«Όπως η σεξουαλική επιθυμία, έτσι και η μνήμη δεν σταματά ποτέ. Ζευγαρώνει τους πεθαμένους με τους ζωντανούς, τα αληθινά πλάσματα με κείνα της φαντασίας, το όνειρο με την ιστορία» Ανί Ερνό

Οι διακεκριμένοι δημιουργοί, ο Ακύλλας Καραζήσης και ο Νίκος Χατζόπουλος συμπράττουν σκηνοθετικά επιχειρώντας μια ακόμα εκδοχή θεατροποιημένης λογοτεχνίας. Αποπειρώνται την σκηνική αποτύπωση του ιδιότυπου αλλά και συναρπαστικού μυθιστορήματος της Ανί Ερνό με  τον εύγλωττο τίτλο «Τα Χρόνια». Δομούν μια σκηνική εκδοχή του που βασίζεται στην ενδελεχή και δημιουργική αξιοποίηση των ουσιαστικών θεατρικών εργαλείων και μέσων των οποίων οι ίδιοι είναι και βαθείς γνώστες κατορθώνοντας να δημιουργήσουν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, ουσιαστικές και πλήρεις παραστάσεις της φετινής θεατρικής περιόδου.

Μια ιδιότυπη αυτοβιογραφία που συμπλέκει την ατομική με τη συλλογική μνήμη

Η  βραβευμένη το 2022 με Νόμπελ Ανί Ερνό -που σύμφωνα με τη σουηδική Ακαδημία της αποδόθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το «θάρρος και την κλινική οξύτητα με την οποία αποκαλύπτει τις ρίζες, τις αποξενώσεις και τους συλλογικούς περιορισμούς της προσωπικής μνήμης».- με την ιδιόμορφη αλλά και συναρπαστική αυτοβιογραφική γραφή ενέπνευσε πρώτα τους καλλιτεχνικούς διευθυντές του Θεάτρου Θησείον, Ιώ Βουλγαράκη και Αργύρη Ξάφη, οι οποίοι πρότειναν το βιβλίο της «Τα Χρόνια» ως υλικό παράστασης για τη σκηνοθετική σύμπραξη των δύο δημιουργών. Ο Ακύλλας Καραζήσης ήδη γνώριζε τη γραφή της, που τοποθετείται ανάμεσα στο τρίπτυχο των αγαπημένων του Γάλλων συγγραφέων μαζί με τους: Εντουάρ Λουί -το «τρομερό παιδί» της γαλλικής λογοτεχνίας- και Ντιντιέ Εριμπόν.  Ο ενθουσιασμός του συνεργάτη του αλλά και η γραφή της Ερνό έπεισαν και τον Νίκο Χατζόπουλο.

Τι είδους βιβλίο, όμως, είναι «Τα χρόνια» και τι ακριβώς πραγματεύεται; Ο Νίκος Μπακουνάκης που έγραψε το επίμετρο για την ελληνική έκδοση του βιβλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο μας διαφωτίζει σχετικά: «Τα Χρόνια» είναι ένα αυτόνομο και πρωτότυπο αφήγημα, που έχει κιόλας μοναδική θέση στη γαλλική λογοτεχνία. Είναι το τέλειο αρχιτεκτόνημα της αφηγηματικής τέχνης της Ανί Ερνό (*) , με το οποίο η συγγραφέας, αρνούμενη τη μυθιστορηματική μυθοπλασία και χρησιμοποιώντας την αυτοβιογραφία, όχι όμως στην παραδοσιακή μορφή της, δημιουργεί ένα καινούριο, υβριδικό αφηγηματικό είδος που η ίδια το ονομάζει autobiographie impersonnelle. […] Στα “Χρόνια”, η Ερνό δεν αφηγηματοποιεί τη ζωή της, ούτε επιχειρεί ένα είδος αυτοερμηνείας. Τελικά τι κάνει; Και τι σημαίνει autobiographie impersonnelle; Μια μάλλον αποδεκτή απόδοση του όρου στα ελληνικά θα ήταν “απρόσωπη αυτοβιογραφία” […] To “εγώ” της αφηγήτριας εξαφανίζεται μέσα στην κοινή εμπειρία που σηματοδοτείται από αναγνωρίσιμα σήματα-ταινίες, τραγούδια, μάρκες προϊόντων, τύπους αυτοκινήτων, ηθοποιούς και τηλεοπτικές περσόνες,[…] τεχνολογία, πολιτικά γεγονότα. […]Αυτό το χαρακτηριστικό στοιχείο στην αφήγηση της Ερνό, (δηλαδή) το “Εγώ” που διαλύεται μέσα στο “Εμείς”, δημιουργεί την αίσθηση ή την ψευδαίσθηση ότι “Τα χρόνια” είναι μια αντικειμενική καταγραφή από τη δεκαετία του 1940 έως την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, ότι πρόκειται για ένα εργαλείο που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την εποχή αυτή, τις συγκρούσεις της, τις φαντασιώσεις της και τα φαντάσματά της, τη σεξουαλικότητα, τις ταυτότητες […]».

Σκηνοθετικό και δραματουργικό πλέγμα

Ο Ακύλλας Καραζήσης και ο Νίκος Χατζόπουλος ανήκουν στην ίδια γενιά. Τη γενιά που έπεται αυτής της Ανί Ερνό. Εκείνης δηλαδή της γενιάς που ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και τα δεινά που προκάλεσε στις μεταπολεμικές κοινωνίες την άγγιξαν μόνο ως απόηχος. Την ανατρεπτική εκείνη γενιά που έζησε την εφηβεία της κατά τη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών και που ήλπιζε στην ανατροπή της με πίστη και ενθουσιασμό. Που -αν και γαλουχήθηκε με συντηρητικές πεποιθήσεις- προσδοκούσε μιας άλλης ειλικρίνειας δημόσιο λόγο και που αναζητούσε μιας άλλης μορφής ελευθερία και ανεξαρτησία στο δημόσιο και ατομικό  βίο. Που πίστευε στις συλλογικότητες. Που ήταν υπέρμαχος του γυναικείου κινήματος. Που η τελευταία «πολιτική ουτοπία», αυτή του κομμουνισμού τη συγκινούσε βαθιά και η κατάρρευσή της, της στοίχησε υπαρξιακά. Που πίστευε στην ισότητα, στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του σώματος, και αναγνώριζε τον έρωτα ως μέγιστη μορφή ελευθερίας και τον απολάμβανε πέρα από κάθε κοινωνική σύμβαση.

Έζησε και έδρασε σε ένα μεγάλο εύρος των χρόνων που περιγράφει η Ερνό. Χρόνια από τα οποία διατηρούν προσωπικές μνήμες. Και όσα δεν έζησε η ίδια η γενιά τους τα βίωσαν και τα αφηγήθηκαν σε αυτήν πολύ κοντινοί τους άνθρωποι. Το έργο της αφορά τη ζωή τους. Για αυτό και αγγίζει βαθιά τους δύο δημιουργούς. Και όχι μόνο. Αφορά και την άποψή τους για τον κόσμο, την κοσμοθεωρία τους με την οποία η συγγραφέας δείχνει να συμπορεύεται. Το έργο της, τους δημιουργεί τη συγκίνηση της κοινής μνήμης, της κοινής ιδεολογίας, του κοινού τρόπου σκέψης, των κοινών βιωμάτων. Αν σε αυτό προστεθεί το ενδιαφέρον τους για την πρόσφατη ευρωπαϊκή Ιστορία, οι λόγοι της ανάληψης αυτού του σκηνοθετικού εγχειρήματος είναι παραπάνω από διαυγείς, καθώς και οι εξαιρετικές ποιότητες που απέδωσαν στη σκηνοθεσία τους.

Έτσι όπως διαμορφώθηκε το τελικό παραστασιακό κείμενο διαφαίνεται ότι οι δύο δημιουργοί -που υπογράφουν και τη δραματουργία- δούλεψαν με έναν συγκερασμό υλικού. Αφενός με την εξαιρετική μετάφραση της Ρίτας Κολαΐτη που έγινε για την έκδοση του βιβλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (που παραχώρησε τα δικαιώματα για το συγκεκριμένο παραστασιακό εγχείρημα)- μια έκδοση ιδιαίτερα προσεγμένη και περιεκτική- και από την ενδιαφέρουσα διασκευή του Άρμιν Κέρμπερ. Αυτός ο συγκερασμός απέδωσε μια πυκνή, στιβαρή δραματουργική φόρμα που αναδείκνυε τη θεατρικότητα, σεβόταν τις δυνατότητες απορρόφησης λογοτεχνικού υλικού από το παραστασιακό εγχείρημα ενώ ταυτόχρονα κατόρθωνε να διατηρεί το νήμα της ιστορίας της μυθιστορηματικής γραφής. Ένα δραματουργικό πλέγμα διαυγές, πλήρες, ολοκληρωμένο, ικανό να αρθρωθεί σκηνικά.

Η σκηνοθετική τους γραμμή είχε ως βασικό άξονα την ευθύβολη και συγκινητική αφήγηση, τη σκηνική βαθύτητα που δεν καταδέχεται ευρημάτων και εντυπωσιασμού, τη διδασκαλία μιας ερμηνευτικής λιτότητας και μιας υποκριτικής βαθύτητας που απέδωσε ένα αρμονικό, γνήσια συγκινητικό παραστασιακό αποτέλεσμα.

Το πιο συγκινητικό όμως επίτευγμά τους είναι ότι δύο άνδρες δημιουργοί, της δικής τους γενιάς -που κατατρύχεται από πατριαρχικά κατάλοιπα, παρά τα αντισυμβατικά εύσημα- δημιούργησαν ένα ισχυρό, ευθύβολο, τρυφερό μανιφέστο αλληλέγγυο στον αγώνα του γυναικείου φύλου για την ουσιαστική χειραφέτησή του. Και αυτό αποκαλύπτεται τόσο από τις σκηνοθετικές ποιότητες, όσο και από τον τρόπο που ανάδειξαν τις ηθοποιούς τους.

Οι συντελεστές:

Τα σκηνικά της Μαρίας Πανουργιά συνεπικουρούν στο όλο παραστασιακό αποτέλεσμα με ευθύβολη αφαιρετικότητα και ουσιαστική λιτότητα. Είναι θαυμαστός ο τρόπος που ο σκηνικός χώρος αναδεικνύει και βάζει στο επίκεντρο τις ηθοποιούς. Χωρίς τα σκηνικά να τις επισκιάζουν. Αντίθετα στόχος τους είναι η ανάδειξη της ερμηνείας και της σκηνικής τους παρουσίας.

Αντιστοίχως και τα κοστούμια της Βασιλείας Ροζάνα δημιουργούν μια ήσυχη αλλά εύστοχη σημειολογία που υποδόρια μας μεταφέρει πληροφορίες για την αυτοβιογραφούμενη γυναίκα σε κάθε εποχή και στάδιο της ζωής της. Εύστοχοι και καίριοι οι φωτισμοί του Χάρη Δάλλα υπογραμμίζουν με καθαρότητα και διαύγεια το σκηνοθετικό και ερμηνευτικό πλέγμα του παραστασιακού εγχειρήματος.

Οι ερμηνείες:

Μία από τις αδιαμφισβήτητες αλλά και συγκινητικές αρετές της σκηνοθεσίας είναι ότι φωτίζει τις ηθοποιούς της και τις τοποθετεί στην κορυφή του παραστασιακού εγχειρήματος, πάμφωτες. Στο κέντρο της σκηνοθετικής αντίληψης δεσπόζει η παντοδυναμία του ηθοποιού. Εξαιρετικοί ηθοποιοί, χρόνια δάσκαλοι υποκριτικής, οι δύο σκηνοθέτες δίνουν βαρύνουσα σημασία στη διδασκαλία των ηθοποιών τους. Όσο και στην επιλογή του υποκριτικού ιδιώματος των ερμηνευτριών τους.

Και εκείνες τους το ανταποδίδουν με τις ερμηνευτικές του καταθέσεις στο πολλαπλάσιο: με ερμηνείες υψηλής δεξιοτεχνίας, σπάνιας αλήθειας και θαυμαστού βάθους. Διατηρούν αμείωτους και έξοχους ρυθμούς, αξιοθαύμαστη σκηνική σύνδεση και συμπόρευση. Παίζοντας με ημιτόνια και αποχρώσεις δημιουργούν ένα αόρατο αλλά παντοδύναμο πλέγμα συγκίνησης που αιχμαλωτίζει τους θεατές.

Με ένα σύγχρονο ερμηνευτικό αποτύπωμα η Δήμητρα Βλαγκοπούλου και η Κατερίνα Παπανδρέου βαθαίνουν και άλλο την ήδη θαυμαστή υποκριτική τους δεινότητα.

Η Δέσποινα Κούρτη μια ηθοποιός ουσίας και μεγάλης καλλιτεχνικής εμβέλειας είναι συνταρακτική. Ιδίως στον μονόλογο που αφηγείται την παράνομη έκτρωσή της στα 23 της χρόνια. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον παράλληλα με την αφήγησή της να παρακολουθεί κανείς τις αντιδράσεις των θεατών. Η επίδραση της υποκριτικής της είναι ανατριχιαστική.

Την Αγγελική Στελλάτου αντικαθιστούσε η Άλκηστις Πολυχρόνη, η οποία στάθηκε στο ύψος του παραστασιακού προσδοκώμενου. Αισθάνομαι ότι η καλλιτεχνική προσωπικότητα της Αγγελικής Στελλάτου θα προσέφερε μια άλλη ερμηνευτική διάσταση, ωστόσο η  Άλκηστις Πολυχρόνη απέδωσε μια ερμηνεία με αίσθημα ευθύνης, σοβαρότητα, δυναμισμό και ερμηνευτική πειθώ.

 Ο Διαμαντής Αδαμαντίδης συνεισφέρει αποτελεσματικά και δυναμικά στην αρτιότητα του παραστασιακού εγχειρήματος.

…Συνοψίζοντας

«Όλα είναι εδώ: ο πόλεμος, η κατοχή, η πείνα, οι δωσίλογοι, η Αλγερία, ο Μπράσενς, ο Μπρελ, ο υπαρξισμός, ο Φρόιντ, η Μπριζίτ Μπαρντό , το ροκ , οΈλβις, το μπικίνι, η ηλιοθεραπεία, ο Μάης του ’68, ο γάμος, η αντισύλληψη, η άμβλωση, το διαζύγιο, η ηδονή […] τα παιδιά και η εποχή των παιδιών, τα αντικείμενα, οι λεπτομέρειες, η ευτυχία, ο σοσιαλισμός και η διάψευση […], η πτώση του τοίχους του Βερολίνου, οι μετανάστες, η νέα ηθική τάξη, το πολιτικώς ορθό, η «προκάτ» σκέψη, ο καταναλωτισμός, το zara, και το H&M, o υπολογιστής και το κινητό, ο παγκόσμιος ιστός, η σχέση με τους νεότερους, το Παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου, οι Δίδυμοι Πύργοι, η σύνταξη. Αναγνωριζόμαστε λοιπόν στην Ερνό..Αναγνωρίζουμε τη δική μας πραγματικότητα. “Τα χρόνια της” είναι και δικά μας χρόνια». (Από το επίμετρο του Νίκου Μπακουνάκη στην έκδοση του βιβλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο)

Ακριβώς, όπως στο βιβλίο, έτσι συμβαίνει και στην παράσταση: Όλα είναι εδώ: Όλα ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια μας χάρη στην ευφυΐα, τη γνώση της θεατρικής πράξης, την καλλιέργεια, την πολιτική συνείδηση, την ευγένεια, τον σεβασμό στον Άνθρωπο δύο ευαίσθητων και μαχίμων σκηνοθετών. Χάρη στα σώματα, τις ψυχές και την υψηλή υποκριτική δεινότητα των ερμηνευτριών. Χάρη στην Αλήθεια που αναβλύζει ανόθευτη σε όλη τη διάρκεια της παράστασης και που δημιουργεί μια σπάνια θεατρική συνθήκη: αυτή που η αναπνοή των ερμηνευτών και των θεατών συντονίζεται. 

Info παράστασης:

Τα Χρόνια |  Θέατρο Θησείον