα, την σωματική ηδονή αλλά και τη βαθιά οδύνη, τη σκληρότητα, την απόδοση δικαιοσύνης, τη συγχώρεση αλλά και την ευθραυστότητα που δημιουργούν οι αντιφάσεις του ανθρώπινου βίου προσφέροντας στο κοινό του Φεστιβάλ ένα σπάνιας βαθύτητας αλλά και συγκινησιακών φορτίσεων σκηνικό γεγονός.

«Δύο τυφλές γυναίκες στις χιονισμένες νύχτες στην εποχή Tokugawa»*
Σε ένα απομακρυσμένο ορεινό χωριό, γύρω στο 1840, ζει μια εκ γενετής τυφλή γυναίκα η Iku. Η τυφλότητά της, της έχει χαρίσει μια ξεχωριστή ικανότητα στην χειροπρακτική την οποία προσφέρει αφιλοκερδώς στους συγχωριανούς της προς ανακούφιση σώματος και ψυχής. Αλλά και μια εκπληκτική δυνατότητα ενόρασης, αφού μπορεί να αφουγκραστεί τα τραύματα, τον πόνο, την οργή, την απελπισία που κρύβονται στην ανθρώπινη ψυχή και να τα επουλώσει. Οι άλλες οξυμμένες αισθήσεις της, επίσης, της επιτρέπουν να έχει μια ξεχωριστή σύνδεση με τη φύση. Μαζί της ζει ο σύντροφός της ο Mankichi. Δείχνει θορυβώδης, πότης, χωρατατζής, πρωτόγονος, ενθουσιώδης, ανώριμος και απλοϊκός, αλλά εκείνη πιστεύει ότι είναι σαν σκανταλιάρικο παιδί και έχει ανάγκη από την έγνοια της. Φρονεί ότι είναι ο ιδανικός σύντροφος για αυτήν αφού θα της ήταν αφόρητο μόνο να τη φροντίζει κάποιος χωρίς εκείνη να μπορεί να του ανταποδώσει τη φροντίδα. Τη μικρή, απλή τους ζωή συμπληρώνουν δύο γείτονες μια ηλικιωμένη αλλά θαλερή γυναίκα, η Χάνα, και ο καλότροπος νέος, μοναχικός γείτονάς τους. Ζουν όλοι μαζί με απλότητα, τρυφεράδα και χαρά.
Ένα βράδυ θα φτάσει στην απομακρυσμένη πόρτα του ζευγαριού μια όμορφη νέα γυναίκα η Sayo, τυφλή και εκείνη θα συστηθεί ως Goze (τυφλή τραγουδίστρια περιπλανώμενη νομαδικά στις δύσβατες ορεινές περιοχές). Κουβαλά μαζί της όλα τα υπάρχοντά της καθώς και το shamisen** της. Διατείνεται ότι δεν αντέχει άλλο τη σκληρή, νομαδική ζωή και επιθυμεί να διδαχτεί από την Iku τα μυστικά της χειροπρακτικής. Εκείνη την εποχή για μια τυφλή, φτωχή γυναίκα αυτές ήταν οι μόνες εναλλακτικές εργασίας. Η Iku αποδέχεται την παράκλησή της και δέχεται να τη φιλοξενήσει. Η σαγηνευτική νέα γυναίκα γοητεύει και τους δύο άνδρες. Ο Mankichi τηρεί τις αποστάσεις ευπρέπειας, ενώ ο νεαρός τους γείτονας την ερωτεύεται περιπαθώς και εκείνη ανταποκρίνεται. Παρόλο που διατείνεται ότι δεν μπορεί να συνηθίσει την τυφλότητα τής, αφού αυτή η κατάσταση προήλθε από ατύχημα πριν οκτώ χρόνια όταν ήταν δώδεκα χρονών, προοδεύει εντυπωσιακά στα μαθήματα χειροπρακτικής. Σε ένα μάθημα αναγνωρίζει ψηλαφώντας το κατάστικτο από τατουάζ σώμα του Mankichi τη μάσκα ενός δαίμονα παραδοσιακού ιαπωνικού θεάτρου. Η Iku δείχνει εντυπωσιασμένη, αφού παραδέχεται ότι εκείνη χρειάστηκε πολύ περισσότερο χρόνο για να τα αποκρυπτογραφήσει με τα δάχτυλά της.
Οι μέρες κυλούν ήσυχα, ώσπου ένα βράδυ που είναι μόνες οι γυναίκες στο σπίτι, η Iku ρωτάει τη Sayo ποιος είναι ο πραγματικός λόγος που ήρθε στο σπίτι τους: «Δεν είσαι πλανόδια τραγουδίστρια. Θα της πει με απόλυτη ηρεμία. «Τα χέρια σου είναι λεπτά και απαλά. Φοράς μυρωμένο λάδι στα μαλλιά σου και με το shamisen σου παίζεις ερωτικούς σκοπούς». Η Sayo θα της αποκαλύψει ότι η μητέρα της ήταν γκέισα και η ίδια Maiko (ασκούμενη γκέισα), ώσπου ένα βράδυ μετά από μια ανεξέλεγκτη ερωτική νύχτα της μητέρας της με τον εραστή της, εκείνος θα την σφαγιάσει και αμέσως μετά θα τυφλώσει τη δωδεκάχρονη Sayo, για να μην μπορεί να τον εντοπίσει. Ο άνδρας αυτός είναι ο Mankichi, ο σύντροφος της Iku. Και ο λόγος της άφιξής της είναι να τον εκδικηθεί. Η Iku της λέει ήρεμα: «Να πράξεις αυτό που θεωρείς σωστό».
Οι ημέρες κυλούν ήρεμα ώσπου ένα βράδυ ο Mankichi θα φέρει στο σπίτι ένα tanuki για δείπνο. Θα τα σφαγιάσει βάναυσα μπροστά σε όλους και αυτό θα ξυπνήσει οδυνηρές μνήμες στη νεαρή Sayo που μετά το γλέντι που ακολούθησε του δείπνου θα τυφλώσει τον Mankichi καίγοντάς του τα μάτια με αναμμένο κάρβουνο. Μετά την εκδικητική της πράξη θα φύγει σαν σκιά μέσα στη νύχτα αφήνοντας όλα τα υπάρχοντά της πίσω και δεν θα τη ξαναδούν ποτέ. Ναρκωμένος από τη βαθιά μέθη αυτός δεν θα αντιδράσει καθόλου και θα παραμείνει έτσι ως την αυγή της επόμενης ημέρας. Η Iku που έχει αντιληφθεί τα πάντα, θα σηκωθεί, θα του φτιάξει ένα στοργικό πρωινό και θα τον φροντίσει τρυφερά σωματικά και ψυχικά, ενώ εκείνος σφαδάζει από την οδύνη της τυφλότητάς του.

Οι συμβολισμοί:
Τόσο το κείμενο, όσο και η παραστασιακή αποτύπωσή του βρίθουν συμβολισμών από την ιαπωνική λαογραφική παράδοση: οι άνεμοι, η βροχή, το χιόνι δεν είναι απλά καιρικά φαινόμενα, έχουν συμβολισμούς που ο σκηνοθέτης συνδέει με τη δράση του έργου του. Ο άνεμος αντιπροσωπεύει την κίνηση, την αλλαγή, τις εναλλαγές της ζωής αλλά και την καταστροφική μανία. Η Sayo εμφανίζεται στο σπίτι εν μέσω σφοδρών ανέμων.
Η αρμονική συνύπαρξη των ηρώων συμβαδίζει με συνεχείς βροχές. Η βροχή συμβολίζει τις ομορφιές της ζωής, όσο και την παροδικότητά της (mujō). Τα βρόχινα τοπία δίνουν τη δυνατότητα για ενδοσκόπηση και συνειδητότητα. Το χιόνι συμβολίζει την εφήμερη ομορφιά, την αγνότητα και τον σωματικό και πνευματικό καθαρμό καθώς και την ευθραυστότητα της ζωής. Δεν είναι τυχαίο που οι πιο ευτυχισμένες στιγμές συνύπαρξης των ηρώων λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια του χιονιού που όμως θα ενεργοποιήσουν τους μηχανισμούς εκδίκησης και θα οδηγήσουν τη Sayo στην τύφλωση του Mankichi φέρνοντας οδυνηρό αλλά σωτήριο πνευματικό καθαρμό.
Τέλος, το θυσιαζόμενο ζώο που πυροδότησε με τη σφαγή του την εκδικητική μανία της Sayo είναι το tanuki, ένας παράξενος συνδυασμός ασιατικού σκύλου με ρακούν που έχει μαγικές ιδιότητες και θεωρείται πνεύμα του δάσους που κατά περίσταση ενισχύει είτε την καταστροφή, είτε την τύχη. Έχει ενδιαφέρον όμως η αντιστικτική αποκρυπτογράφηση του έργου και με αρχαιοελληνικούς όρους και συμβολισμούς:
Ο Mankichi σφαγιάζοντας μια γυναίκα πάνω στον σεξουαλικό παροξυσμό του διαπράττει ύβρη, ξεπερνώντας τα ανθρώπινα μέτρα και όρια. Ακολουθεί η Άτη που θολώνει το μυαλό του και τον οδηγεί σε ακόμα μιαρότερες πράξεις και ως εκ τούτου τυφλώνει ένα αθώο μικρό κορίτσι (τη Sayo) για να αποσοβήσει την βδελυρή του πράξη. Η τύφλωση του νεαρού κοριτσιού τού προσδίδει μεταφυσικές ιδιότητες και ενσαρκώνει τη θεϊκή οργή, δηλαδή τη Νέμεση που οδηγεί στην Τίση, την τιμωρία που επιβάλλουν οι θεοί για να αποκατασταθεί η τάξη και με τη σειρά της εκείνη εντοπίζει τον μιαρό και τον τυφλώνει. Η τιμωρία και πτώση του ήρωα θα επιφέρουν την αποκατάσταση της ισορροπίας: την Κάθαρση που ενσαρκώνεται από την Iku, η εκ γενετής τυφλή γυναίκα που έχει τις ενορατικές ιδιότητες που αποδίδονταν από τους θεούς στους μάντεις (π.χ.Τειρεσίας) ή στους θνητούς που η οδύνη τούς είχε οδηγήσει στην εξύψωση π.χ, ο Οιδίποδας μετά την αυτοτύφλωσή του. Το Ζώο είναι σφάγιο προς τους θεούς που συμβολίζει την ανθρωποθυσία της γυναίκας που σφαγιάστηκε. Προφανώς, το έργο μπορεί να αναλυθεί με όρους ψυχαναλυτικής προσέγγισης.

Το κείμενο και η σκηνοθεσία του Kurō Tanino
Ένα υψηλών συγκινησιακών συχνοτήτων παραστασιακό εγχείρημα που συνδυάζει την αρμονική συνύπαρξη της λαογραφικής ιαπωνικής κουλτούρας και του δυτικότροπου θεάτρου εγείροντας θέματα συμπερίληψης, φεμινισμού και ισότητας, και διερώτησης για την έξαρση των γυναικοκτονιών που απασχολούν τον σύγχρονο κόσμο μας. Ιδωμένα όμως υπό το πρίσμα ενός θεραπευτή ψυχών-αφού η πρώτη ιδιότητα του σκηνοθέτη είναι αυτή του ψυχιάτρου- που πλησιάζει με γνώση αλλά και στοργή την αντιφατική ανθρώπινη φύση.
Ο Kurō Tanino συγγράφει και σκηνοθετεί με θαυμαστή λιτότητα και ευθυβολία. Αδιόρατα, λεπταίσθητα αλλά διαπεραστικά με τόση ουσιαστική βαθύτητα που κατακλύζει κατά κύματα γνήσιας συγκινησιακής φόρτισης το κοινό που παρακολουθεί το έξοχο σκηνικό λεπτούργημά του. Προσφέρει ένα τρανταχτό παράδειγμα ιδεατής σύνδεσης θεάματος και θεατή και αποδεικνύει περίτρανα ότι το θέμα της βαθιάς και ουσιαστικής πρόσληψης δεν είναι αδύνατο στη βραχυκυκλωμένη εποχή μας.

Για το σκηνικό σύμπαν:
Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει ότι δίνεται η αίσθηση του απλού χειροποίητου θέατρου, με τα πιο απλά υλικά που δημιουργεί μια ανακουφιστική οικειότητα στον θεατή και παράλληλα μια θαυμαστή εγγύτητα με τη φύση, αφού ακούμε ήχους που συντροφεύουν την καθημερινότητα των κατοίκων του ορεινού, απομακρυσμένου σπιτιού, όπως αυτούς των εντόμων και των ζώων. Καθώς και τους ήχους των καιρικών φαινομένων αλλά και τις εναλλαγές τους.
Βλέπουμε, επίσης, τα χρώματα της Ανατολής και της Δύσης καθώς και του μεσουρανήματος του Ήλιου. Το εντυπωσιακό είναι ότι για να δημιουργηθεί αυτή η θαυμαστή όσο και καταπραϋντική (ψευδ)αίσθηση του χειροποίητου έχουν συνεργαστεί με απόλυτη ακρίβεια και ζηλευτή έμπνευση δύο μεγάλες ομάδες δημιουργών τόσο στο ηχητικό όσο και στο εικαστικό τοπίο. Η παράσταση αυτή αποτελεί την έμπρακτη απόδειξη ότι μπορεί η χρήση της σύγχρονης υψηλής τεχνολογίας στο θέατρο να είναι αρωγός της σύνδεσης μεταξύ σκηνικού συμβάντος και θεατών και να λειτουργεί υπέρ της πρόσληψης του θεάματος και όχι να αποτελεί ένα μέσο αυτάρεσκης επίδειξής της.
Αντιμετωπίσαμε μια ιδανική χρήση των σύγχρονων μέσων που αποτελεί παράδειγμα χρήσης της τεχνολογίας στην τέχνη της σύγχρονης θεατρικής πράξης. Αμέριστο θαυμασμό και βαθύ σεβασμό στους συντελεστές:
Σχεδιασμός ήχου: Koji Sato
Μουσική διεύθυνση: Yu Okuda
Μουσικό θέμα τίτλων τέλους “Sleeping Fires”: Yu Okuda, Tomotaka Sekiya
Μουσικοί: Suiho Tosha φλάουτο nohkan, Tomotaka Sekiya μπάσο, Yukino Matsuura ντραμς
Σκηνική μουσική shamisen: Isosuke Kineya
Αντιστοίχως για το εικαστικό σύμπαν της παράστασης τα εύσημα στους:
Σκηνικά: Michiko Inada
Κοστούμια: Mariko Tomoyoshi
Σχεδιασμός φωτισμών: Masayuki Abe
Σχεδιασμός βίντεο: Nobuhiro Matsuzawa
Δημιουργία video animation: Ryuichi Matsumoto
Κοστούμια: Mariko Tomoyoshi

Οι ερμηνείες:
Ο Ιάπωνας δημιουργός καθοδηγεί τους ηθοποιούς του με ευγενική δεξιοτεχνία, και ουσιαστικό σεβασμό δίνοντάς τους ζωτικό χώρο ελεύθερης καλλιτεχνικής έκφρασης και τα αποτελέσματα είναι συνταρακτικά. Οι ηθοποιοί του με καθηλωτική λιτότητα αγγίζουν τα έγκατα του υπαρξιακού ανθρώπινου πυρήνα. Η Natsue Hyakumoto ως ηλικιωμένη αλλά θαλερή Χάνα. Είναι εξαιρετικά πειστική και ακριβής στην αρχιτεκτονική του ρόλου. Πλαισιώνει με συμπληρωματικό τρόπο τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Ο Takao Shibata που υποδύεται τον νεαρό, μοναχικό συμπαθητικό γείτονα δημιουργεί μια εξαιρετική σπουδή ντροπαλοσύνης και καλοσύνης και αποδίδει με ιδιαίτερη λεπτότητα την ερωτική συστολή αλλά και το έντονο πάθος προς τη Sayo.
Ο Susumu Ogata ως Mankichi ο ήρωας που έχει διαπράξει ύβρη και κρύβει οργή και ενοχές κάτω από ένα πρόσχαρο, άξεστο και εξωστρεφές προσωπείο. Αποδίδει εξαιρετικά την ταραγμένη ένοχη συνείδηση που προσπαθεί να κάνει την ύβρη να σωπάσει με τις θορυβώδεις αντιδράσεις του. Οι κωμικές νότες που επιστρατεύει ο ηθοποιός τονίζουν την τραγική έκφανση του ρόλου.
Η Αφήγηση της Yoshie Tanikawa είναι από τα πιο ισχυρά στοιχεία του σκηνικού συμβάντος. Με την ερμηνεία της που διαπερνά τόπο και χρόνο, που είναι πέρα και πάνω από τα ανθρώπινα, θεμελιώνει το μεταφυσικό στοιχείο της παράστασης. Λειτουργεί όπως η Λάχεσις -η μία από τις τρεις μοίρες στην αρχαιοελληνική γραμματεία- που καθορίζει την τύχη κάθε ανθρώπινου πλάσματος.
Ιδιαίτερη μνεία στις δύο τυφλές ηθοποιούς που ερμήνευσαν τους ρόλους των δύο γυναικών. Η λεπτομερής σμίλευση των χαρακτήρων που υποδύονται, ο έξοχος τρόπος που υφαίνουν τη μεταξύ τους σκηνική σχέση, οι αδιόρατοι, σιωπηλοί συναισθηματικοί δεσμοί που δημιουργούν μέσα από φράσεις της καθημερινότητας, καθώς και οι μύχιες σκέψεις τους που αναφαίνονται, αποτελούν μια έξοχη ερμηνευτική σπουδή και ένα παράδειγμα για τα ύψη που μπορούν να κατακτηθούν στην υποκριτική τέχνη. Απέραντος σεβασμός και βαθύς θαυμασμός για τη Rio Sekiba (Iku ) και την Ineko Kawai (Sayo).

Αξιομνημόνευτα:
Η αφήγηση της Yoshie Tanikawa.
Η ηχητική αποτύπωση του ανέμου, της βροχής, των πουλιών και των ζώων.
Η οπτική αποτύπωση των χιονονιφάδων που πέφτουν.
Οι ηχητικές διαφοροποιήσεις καταιγίδας από απαλής βροχής.
Οι χρωματισμοί που αποτύπωναν τις ώρες μιας ημέρας. Από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου.
Η απόδοση των σκηνών της καθημερινότητας.
Η συγκλονιστική στιγμή της συζήτησης των δύο γυναικών που αποκαλύπτει την αιτία που η Sayo ήρθε στο απομακρυσμένο ορεινό σπίτι.
Η σκηνή της εκδίκησης.
Η συγκλονιστική σκηνή του φινάλε, όταν η Iku φροντίζει στοργικά τον βυθισμένο στην οδύνη τυφλό πια Mankichi.

…Συνοψίζοντας
Ένα άρτιο, σαγηνευτικό, σπάνιας βαθύτητας και συγκινησιακών φορτίσεων σκηνικό εγχείρημα, διαποτισμένο με μια ποιοτική λεπτότητα και μια βαθιά αγάπη για τα ανθρώπινα. Παραδειγματική χρήση της υψηλής τεχνολογίας προς όφελος του σκηνικού εγχειρήματος. Εξαιρετικά εμπνευσμένο το ηχητικό και εικαστικό σύμπαν με την καθηλωτική ερμηνευτική λιτότητα που αγγίζει τα έγκατα του υπαρξιακού ανθρώπινου πυρήνα. Επιτυγχάνεται βαθύτατη σύνδεση του θεάματος με τους θεατές. Ο Kurō Tanino συγγράφει και σκηνοθετεί με θαυμαστή λιτότητα και ευθυβολία. Η σημαντικότερη παραστασιακή κατάθεση που έχουμε δει μέχρι στιγμής στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Ένα σκηνικό ποίημα.
*Tokugawa: Επώνυμο της δυναστείας των σογκούν που κυβέρνησαν την Ιαπωνία από το 1603 έως το 1868 στην πρωτεύουσα Έντο (το σημερινό Τόκιο) ονομαστή εποχή ειρήνης και πολιτισμού στην ιστορία της Ιαπωνίας .
**shamisen: παραδοσιακό ιαπωνικό έγχορδο μουσικό όργανο με μακρύ λαιμό, το οποίο μοιάζει με λαούτο.
