«Πάντα δούλευα πολύ σκληρά και το μόνο που ήθελα ήταν να γίνω χορεύτρια. Όχι να γίνω χορογράφος – δεν είχα ιδέα γι’ αυτό, ποτέ. Η επιθυμία μου ήταν μόνο να χορεύω. Διαπίστωσα ότι ο χορός ήταν ο τρόπος που εκφραζόμουν. Μιλούσα πολύ λίγο τότε – τώρα μιλάω σαν καταρράκτης! Αλλά τότε δεν είχα λόγια. Και ανακάλυψα ότι με τη μουσική και με την κίνηση υπήρχε κάτι που ήμουν εγώ» (Ein Stück von Pina Bausch, 2008). Με αυτόν τον τρόπο θα απαντήσει η Pina Bausch στην ερώτηση «Τι είδους άνθρωπος ήσουν στα 18 σου;».
Το καλλιτεχνικό έργο που μας κληροδότησε η Pina Bausch -μια σπάνια και ακριβή πολιτισμική παρακαταθήκη- μοιάζει να συνοψίζει στον πυρήνα της τη φράση τουΖωρζ Μπατάιγ: «Αυτός ο κόσμος έχει δοθεί στον άνθρωπο ως ένα αίνιγμα προς λύση. Όλη μου η ζωή –τόσο οι αλλόκοτες, άσωτες στιγμές της, όσο και οι βαρείς διαλογισμοί μου– πέρασε με το να λύνω το αίνιγμα»*. Όλος ο βίος της, μια ακατάπαυστη, επίμονη, εμπύρετη προσπάθεια να λύσει «το αίνιγμα του κόσμου». Με όχημα της δημιουργίας της το Ανθρώπινο Σώμα. Το φθαρτό ανθρώπινο σώμα. Το ιερό και βέβηλο. Το ηδονικό ή ανέραστο. Το ευάλωτο αλλά και πάμφωτο. Το εκθαμβωτικό αλλά και γελοίο. Το αέναα εγκλωβισμένο στην ανελευθερία των κοινωνικών συμβάσεων κάθε εποχής. Το εμπορεύσιμο και αναλώσιμο από τον ισχυρό και αήθη συνάνθρωπό του. Το κατακερματισμένο από τον βασανιστή του.
Στην προσπάθειά της να αποκρυπτογραφήσει το μέγα αίνιγμα άρθρωσε μια νέα αισθητική γλώσσα, πρότεινε μια ιδιοφυή σύμπραξη τεχνών, ένα ρηξικέλευθο σωματικό λεξιλόγιο και μια σκηνική αφήγηση ελεύθερης υποσυνείδητης ροής απαλλαγμένης από τη γραμμικότητα. Ενσωμάτωσε ιδιοφυώς στο έργο της το μπρεχτικό ιδίωμα. Αφομοίωσε δημιουργικά κατά τη διάρκεια των σπουδών της στη φημισμένη Σχολή Juilliard στη Νέα Υόρκη (1960) όλες τις νέες τάσεις μιας εποχής που επώαζαν το καινούριο κοινωνικά, πολιτικά, αισθητικά.

Αποκρυστάλλωσε τη δημιουργία της σε ένα μοναδικό καλλιτεχνικό είδος, που εμφανίστηκε συγκεχυμένα ήδη από το 1927 στη Γερμανία. Συνομίλησε με διαύγεια με το εύρος των παραστατικών τεχνών με βάση τον χορό και αιχμή τη θεατρική πράξη. Ανέδειξε το εικαστικό σύμπαν σε καθοριστικό συνομιλητή. Έδωσε έμφαση στη δημιουργική διαδικασία Ενσωμάτωσε στοιχεία του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Το διαπότισε με πηγαία έμπνευση, σπάνια εκφραστικότητα, γνήσια συγκίνηση, έντονη πολιτική διάσταση, εκφάνσεις άφατης τρυφερότητας, απογυμνωτικής ειλικρίνειας και απελευθερωμένου ερωτισμού. Αν και το συγκεκριμένο είδος διαμορφωνόταν ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’20 από σημαντικούς χορογράφους μέχρι να φτάσει σε εκείνη, η Pina Bausch του έδωσε τέτοιες μυθικές διαστάσεις, ώστε αυτό το είδος ταυτίστηκε με το όνομά της: Τanztheater.
Ο James Woodall θα σημειώσει για το έργο της: «Σε έναν πολιτισμό όπως ο δικός μας, όπου η κατηγοριοποίηση μετράει πολύ, οι σκηνοθετικές παραστάσεις της Πίνα Μπάους αναζητούν μάταια ένα εύκολο όνομα, ένα συγκεκριμένο νόημα, μια ορθολογική περιγραφή… τίποτα από τα οποία δεν μπορεί να βρεθεί σε αυτό που πραγματικά κάνει. Ο κόσμος της είναι ελλειπτικός, μετα-ορθολογικός, προ-κλασικός. Έχει -και αυτό την κάνει ταυτόχρονα αναίσχυντη και ξεχωριστή- τη μοναδική ικανότητα να ενώνει στη σκηνή τις ασταθείς παρορμήσεις ενός παιδιού με την πνευματώδη αυτοσυνείδηση της ενηλικίωσης. Αυτές οι ιδιότητες φάνηκαν αμέσως σε αυτά τα δύο πρωτοποριακά έργα, τα οποία παραμένουν τόσο φρέσκα, εκπληκτικά και συναρπαστικά όσο ήταν όταν πρωτοεμφανίστηκαν σε έναν άλλο αιώνα και σε μια μικρότερη Γερμανία. Αν μη τι άλλο, η πρωτοτυπία τους έχει βαθύνει με την πάροδο του χρόνου. (Από το πρόγραμμα The Singular Art of Pina Bausch του James Woodall για το Café Muller & The Rite of Spring του 2008)

Kontakthof – Οι πολλαπλοί «τόποι» συνάντησης
Το Kontakthof εμβληματικό έργο της πρώιμης δημιουργικής περιόδου της Pina Bausch, από τον Δεκέμβριο του 1978 που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Tanztheater Wuppertal Pina Bausch δεν έπαψε μέχρι σήμερα να παρουσιάζεται στις σκηνές του κόσμου. Το ελληνικό κοινό ήρθε πρώτη φορά σε επαφή με τον παράξενο, πολύβουο, πολυπρόσωπο χρωματιστό, ευφάνταστο αλλά και περίλυπο του κόσμο το 1988 στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού. Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της καθοριστικής συνομιλίας της δημιουργού με το εικαστικό σύμπαν του εμβληματικού σκηνογράφου και ενδυματολόγου Rolf Borzik, που καθόρισε το εικαστικό ιδίωμα του θιάσου.
Ο αλλόκοτος, κρυπτικός και δυσμετάφραστος τίτλος του σημαίνει -σε ελεύθερη μετάφραση- «τόπος συνάντησης» κατά λέξη όμως σημαίνει μια αυλή που σηματοδοτεί κάθε τύπου ανθρώπινη επαφή. Με έμφαση στην ερωτική. Μια αστική σάλα χορού, ουδέτερη, ελαφρώς φθαρμένη με όμοιες καρέκλες και με έντονη την πατίνα του χρόνου θα πλημμυρίσει από ένα πολύβουο, πολύχρωμο πλήθος γυναικών και ανδρών σε αναζήτηση «του άλλου». Η χαρά, η άγνοια, η βία, ο πόθος, η γελοιότητα, η ηδονή, η σκληρότητα, η απελπισία, η ασχήμια, η υπέρβαση, η απόρριψη, η ένωση ζωντανεύουν μπροστά μας από το παλλόμενο ανθρώπινο σώμα. Που περιστοιχίζεται -αλλά είναι και αναπόσπαστο μέρος του- ενός αμήχανου αλλά και κατασπαρακτικού περίγυρου.

Το χοροθεατρικό εγχείρημα υποκρύπτει μια δριμεία αμφισβήτηση του αστικού καθεστώτος. Το κατηγορεί για την υποκρισία και την αυτοαναφορικότητά του. Ένα αδηφάγο καθεστώς που ανατροφοδοτείται από τον ίδιο του τον εαυτό. Και αδρανοποιεί τα μέλη του. Το τραύμα του Μεγάλου Πολέμου πυορροεί διαρκώς επί σκηνής. Οι συνέπειες του είναι διαρκώς παρούσες. Η ερειπωμένη ενοχή της διχοτομημένης Γερμανίας που αιματοκύλησε τον κόσμο επίσης. Το πολύβουο πλήθος λαχταρά τη χαρά της ζωής. Την επανεφευρίσκει, την διεκδικεί, την καταβροχθίζει αλλά δεν επαρκεί σε έναν κληροδοτημένο κόσμο από συντρίμμια. Η λέξη «αυλή» που είναι βασική συνδυαστική λέξη του τίτλου παραπέμπει σε κάθε είδους ίδρυμα κράτησης και ανελευθερίας. Βρισκόμαστε στην εποχή του Ψυχρού πολέμου. Της κορύφωσης δράσης των τρομοκρατικών οργανώσεων. Των «λευκών κελιών» κράτησής τους που οδηγούν τους τρόφιμους στην τρέλα. Που υπονοούνται στην παράσταση από το επαναλαμβανόμενο παροξυσμικό γέλιο που διαπερνά τη σκηνή και το ηχηρό κλάμα που διαρρηγνύει κάθε ατμόσφαιρα χαράς είναι βασικά επαναλαμβανόμενα μοτίβα της παράστασης.
«Σιωπή! Παντού σιωπή. Απ’ έξω ούτε φωνή, ούτε ήχος, ούτε θόρυβος. Τίποτα. Όλα σιωπηλά και κατάλευκα. Βλέπω το μυαλό μου σε αργή κινηματογραφική κίνηση, να βγαίνει από το κρανίο μου, να αλητεύει εδώ κι εκεί και να κυλάει στο πάτωμα και να γίνεται ένα με το αιώνιο λευκό του κελιού μου. Διαλύομαι! Πρέπει να αντισταθώ. Δεν θα μπορέσετε να με τρελάνετε. Πρέπει να σκεφτώ, να σκεφτώ!», αναφέρεται στη συγκλονιστική καταγγελία για τις συνθήκες κράτησης της αντάρτισσας πόλεων Ουλρίκε Μάινχοφ, τoυ Συμπλέγματος Μπάαντερ–Μάινχοφ, κατά κόσμον Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF). (Ευγενία Κοτρώτσιου Αν μάθεις πως αυτοκτόνησα, να είσαι σίγουρη ότι ήταν φόνος: Η Ουλρίκε Μάινχοφ και ο Μάιος του 1976,14-05-25)
Το πολυπρισματικό σύμπαν του πρώτου Kontakthof του 1978 απορροφά και μεταγλωττίζει σκηνικά την ιστορία. Τόσο ως συλλογικό τραύμα, όσο και ως τρομακτικό παρόν. Η Pina Bausch συχνά χρησιμοποιεί τις επανεκδόσεις του Kontakthof- ως ένα εν εξελίξει κοινωνιολογικό σκηνικό πείραμα, επανεφευρίσκοντας διαρκώς την έννοια της συνάντησης με εκδοχές της ανθρώπινης ύπαρξης.
Συγκεκριμένα:
Χορογραφώντας τη γενιά της. Τα παιδιά του πολέμου που έφτασαν 60+ (2000)
Η πιο σπαρακτική εκδοχή του Kontakthof. Ένας θίασος από «κυρίους και κυρίες άνω των 65». Συντοπίτες της από το Βούπερταλ. Παιδιά του πολέμου σαν την ίδια τη δημιουργό. Ανήκουν στην ίδια γενιά. Έζησαν τον όλεθρο και επιβίωσαν. Μοιράζονταν τα ίδια τραύματα και έχουν ήδη ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Από αυτούς έχει δημιουργηθεί ήδη η νεότερη γενιά της ανθρωπότητας. Σώματα που εκφράζουν τον υπαρξιακό σπαραγμό. Τη φθορά. Την πικρή ανασφάλεια των δυνάμεων που χάνονται, της βαθύτητας των αισθημάτων. Της πικρίας των διαψεύσεων. Τη μοναξιά και την ερήμωση. Τη διαχείριση της τρομερής διαπίστωσης ότι δεν θα ζήσεις για πάντα. Ότι αισθάνεσαι την πικρή διαδικασία της αναπόφευκτης φθοράς.

Η αναβίωση των εφήβων: «Το Ξύπνημα της Άνοιξης» (2008)
«αναζήτηση επαφής
δείξτε τον εαυτό σας
απορρίψτε
με φόβο
με ευχές
με απογοητεύσεις
με απελπισία
πρώτες εμπειρίες
πρώτες προσπάθειες…» Pina Bausch (για το Kontakthof του 2008)
Η Πίνα Μπάους το 2008 θα επαναλάβει το σκηνικό πείραμα. Αυτή τη φορά με ερασιτέχνες εφήβους. Θα τους καλωσορίσει στις οντισιόν με απροσποίητη γλυκύτητα: «Καλημέρα σας, μαθαίνω ότι είστε αγχωμένοι, δεν υπάρχει κανένας λόγος να νιώθετε έτσι». Δύναμη, βία, θυμός, πρόκληση, απολυτότητα, άγνοια, σφρίγος, συστολή. Επιθυμία, τρυφεράδα και πρωτόγνωρα συναισθήματα για το αδοκίμαστο, πανέμορφο κομμάτι της καινούριας ανθρωπότητας. Σε μια παράσταση που θυμίζει θεματικά «Το Ξύπνημα της Άνοιξης» του Φρανκ Βέντεκιντ.
«Είμαι περίεργη, πολύ περίεργη για το πώς θα πάει όλο αυτό. Τους έχω εμπιστοσύνη. Έχουν κάνει μεγάλη προσπάθεια και τους αγαπώ όλους τους. Και αν γίνει κάποιο λάθος, δεν με απασχολεί. Η αφοσίωσή τους με αγγίζει βαθιά, με κάνει ευτυχισμένη», θα δηλώσει. Η τρυφερότητα του βλέμματός της στις πρόβες που ακουμπά τα σώματα και τις ψυχές τους είναι συγκλονιστική. Συγκλονιστικά είναι και όσα αποκαλύπτονται από την καινούρια αυτή εκδοχή της ανθρωπότητας .
«Δεν ήξερα ότι μπορώ να χορεύω έτσι», θα πει ένα νεαρό κορίτσι.
«Έχω αγκαλιάσει κορίτσια. Ο τρόπος που αγκαλιάζω στην παράσταση δεν ήξερα ότι υπάρχει», θα αποκαλύψει έκπληκτος ένας νεαρός έφηβος.
Μετά το φινάλε της πρεμιέρας, η Πίνα Μπάους θα ανέβει στη σκηνή θα αγκαλιάσει τον καθένα ξεχωριστά προσφέροντάς του από ένα τριαντάφυλλο.

Η αναβίωση με τους κορυφαίους χορευτές της Όπερας του Παρισιού (2022)
Το 2022 η Josephine Ann Endicott θα διδάξει για πρώτη φορά τη χορογραφία στους κορυφαίους χορευτές της περίφημης Όπερας του Παρισιού. Η ίδια έχει συμμετάσχει στην πρώτη παράσταση του 1978. Η ψυχρή τελειότητα παραμονεύει από παντού και κατακλύζει τα πάντα απονευρώνοντας τον δυναμικό πυρήνα των προθέσεων της Μπάους. Η χορογραφία της σχεδόν χλευάζει την αλαζονική, άψογη, ψυχρή αποτύπωση του αρχικού της δημιουργήματος. Σε μια εν αγνοία των προθέσεων ειρωνική εκδοχή της.

Η αναβίωση με Έλληνες ερμηνευτές στο Εθνικό Θέατρο (2025)
Αδιαμφισβήτητα η ελληνική εκδοχή του Kontakthof -υπό την καθοδήγηση των Josephine Ann Endicott και Δάφνι Κόκκινου- κατακλύζεται από τον βαθύ σεβασμό, την ουσιαστική αφοσίωση, την απέραντη ευγνωμοσύνη, την υπερπροσπάθεια, την αξιομνημόνευτη αντοχή και τη συγκινητική σεμνότητα των Ελλήνων ερμηνευτών.
Όλοι τους είναι άξιοι επαίνου και συγχαρητηρίων. Τους αναφέρω με σεβασμό και συγκίνηση: Θανάσης Ακοκκαλίδης, Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Βίκυ Βολιώτη, Κατερίνα Γεβετζή, Δημήτρης Γεωργιάδης, Μαριλένα Δάρα, Δάφνη Δρακοπούλου, Νίκος Ζιάζιαρης, Ναταλία Καλογεροπούλου, Δημήτρης Κολλιός, Μελίνα Κόντη, Νίκος Κουσούλης, Κωνσταντίνος Κοντογεωργόπουλος, Νίκος Λεκάκης, Έρη Μάγκου, Δημήτρης Μανδρινός, Ιωάννης Μπάστας, Αλεξάνδρα Όσπιτση, Εβίνη Παντελάκη, Πύρρος Θεοφανόπουλος, Έλσα Σίσκου, Βασιάνα Σκοπετέα, Σάνια Στριμπάκου.

Ας μου επιτραπεί να ξεχωρίσω τους: Δημήτρη Κολλιό για την ιδιότυπη και πολύ ενδιαφέρουσα σκηνική παρουσία του με αυτοσαρκαστικό χιούμορ και βαθιά ποιότητα τρυφερότητας. Θανάση Ακοκκαλίδη για τη σκηνική του ευγένεια. Εβίνη Παντελάκη για την αρτιότητα τεχνικής, τις ποιότητες σπαραγμού και αυτοσαρκασμού. Θαυμαστά συμβατή με το πνεύμα της Πίνα Μπάους.
Από τους Έλληνες συντελεστές, δεν θα μπορούσε να μην αναφερθεί η δύναμη, η ευθυβολία αλλά και η ποιητικότητα των λέξεων του Γιώργου Δεπάστα. Η αρτιότατη, ποιοτική, βαθιά καλλιέργεια και γνώση της Έρις Κύργια που αποτυπώνεται στις κειμενικές επιλογές του εξαιρετικού προγράμματος και στις μεταφράσεις από τα γερμανικά.
Τέλος, αδιαπραγμάτευτα αυτή η συνεργασία ήταν μια απρόσμενη και ηχηρή επιτυχία του Εθνικού Θεάτρου που ασφαλώς πιστώνεται στη ρεπερτοριακή πολιτική της Αργυρώς Χιώτη και της Ιώς Βουλγαράκη.

Επίλογος: Pina Bausch – Η διαχείριση μιας απουσίας
Στις 30 Ιουνίου του 2009 η Πίνα Μπάους πέθανε αιφνίδια. Η είδηση του θανάτου της ανακοινώθηκε από το Χοροθέατρο του Βούπερταλ, με λιτότητα και άφατη οδύνη: Ο θάνατός της «ήρθε ξαφνικά και γρήγορα, πέντε μόλις ημέρες μετά τη διάγνωση ότι έπασχε από καρκίνο», ανακοίνωσε εκπρόσωπος του Χοροθεάτρου, τονίζοντας τη συγκινητική λεπτομέρεια ότι την περασμένη Κυριακή βρισκόταν στη σκηνή μαζί με την ομάδα της. Η ομάδα της δεν ακύρωσε ούτε μία παράσταση. Βρίσκονταν σε περιοδεία. Χόρεψαν το ίδιο βράδυ. Σαν φόρο τιμής στη μνήμη της αλλά και σαν μια απέλπιδα προσπάθεια να ξορκίσουν την τρομερή είδηση.
«Όταν πέθανε η Πίνα, θα πει ο Δάφνις Κόκκινος, έπρεπε φυσικά να αναλάβουμε ευθύνες που πριν δεν είχαμε. Ξαφνικά, είναι σαν να φεύγει το κεντρικό πρόσωπο σε μια οικογένεια και αναγκαστικά αλλάζουν τα πράγματα. Όμως υπάρχει το έργο του οποίου είμαστε όλοι συνδημιουργοί, δεν μπορείς να το αφήσεις και να πεις τελείωσα από δω, θα πάω σε ένα άλλο θέατρο. Δεν είναι μια νορμάλ δουλειά, είναι όλη σου η προσωπική ζωή. Τα προσωπικά σου βιώματα είναι όλα μέσα στα κομμάτια. Φυσικά, είναι δύσκολο επειδή δεν υπάρχει η Πίνα να πει “αυτό θέλω να το έχω έτσι” και να μην υπάρξει ούτε συζήτηση, ούτε αμφισβήτηση, αλλά με πολλή δουλειά, πολύ περισσότερη από πριν, συνεχίζουμε» (Συνέντευξη στον M. Hulot 18.12.2016, Lifo).
Από τότε έχουν περάσει σχεδόν δεκατέσσερα χρόνια. Αρκετά για να ξεθωριάζει η φυσική παρουσία. Ικανά ώστε να μετατραπεί σε πανίσχυρο τοτεμικό σύμβολο. Οι συνεχιστές της έχουν να διαχειριστούν το τεράστιο καλλιτεχνικό κληροδότημα που άφησε και που ισορροπεί σε μια εξαιρετικά εύθραυστη συνθήκη ανάμεσα στη δημιουργική μετουσίωση της κληρονομιάς που άφησε από την τοτεμική επαναφορά της.
Οι μεταφράσεις των κειμένων της παράστασης στα ελληνικά είναι του Γιώργου Δεπάστα.
* G. Bataille – Η εσωτερική εμπειρία, μτφ. Δ.Δημητριάδης, εκδ. Πλέθρον

