«Το πρώτο βήμα για να εξοντώσεις ένα έθνος είναι να διαγράψεις τη μνήμη του. Να
καταστρέψεις τα βιβλία του, την κουλτούρα του, την ιστορία του…»
Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης – Μ. Κούντερα
Στο πλαίσιο του επετειακού θεατρικού της ρεπερτορίου η Στέγη Ιδρύματος Ωνάση πραγματοποίησε ένα εκτενές αφιέρωμα στον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ της Αβινιόν Tiago Rodrigues, που πλέον συνδέεται με φιλικούς δεσμούς με τον πολιτιστικό οργανισμό. Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε δύο επαναλήψεις: το “Βy Heart” και τον «Χορό των Εραστών» που φιλοξένησε η Στέγη το 2016 και το 2024 αντίστοιχα, καθώς και την καινούρια του δημιουργία με τον τίτλο “La Distance” (Η Απόσταση). Και στα τρία αυτά προτεινόμενα -από τον πολιτιστικό οργανισμό- έργα, τόσο τη δραματουργία όσο και τη σκηνοθεσία υπογράφει ο διεθνής δημιουργός, και θα μπορούσαν πέρα από μεμονωμένες σκηνικές παραγωγές να συλλειτουργήσουν θαυμάσια σαν μία τριλογία του οποίου το πρώτο μέρος θα ήταν το “Βy Heart”, το δεύτερο «Ο Χορός των Εραστών», και το τελευταίο «Η Απόσταση» συνυφαίνοντας μια σκηνική ποιητική της μνήμης και της ροής της διαδοχής των γενεών.
“Βy Heart”
Η παράξενα τρυφερή και παράδοξα επαναστατική παράσταση “Βy Heart” έκανε πρεμιέρα στις 20 Νοεμβρίου 2013, στο Teatro Maria Matos στη Λισαβόνα της Πορτογαλίας. Και τον Δεκέμβριο του 2016 στο πλαίσιο του αφιερώματος για τα 400 χρόνια από τον θάνατο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση. Το κείμενο το έχει γράψει ο ίδιος ο δημιουργός συνυφαίνοντάς το με αποσπάσματα από τους Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Ρέι Μπράντμπερι, Τζορτζ Στάινερ, Γιόζεφ Μπρόντσκι.
Έχει δύναμη ένα ποίημα να αλλάξει τον κόσμο; Μπορεί οι λέξεις να μετατραπούν σε μια επαναστατική υπερδύναμη του καλού; Ένα ποίημα, συγκεκριμένα το τριακοστό σονέτο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ και δέκα θεατές-εθελοντές επί σκηνής που δεν έχουν καμία ιδέα για την παράσταση διδάσκονται το σονέτο από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του φεστιβάλ της Αβινιόν, συγγραφέα, σκηνοθέτη και ηθοποιό Tiago Rodrigues.

Ένα παράξενο σύμπαν από ιστορίες που γεννήθηκαν στο νου σημαντικών συγγραφέων αλλά και της γιαγιάς του δημιουργού που χάνει σταδιακά το φως της δημιουργούν μεταξύ τους παράξενες, απρόσμενα συγκινητικές συνδέσεις που αφορούν τα μύχια της ανθρώπινης ζωής και ψυχής, αλλά εκτείνονται στο συλλογικό βίωμα, αγγίζουν τη δημόσια σφαίρα, την πολιτική αλλά και την ιστορία. Θα αποκαλυφθούν μπροστά στα μάτια μας καθώς η επί σκηνής διδασκαλία του σονέτου προχωράει.
Το έναυσμα είναι μια τηλεοπτική εκπομπή με τον τίτλο: «Περί ομορφιάς και παρηγοριάς» που είναι καλεσμένος ο Τζώρτζ Στάινερ. Οι ιστορίες του βραβευμένου με Νόμπελ Μπόρις Παστερνάκ, και η αγάπη της γιαγιάς- Καντίτα μιας μαγείρισσας από τη βόρεια Πορτογαλία που είναι η γιαγιά του δημιουργού θα μας οδηγήσουν στην αποκρυπτογράφηση του μυστηρίου πίσω από την επιλογή αυτού του Σαιξπηρικού Σονέτου.


“La Distance”
Η τελευταία δημιουργία του θεατρανθρώπου είναι ένα αλληγορικό παραστασιακό παραμύθι από το (δυστοπικό) μέλλον της υπό αφανισμό ανθρωπότητας.
Μεταφερόμαστε στο μέλλον. Βρισκόμαστε στο 2077 μ.Χ. Οι συνθήκες διαβίωσης στον πλανήτη Γη είναι πλέον επισφαλείς: Οικονομική κρίση, κλιματική κρίση, ελλείμματα δημοκρατίας. Αναζητώντας ένα πιο υγιές και ασφαλές μέλλον ένα κομμάτι του ανθρώπινου πληθυσμού – νεαρής κυρίως ηλικίας – θα βρει καταφύγιο στον πλανήτη Άρη. Παραμένοντας στη Γη, ένας πατέρας προσπαθεί να διατηρήσει τη σχέση του με την κόρη του που έχει πάει στον Κόκκινο Πλανήτη. Μια σκηνική σπουδή στην έννοια της απόστασης. Την κυριολεκτική, τη συναισθηματική, τη συμβολική. Αυτή που δημιουργείται ανάμεσα στις γενιές. Ένας πατέρας και μια κόρη. Δύο κόσμοι άρρηκτα συνδεδεμένοι και ταυτόχρονα διαχωρισμένοι. Μετέωροι. Αντιμέτωποι με έναν κόσμο σε αναταραχή.
Η πρεμιέρα της παράστασης έγινε τον Ιούλιο του 2025 στο L’Autre Scène du Grand Avignon (Vedène), στο πλαίσιο του 79ου Φεστιβάλ της Αβινιόν.

Απομνημονεύοντας το τριακοστό Σαιξπηρικό Σονέτο – Βy Heart
«Το τελευταίο πράγμα που μπορεί να βγει από τα ετοιμοθάνατα χείλη μας ίσως είναι ένα ποίημα[…] Σαν να έχει επίγνωση της εύθραυστης και δόλιας φύσης των ανθρώπινων ικανοτήτων, το ποίημα στοχεύει στην ανθρώπινη μνήμη, γιατί η μνήμη είναι συνήθως το τελευταίο πράγμα που χάνεται, ακόμα και όταν όλη η ύπαρξή μας καταρρέει γύρω μας, σαν να προσπαθούμε να διατηρήσουμε μια ανάμνηση της ίδιας της εξαφάνισης.»
Joseph Brodsky (*)
Ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ συνέγραψε τα 154 Σονέτα του μεταξύ των ετών 1590 και 1609 όπου έγινε και η πρώτη έκδοσή τους από τον εκδότη Thomas Thorpe. Δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για το ποια είναι η ακριβής ημερομηνία συγγραφής του τριακοστού σονέτου Γνωρίζουμε όμως ότι γράφτηκε στην πλήρη συγγραφική ακμή του δημιουργού του.
Αυτό το σονέτο θα χρησιμοποιήσει ο εξέχων θεατράνθρωπος ως θεμέλιο λίθο για την παράσταση “By Heart”. Θα δηλώσει σχετικά: «Ένα ποίημα είναι παρακαταθήκη μνήμης, είναι μια κάψουλα που σε βοηθά να θυμηθείς έναν ολόκληρο κόσμο».
Θα δημιουργήσει έναν παραστασιακό γρίφο, με άξονα αυτό το σονέτο που θα αποκρυπτογραφηθεί στο τέλος της παράστασης προκαλώντας δάκρυα στα μάτια των θεατών.
Θα ανασυνθέσει επί σκηνής έναν συναρπαστικό ουμανιστικό κόσμο συναδέλφωσης διαρρηγνύοντας κάθε όριο μεταξύ σκηνής και πλατείας. Με άξονα τη δύναμη της λογοτεχνίας και του βιβλίου θα μιλήσει για τη φθορά, τον θάνατο, την αγάπη, το παρελθόν. Για κάθε μορφής απώλεια και αποχαιρετισμό. Η απομνημόνευση του σαιξπηρικού Σονέτου θα ακουστεί σαν ύστατος αποχαιρετισμός σε ό,τι αγάπησε η γιαγιά- Καντίτα λίγο πριν φύγει από τη ζωή. Ως πράξη αντίστασης από τον Πάστερνακ. Ως συλλαβιστή πορεία της ανθρωπότητας γεμάτη στραβοπατήματα, λάθη, ομορφιά, ελπίδα, φόβο, συμπόρευση και συναδέλφωση από τους δέκα θεατές που θα έχουν τη γενναιότητα να ανέβουν στη σκηνή και να διδαχτούν το σονέτο ζωντανά μπροστά μας.
Το “By Heart” είναι μια παράσταση που αναδημιουργείται κάθε βράδυ. Η δυναμική της βασίζεται στις πρόσκαιρες μορφές κοινοτήτων που δημιουργούν οι δέκα θεατές που συμμετέχουν σε αυτήν, καθώς και στη δύναμη του θεάτρου και της λογοτεχνίας. Διαχέεται σαν μια κοινή ελεγεία της (Δυτικής) ανθρωπότητας προς τη ζωή για όλα όσα μας ενώνουν στο διάβα της. Τρυφερός περφόρμερ, ενορχηστρωτής ακαταπόνητος αλλά και επινοητικός ο ίδιος ο δημιουργός που περιοδεύει με αυτήν την παράσταση -ύμνο στην αξία της απομνημόνευσης ως θεματοφύλακα της μνήμης, των αξιών, των συναισθηματικών μας δεσμών, προσπαθώντας να μάθει το Σονέτο σε όλο και περισσότερους θεατές, ενώ κάθε φορά που οι δέκα νέοι θεατές μοχθούν να το απομνημονεύσουν, η φωνή τους ενώνεται με τους δεκάδες που ήδη το έχουν απομνημονεύσει από τις παραστάσεις του Ροντρίγκες σαν μια νοερή συμβολική πανανθρώπινη συμπόρευση.

Ένα δυστοπικό παραμύθι για την έννοια της απόστασης
Γιατί η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε δύο τόπους είναι ο χρόνος…
Γυάλινος Κόσμος
Τ.Ουίλλιαμς
Οι επιλήσμονες είναι ένα κομμάτι της ανθρωπότητας που επιθυμεί να εγκαταλείψει τον πλανήτη γη, μέσω ενός προγράμματος της εταιρείας Novus και να μετοικήσει στον αφιλόξενο για το ανθρώπινο είδος πλανήτη Άρη. Ευαγγελίζονται μια καινούρια Ανθρωπότητα απαλλαγμένη από τις παθογένειες ατομικές και συλλογικές του παρελθόντος πολιτισμού.
Συνήθως είναι νέοι άνθρωποι οι οποίοι γνωρίζουν ότι μετοικώντας στον Άρη θα πρέπει να ζουν κλεισμένοι σε ειδικά κουβούκλια λόγω της έλλειψης οξυγόνου στην ατμόσφαιρα του νέου πλανήτη εποικισμού. Οι Επιλήσμονες έχουν αποδεχτεί ότι υπόκεινται σε ένα πρωτόκολλο που θα εξαλείψει κάθε ανάμνηση που διατηρούν από τη γη. Γνωρίζουν ότι δεν θα επιστρέψουν και έχουν συγκεκριμένο χρονικό περιθώριο για να ανακαλέσουν την απόφασή τους, αλλιώς θα παραμείνουν στον Άρη δια βίου. Προς διαιώνιση και προς τελειοποίηση του ανθρωπίνου είδους, ένα εξελιγμένο λογισμικό θα επιλέξει ποιος θα γονιμοποιήσει ποιόν. Ο Αλί είναι γιατρός και έχει μια εικοσιπεντάχρονη κόρη την Αμινά. Η σχέση τους είναι γεμάτη αγάπη, αλλά τη χωρίζουν διάφορες μορφές απόστασης: γενιάς, νοοτροπίας, ιδεολογίας, κοσμοθεωρίας, χαρακτήρα.
Η Αμινά ταξιδεύει προς τον Άρη, ο πατέρας της το μαθαίνει όσο εκείνη είναι καθοδόν. Δεν τον έχει ενημερώσει πριν ξεκινήσει το οριακό της ταξίδι. Μόλις εκείνη φτάσει, τότε θα μπορούν να επικοινωνούν μόνο με ηχητικά μηνύματα.
Το εξαιρετικό σκηνικό του Fernando Ribeiro και οι φωτισμοί του Rui Monteiro δημιουργούν ένα άνυδρο, απογυμνωμένο, ερημικό ψυχοτοπίο χωρισμένο στα δύο για τον καθένα από του ερμηνευτές. Η εικόνα ενώ οπτικά σχεδόν καταργεί την απόσταση, συναισθηματικά την επιτείνει, δημιουργώντας μια έντονη σκηνική παραδοξότητα με σαφείς συμβολισμούς. Στις ανθρώπινες σχέσεις, ακόμα και στις θεμελιώδεις χρειάζεται να διανυθεί μεγάλη ψυχική απόσταση για να συναντηθείς. Ακόμα και η αγάπη μπορεί να αποτελέσει ανίσχυρο μέσο στο να εξαλειφθεί η απόσταση μεταξύ δύο αγαπημένων πλασμάτων.

Πατέρας και κόρη μπορούν να επικοινωνούν μόνο με ευσύνοπτα ηχητικά μηνύματα. Όμως αυτά αρκούν για να ζωντανέψει ολόκληρη η μέχρι τώρα κοινή ζωή τους. Θα τσακωθούν, θα εξομολογηθούν, θα διαφωνήσουν ιδεολογικά, θα γελάσουν, θα εκμυστηρευτούν. Παράλληλα θα συνεχίσουν να ζουν τη ζωή που ο καθένας τους έχει διαλέξει. Η Αμινά θα μείνει έγκυος σε ένα εγγόνι που δεν θα δει ποτέ ο πατέρας της. Όσο πικρό κι αν είναι αυτό, η ροή της ζωής θα συνεχιστεί ακατάβλητη και ορμητική και αυτό από μόνο του είναι παρήγορο. Μετά από ένα διάστημα σιωπής από την Αμινα και ενώ ο πατέρας της θα της στέλνει αλλεπάλληλα αγωνιώδη μηνύματα, λαμβάνει το παρακάτω μήνυμα: «Αγαπητέ κύριε, λαμβάνω συχνά μηνύματά σας από τα οποία καταλαβαίνω ότι είχαμε σχέση στενής οικειότητας. Εξαιτίας ενός συγκεκριμένου πρωτοκόλλου που ακολούθησα έχω απωλέσει κάθε μνήμη. Θα παρακαλούσα να μου εξηγήσετε ποιος είστε και τι σχέση είχαμε.» Ακολουθεί η κραυγή του πατέρα της: «Είσαι η Αμινά και είμαι ο Αλί. Είμαι ο πατέρας σου. Και θα είμαι πάντα ο πατέρας σου, είτε με θυμάσαι είτε όχι. Και θα σεβαστώ την απόφασή σου, ακόμα και αν δεν συμφωνώ. Και θα σε αγαπάω όσο υπάρχω». Μια από τις πιο συνταρακτικές θεατρικές στιγμές που έχουμε παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια από δύο ηθοποιούς σπάνιας αισθαντικότητας, τον εκλεκτό Adama Diop στον ρόλο του πατέρα (συνεργάτη του Ροντρίγκες και συνταρακτικό Λιοπάχιν στον «Βυσσινόκηπό» του) και την Alison Dechamps, που έχει πρόσφατα ολοκληρώσει τις σπουδές της στη δραματική σχολή.

Ποιες είναι άραγε όλες οι «αποστάσεις» που πρέπει να διανύσει ένας άνθρωπος στη ροή της ζωής του; Να συμφιλιωθεί με τον παρελθόν και τους γεννήτορές του; Με τις ματαιώσεις και τις αποτυχίες του; Με τους φόβους και τα όνειρά του; Με τα λάθη και τις αδυναμίες του; Με τις επιλογές των απογόνων του; Με τη φθορά και το αναπόδραστο τέλος;
Ένα θεατρικό έργο σπάνιων αρετών και δυσεύρετης καλλιτεχνικής ποιότητας. Με μια ασυνήθιστη, παρήγορη, ανακουφιστική ουμανιστική διάσταση παρά το δυστοπικό του περίβλημα.
Είναι η «από καρδιάς» απομνημόνευση μια πράξη διαιώνισης του πολιτισμού;
Στην αυστηρή τάξη του καθολικού σχολείου που φοιτούσα η φιλόλογος μιλάει με τον πιο ανιαρό τρόπο για τον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου, έμμετρο ερωτικό μυθιστόρημα, και ένα από τα αριστουργήματα της κρητικής λογοτεχνίας στην περίοδο της Βενετοκρατίας του 17ου αιώνα. Μια συμμαθήτρια μου σηκώνει το χέρι της και λέει την ακόλουθη ιστορία:
«Στο νησί μου, τις Οινούσσες, ένα μικρό νησί γεμάτο ναυτικούς απέναντι από τη Χίο υπήρχε το εξής έθιμο: για να ζητήσει ένας άνδρας μια γυναίκα σε γάμο έπρεπε να της απαγγείλει αποσπάσματα από τον “Ερωτόκριτο”. Γεγονός παράδοξο αφού το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν αναλφάβητο. Δεν γνώριζε ούτε να γράφει, ούτε να διαβάζει. Πώς, λοιπόν, μάθαινε αυτά τα αποσπάσματα; Στα υπερπόντια θαλασσινά ταξίδια ο λοστρόμος ή ο δεύτερος Καπετάνιος ή οποιοσδήποτε μεγαλύτερος στις ατελείωτες βάρδιες μάθαινε από στήθους στον νεότερο τα αποσπάσματα που όφειλε να απαγγείλει κατά τη διάρκεια της συνάντησης των δύο οικογενειών όπου θα ζητούσε την αγαπημένη του σε γάμο… Και εκείνος που τα γνώριζε; Μα τα είχε αποστηθήσει με τη βοήθεια κάποιου μεγαλύτερου, όταν ήταν η σειρά του να ζητήσει σε γάμο τη δική του αγαπημένη.»
Γενιές αναλφάβητων ανθρώπων διασώζαν μέσω της προφορικότητας ένα λογοτεχνικό κειμήλιο της ανθρωπότητας. Και όχι μόνο, το ενέτασσαν σε κομβικές στιγμές της ζωής τους. Και η ιστορία τελείωνε με τη συγκινητική φράση: «Απαγγέλλοντας από στήθους στίχους από τον “Ερωτόκριτο” ο παππούς μου ζήτησε σε γάμο τη γιαγιά μου».
Αντιστοίχως, μέσα από μιας άλλης μορφής τελετουργία, όχι ένωσης αλλά αποχαιρετισμού, η γιαγιά-Καντίτα στο έργο του Ροντρίγκες αποχαιρέτησε τους αγαπημένους της και τη θνητή ζωή της, όταν, κι ενώ η θαμπή πια μνήμη της την είχε προδώσει, εκείνη σιγοψιθύριζε το σαιξπηρικό σονέτο. Το μόνο που θυμόταν από όλη τη διαδικασία απομνημόνευσης.
Με το ίδιο φρόνημα οι δέκα θεατές-εθελοντές παλεύουν από σκηνής με το θηρίο της αποστήθησης. Ξεχνούν λέξεις. Τις αντικαθιστούν με άλλες, κομπιάζουν. Οι λέξεις, τα νοήματα τους φέρνουν εικόνες, δικές τους αναμνήσεις. Πόνους. Χαρές. Τρόμους. Και αυτό δημιουργεί μια κοινή συναισθηματική κατάσταση που οδηγεί σε μια εν δυνάμει ενωμένη ανθρωπότητα.
Αντιστικτικά στο “La distance”, ένας πατέρας προσπαθεί να μάθει στην κόρη του την προηγούμενη ζωή της (που τον συμπεριλαμβάνει) που εκουσίως η ίδια επέλεξε να ξεχάσει. Η σπαρακτική σκηνή της κόρης που εθελούσια έχει απωλέσει κάθε ανάμνηση και έχει τυλιχτεί στη λήθη και ενός πατέρα που πασχίζει να υπενθυμίσει τη ζωή που εκείνη έζησε στη γη είναι σοκαριστική γιατί συνήθως την οδύνη της τη βιώνουμε αντεστραμμένη: ο γονιός στερείται της μνήμης και το παιδί παλεύει να τον κρατήσει από τη λαίλαπα της λήθης.

Είναι ο ανθρώπινος βίος μια ατέρμονη μάχη της μνήμης με τη λήθη; Αποτελεί η απομνημόνευση συναισθηματικό καταφύγιο; Είναι σύντροφος του ανθρώπου στις οριακές στιγμές του; Μπορεί η λήθη να είναι λυτρωτική και η μνήμη επώδυνη;
Τα δύο έργα του Τιάγκο Ροντρίγκες πραγματεύονται τις έννοιες της μνήμης και της λήθης σε όλες τους τις εκφάνσεις: συλλογική, ατομική, επώδυνη, λυτρωτική, αβοήθητη, θολή, απωθημένη, ανεξήγητη.
Μπορεί η απομνημόνευση της λογοτεχνίας και ο πολιτισμός που ήδη έχει παράξει η ανθρωπότητα να αποτελέσει αντίσταση στις τυραννίες και παρηγοριά στις αναπότρεπτες ωδίνες; Μπορεί η από στήθους απομνημόνευση να αποτελέσει πράξη ύψιστου φόρου τιμής στο παλίμψηστο του πολιτισμού μας;
Η πίστη σε έναν Αναγεννημένο Ουμανισμό
Παρόλο που δεν έχουν καμία αισθητική ή θεματική συγγένεια σε πρώτο επίπεδο τα δύο έργα ενώνονται με ένα αόρατο νήμα: το πρώτο μιλά για έναν αγαπημένο πρόγονο (μια γιαγιά) και το δεύτερο για έναν αγαπημένο απόγονο (μία κόρη) και για τον ενδιάμεσο κρίκο στις δύο αυτές γενιές που ενορχηστρώνει αυτές τις δύο ιστορίες. Μιλούν με μέγιστη τρυφερότητα, χιούμορ και κατανόηση για τα ανθρώπινα, εξαλείφοντας την ύψιστη δυσκολία που αντιμετωπίζει ένας σύγχρονος δημιουργός που είναι η σύνδεση του παραγόμενου καλλιτεχνικού του έργου με τον αποδέκτη του.
Το σημαντικότερο αλλά και θαυμαστό επίτευγμα του Τιάγκο Ροντρίγκες μέσω αυτών των δύο έργων είναι η ευθύβολη συναισθηματική σύνδεση που κατόρθωσε να δημιουργήσει με τους θεατές του. Και αυτό το θαυμαστό κατόρθωμα πηγάζει από την ακλόνητη πίστη του διεθνούς δημιουργού σε έναν αναγεννημένο Ουμανισμό που μας εμπεριέχει όλους.
Το πραγματικό κατόρθωμα ενός καλλιτέχνη δεν είναι τόσο το ηχηρό χειροκρότημα, όσο τα αμετάκλητα, αυθόρμητα δάκρυα που πλημμυρίζουν την πλατεία κατά τη θέασή του έργου του. Και ο Τιάγκο Ροντρίγκες άγγιξε τόσο βαθιά τις ψυχές μας ώστε τα δάκρυά μας δροσίσαν, έστω και προσωρινά τους άνυδρούς και έρημους συναισθηματικά κόσμους μας.
(*) από τη σελίδα του δημιουργού
