Η ευσύνοπτη, γριφώδης και κρυπτική νουβέλα «Ντάμα Πίκα» του Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1834 στο λογοτεχνικό περιοδικό Biblioteka Dlya Chteniya αποτέλεσε μια φαινομενικά απρόσμενη ρεπερτοριακή επιλογή του σκηνοθέτη Στάθη Λιβαθινού. Η σκέψη του να αποπειραθεί μια παραστασιακή αποτύπωση της νουβέλας του Πούσκιν «Ντάμα Πίκα», για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε μια (απόδοση)-διασκευή που έγινε ειδικά για την παράσταση του από την έμπειρη και καταρτισμένη δραματουργό (και όχι μόνο) Έλσα Ανδριανού μοιάζει απροσδόκητη αλλά δεν είναι.
Με αυτόν τον τρόπο προσφέρει τη σπάνια δυνατότητα στην ηθοποιό του -και χρόνια στενή του συνεργάτιδα- Μπέτυ Αρβανίτη που έχει μια μακρά και ευρεία πορεία στη θεατρική σκηνή να δοκιμαστεί σε έναν ρόλο που εκκινεί από μια λογοτεχνική ηρωίδα που η θεατρική διασκευή της δημιουργήθηκε με γνώμονα την ίδια. Το γεγονός δε, ότι δεν έχει παιχτεί στην Ελλάδα, προσφέρει στην έμπειρη ηθοποιό τη σπάνια ευκαιρία να δημιουργήσει την πρώτη ερμηνευτική κατάθεση που θα λειτουργήσει αρχετυπικά.

Παράλληλα προσφέρει τη δυνατότητα και στην ίδια και στο κοινό της να απολαύσουν το στοιχείο της έκπληξης, αφού είναι κάτι που πρωτοδημιουργείται σκηνικά χωρίς προηγούμενη παραστασιακή αναφορά. Βασιζει δε το παραστασιακό του εγχείρημα σε ένα εγνωσμένης αξίας λογοτεχνικό υλικό που συνδυάζει την υψηλή ηθική διερώτηση, την κοινωνιολογική ανάλυση της εποχής του, το χιούμορ, τα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής και τη μεταφυσική απόληξή τους. Ο Στάθης Λιβαθινός θα αξιοποιήσει τη σκηνοθετική του δεξιοτεχνία σε πεδία ήδη επιτυχώς δοκιμασμένα, όπως η μετατροπή του λογοτεχνικού υλικού σε σκηνική πράξη, το αφηγηματικό στοιχείο ως δομικό στοιχείο παραστασιακού γεγονότος, την εντυπωσιακή σκηνική πύκνωση χωρίς απίσχναση του λογοτεχνικού προπλάσματος. Θα αναδείξει -για ακόμη μια φορά- τη δύσκολη σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας. Και θα δημιουργήσει ένα εύρυθμο, συγχρονισμένο, άρτια δομημένο σκηνικό αποτέλεσμα.
Μεθοδική αλλά και ευφάνταστη η απόδοση – διασκευή της Έλσας Ανδριανού, η οποία θα συνομιλήσει με το αρχικό λογοτεχνικό κείμενο με γνώση, σοβαρότητα, ακρίβεια, σεβασμό στο λογοτεχνικό πρόπλασμά του αλλά και με ελευθερία στις επιλογές της, όπως το επιτάσσουν οι νόμοι του θεάτρου. Τόσο η σκηνοθετική οπτική και η δραματουργική επεξεργασία (Στ.Λιβαθινός), όσο και η απόδοση – διασκευή (Έλσα Ανδριανού) συνοδοιπορούν σε μια αγαστή και αποδοτική συνεργασία.
Ο σημαίνων σκηνοθέτης κατορθώνει και δημιουργεί επί σκηνής φασματικές χωροχρονικότητες υψηλής θεατρικής ποιότητας μόνο με το σώμα των ηθοποιών του. Ο ηθοποιός αφηγείται επί σκηνής μια ιστορία που έχει ήδη συντελεστεί οδηγώντας μας στο παρελθόν, ενώ ταυτόχρονα υποδύεται τον ήρωα στο παρόν του «εδώ και τώρα» και αυτή η διττή χρονικότητα δημιουργεί τη συνθήκη του αδιάλειπτου και του διηνεκούς που εκτείνεται στο Άπειρο, δημιουργώντας ένα δρώμενο αενάως παραγόμενο στο διηνεκές μιας φασματικά αιωρούμενης θεατρικής σκηνής.
Εγείρονται, ωστόσο, ακόμα μια φορά ζητήματα που αφορούν την πρόσληψη του παραστασιακού γεγονότος στην πολιτισμικά μεταβατική εποχή μας. Σε ποιο κοινό απευθύνεται, και τι σκοπεύει να μεταδώσει; Και αυτό, νομίζω, δεν εδράζεται τόσο σε παραστασιακούς χειρισμούς ή κώδικες του σκηνοθέτη, όσο στη ρευστότητα του πολιτισμικού μεταιχμίου που διανύουμε. Το πιο μεγάλο και πιο δύσκολο διακύβευμα για έναν δημιουργό του καιρού μας, ακόμα και του διαμετρήματος του Λιβαθινού είναι να επανεφεύρει το νήμα που συνδέει τη σκηνική πράξη με τον αποδέκτη του, ο οποίος παραμένει πιο ρευστός και ασαφής από ποτέ.
Ο δημιουργός του καιρού μας, καλείται εκ νέου να απαντήσει στο νευραλγικό ερώτημα που έθεσε ο Peter Brook λίγο πριν την αυγή του νέου αιώνα στο παραστασιακό εκμαγείο του που προανήγγειλε την εμβληματικη παρασταση “The tragedy of Hamlet”(2000) στο “qui est la?”, έναν σκηνικό διάλογο για τη θεατρική πράξη που κληροδοτεί ο 20ος αιωνας στον 21ο αιώνα. Χρησιμοποιώντας την πρώτη φράση από τον Άμλετ του Σαίξπηρ διερωτώμενος «ποιος είναι εκεί;», ποιος είναι ο θεατής στον οποίο απευθύνεται ο κάθε δημιουργός της εποχής μας, ποιος είναι ο καινούριος εκπρόσωπος της (δυτικής) ανθρωπότητας που πασχίζει να γεννηθεί; Ερώτημα που οφείλει να θέσει και ο ίδιος ο καλλιτέχνης αυτού του αιώνα που οφείλει να μιλήσει στην (και για) τη μεταιχμιακή εποχή του. Και φρονώ ότι αυτό το δυσεπίλυτο, νευραλγικό ερώτημα επιζητά εκ νέου διερώτηση σε θεωρητικές αρχές και θέσεις. Συνθήκη από την οποία δεν εξαιρείται ούτε ο σημαίνων δημιουργός.

Οι συντελεστές
Στην ευθυβολία του θεατρικού εγχειρήματος συνεισφέρει καθοριστικά η έξοχη σκηνογραφική και ενδυματολογική κατάθεση της Ελένης Μανωλοπούλου. Ενδεχομένως από τις πιο εμπνευσμένες της θεατρικής χρονιάς που διανύουμε. Μια περιστρεφόμενη κυκλική πλατφόρμα που τροφοδοτεί το σκηνικό εγχείρημα με συνεχείς επανανοηματοδοτήσεις: Θα γίνει η κρεβατοκάμαρα της ηλικιωμένης κόμισσας, το δαιδαλώδες αρχοντικό της που θα εισβάλλει με δόλο ο νεαρός τυχοδιώκτης, ο τύμβος της, το εφιαλτικό τοπίο επαναφοράς της στις φασματικές επισκέψεις της στον Χέρμαν. Ένα παλιό καρουζέλ φορτωμένο με σκονισμένα -άχρηστα πια- αντικείμενα, μάρτυρες μιας εποχής προ πολλού περασμένης, που κουβαλά ανθρώπινες ιστορίες που δεν σκοπεύει να αποκαλύψει και τέλος σηματοδοτεί την ακατάπαυστη, νομοτελειακή κυκλικότητα της ζωής και του θανάτου παραδομένη στα χέρια ενός μοχθηρού πνεύματος που καθορίζει τα ανθρώπινα. Είναι εντυπωσιακή η πολυπλοκότητα των νοηματοδοτήσεων μιας σκηνογραφικής σπουδής που κατορθώνει πρακτικά να ενσωματωθεί λειτουργικά σε μια τόσο μικρή σκηνή.
Ατμοσφαιρικό και ευθύβολο, συνοδοιπορεί και το φωτιστικό σύμπαν του Αλέκου Αναστασίου που συνδημιουργεί μια σκηνική σπουδή υψηλής εικαστικότητας και υγρών θερμοκρασιών. Στις παραστασιακές ποιότητες συνεπικουρεί το ηχητικό σύμπαν που δημιούργησε ο Τηλέμαχος Μούσας (Ηχητικός σχεδιασμός – περιβάλλον, σύνθεση – διασκευή κομματιών) με τηνσύμπραξη του Νέστορα Κοψιδά.

Ξεχωριστή μνεία για την επιμέλεια της κίνησης από την Άννα Μάγκου.
Θα ήταν παράλειψη αν δεν υπήρχε αναφορά στην έξοχη, εικαστικά συναρπαστική και παραστασιακά καίρια συνεισφορά των Γιάννη Παμούκη (Σχεδιασμός κομμώσεων – περούκες – μακιγιάζ) και Joseph Tayar (Κομμώσεις) .
Επιπροσθέτως, αντανακλά την πολιτιστική ποιότητα που επιθυμεί να προσφέρει ένας ιστορικός μεν, μικρός δε θεατρικός οργανισμός όπως το «Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας» -σε καιρούς δυσπραγίας- να δείχνει βαρύνουσα προσοχή στο πρόγραμμα που συνοδεύει την παράσταση. Και να κάνει επιλογές όπως: να αναθέτει την επιμέλειά του στον καθηγητή Παναγιώτη Μιχαλόπουλο, την έκδοση στην Καπα Εκδοτική και τον σχεδιασμό του στην καλλιτεχνική δεινότητα του Ιωάννη Κ .Τσίγκα. Δεν θα μπορούσε να μην γίνει αναφορά στην ποιότητα του χαρτιού και το εξώφυλλο του Τάσου Αρβανίτη όσο και στις καλλιτεχνικά συναρπαστικές φωτογραφίες της Ελίνας Γιουνανλή.

Οι ερμηνείες
Ο Παναγιώτης Καμμένος ωςΠρίγκιπας Πάβελ Αλεξάντροβιτς Τόμσκι, ο εγγονός της κόμισσας. Είναι εναρμονισμένος με το παραστασιακό σύνολο χωρίς να το υπερβαίνει.
Ο Νίκος Αλεξίου, ( Χαρτοπαίκτης/ σύζυγος κόμισσας/ Σεν Ζερμέν) κινείται με άνεση αλλά χωρίς ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις στους παραπάνω ρόλους. Στον ρόλο του Τσεκαλίνσκι, όμως, μας επιφυλλάσσει ενδιαφέρουσες αποχρώσεις της ιδιοτελούς ξιπασιάς και της ταξικής αλαζονείας.
Η Δήμητρα Χατούπη – μοχθηρό πνεύμα- (εύστοχη -κατά τη γνώμη μου -επινόηση του ρόλου από τη διασκευή) αισθάνομαι ότι προσπερνά την ευκαιρία δημιουργίας ενός καταλυτικού ερμηνευτικού αποτυπώματος, ενώ διαθέτει και την εμπειρία και τις δυναμικές.
Η Εύα Σιμάτου (Λισαβέτα Ιβάνοβνα, προστατευομένη της Κόμισσας) στην πιο ώριμη υποκριτική της στιγμή δημιουργεί μια στιβαρή, πολυεπίπεδη, εύρυθμη αλλά και ευφρόσυνη ερμηνευτική σπουδή. Με αψεγάδιαστο έλεγχο των εκφραστικών της μέσων και αξιοθαύμαστο μέτρο σμιλεύει την αφελή, συναισθηματική και ονειροπόλα μορφή ενός κοριτσιού εγκλωβισμένου από τη δουλεία που της επιβάλλει η δυσμενής κοινωνική της θέση. Ενώ άθελά της μετατρέπεται σε ευκολόπιστο πολιορκητικό κριό μιας εφόδου που καταλήγει σε έναν ακούσιο φόνο. Παράλληλα πλάθει μια εύστοχη, ειρωνική αφηγηματική σκηνική γλώσσα ευθύβολης κωμικότητας που λειτουργεί ως εύστοχο κοινωνιολογικό σχόλιο των τεκταινομένων.

Στη μελέτη του «H γραφή ως Εξορκισμός: Οι Προσωπικοί Κώδικες των Πούσκιν, Λέρμοντοφ και Γκόγκολ» (2005), ο Ilya Kutik πρεσβεύει ότι ο Πούσκιν έγραψε την «Ντάμα Πίκα» για να εξορκίσει τους προσωπικούς δαίμονες, τους φόβους του και να κατασιγάσει τις αμφιβολίες και τις δεισιδαιμονίες που κατέτρωγαν την ψυχή του. Ισχυρίζεται ότι η «Ντάμα-Πίκα» είναι η αντίδραση του ποιητή στις ζοφερές προβλέψεις μιας μάντισσας από την Αγία Πετρούπολη που του προμάντευε την πιθανότητα πρόωρου και άδικου τέλους. Η πρόβλεψη θρυλείται ότι ήταν η εξής: «Υστεροφημία και δόξα για μια ζωή που αν δεν κοπεί το νήμα της απότομα στα 37 της χρόνια, θα μακροημερεύσει. Να φυλάγεται είτε από άγριο ξανθό ή λευκό άλογο ή από ξανθό οπλισμένο νέο άνδρα»
Σημείωση: Ο Πούσκιν θα ξεψυχήσει στα 37 του χρόνια, ύστερα απο μονομαχία τιμής στην οποία είχε προκληθεί. Ο άνδρας που τον σκότωσε είχε όλα τα χαρακτηριστικά της «πρόβλεψης». Ενδεχομένως το τραγικό γεγονός του θανάτου του να δημιούργησε τον θρύλο της προφητείας. Ο ποιητής υπό το βάρος των προλήψεων που στοίχειωναν τη ζωή του έγραψε μια ιστορία χρησιμοποιώντας το μοτίβο της ειμαρμένης, των σκοτεινών δυνάμεων που οδηγούν στην τρέλα για να αντιμετωπίσει και να εξηγήσει τους δικούς του δαίμονες.
Έτσι-υποστηρίζει ο Ilya Kutik* – δημιούργησε τον χαρακτήρα του Χέρμαν ως alter-ego του. Ο ήρωάς του ακροβατεί από την πραγματιστική θεώρηση της ζωής ως τη φιλαργυρία και τη φαυλότητα. Την αλαζονεία της πρόσκαιρης τύχης του τυχερού παιγνίου μέχρι τη συντριβή από το μεταφυσικό στοιχείο και την τρέλα. Ένας συνταρακτικός χαρακτήρας ακραίων μεταπτώσεων, αντιφατικών συναισθημάτων και άκρατης σαγήνης που ο μεγάλος ποιητής τον υποβάλλει σε έναν δύσκολο δρόμο μαρτυρίου.
Η ερμηνευτική προσέγγιση του Γιάννη Σύριου ως Χέρμαν, αξιωματικού του Μηχανικού είναι αβαθής και εξωτερική. Οι μεταπτώσεις του αδέξιες και άτεχνες. Ιδίως στη σκηνή της κατάρρευσης και της τρέλας αποδυναμώνοντας ανεπίστρεπτα τον χαρακτήρα που ερμηνεύει.
Η Μπέτυ Αρβανίτη ως Κόμισσα Άννα Φεντότοβνα είναι απολαυστική. Απαλλαγμένη από κάθε είδους ανάχωμα απολαμβάνει κάθε φράση, κάθε στιγμή, κάθε σκηνική ανάσα μετατρέποντας τη θεατρική πράξη σε αυτό που πραγματικά είναι: ένα ευφάνταστο, σπάταλο, αέναο και αινιγματικό παιδικό παιχνίδι. Θα αντλήσει το ερμηνευτικό υλικό της από το παλίμψηστο της θεατρικής πράξης διασχίζοντας με ευκολία αιώνες αισθητικών ρευμάτων και υποκριτικών μορφών.
Στη σκηνή του boudoir με την προστατευόμενή της, Λιζέτα θα αντλήσει από το μολιερικό σύμπαν και τις σπαρταριστές σκηνές Αφέντη-υπηρέτη. Στις φασματικές σκηνές του μεταφυσικού θα αντλήσει από την πανούργα μάγισσα Σελεστίνα του Φερνάντο ντε Ρόχας ενώ στις διηγήσεις για την παραμονή της στο παλάτι των Βερσαλλιών θα ενδυθεί τον λεπταίσθητο στιλιζαρισμένο υπαινιγμό του ιδιοφυούς Μαριβώ. Οι σκηνικές διερωτήσεις της πάνω στην ανθρώπινη ζωή, το γήρας και τον θάνατο θα αναδυθούν μέσα από το μπεκετικό σύμπαν του Τέλους του παιχνιδιού ενώ η νεκρική της μάσκα θυμίζει απροσπέλαστο, τρομακτικό τοτέμ.

…Συνοψίζοντας
Η «Ντάμα Πίκα» αποτελεί μια ευφάνταστη ρεπερτοριακή επιλογή με δεξιοτεχνική σκηνοθεσία κι εξαιρετική σκηνογραφική σπουδή. Ευφάνταστες ερμηνευτικές καταθέσεις από την Μπέτυ Αρβανίτη και την Εύα Σιμάτου. Παραμένει όμως ως μείζον διακύβευμα το ζήτημα της πρόσληψης.
(*) Ο Ilya Kutik είναι σημαντικός Ρώσος ποιητής, συγγραφέας και αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Σλαβικών γλωσσών και λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου του Northwestern.
