«Δεν είμαστε παρά “ερμηνευτές ερμηνειών”.»
Montaigne
Η χοροθεατρική σκηνική προσέγγιση του Νορβηγού χορογράφου, σκηνοθέτη και συγγραφέα Alan Lucien Øyen
εμπνευσμένη από την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή παραστάθηκε στο Αργολικό Θέατρο στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου στις 7 & 8 Αυγούστου. To σκηνικό γεγονός παρουσίαζε σημαντικές καλλιτεχνικές αρετές, οι οποίες όμως εξανεμίστηκαν στο σύνολό τους εξαιτίας συγκεκριμένων -κυρίως δραματουργικών -επιλογών του δημιουργού του.
Συγκεκριμένα, πλήγμα στο παραστασιακό προσδοκώμενο επέφεραν:
Ο ασυγκράτητος μαξιμαλισμός των θεματικών που θίγονται.
Η κατακερματισμένη αφήγηση που δεν βοηθά όλες αυτές τις θεματικές να αναδυθούν και να γινούν εύληπτες από τους θεατές.
Το αμάλγαμα τόσων ετερόκλητων θεματικών: υπαρξιακών, ηθικών, ιδεολογικών, φιλοσοφικών, πολίτικων που διατρέχουν ευρύτατο πολιτισμικό και χρονικό φάσμα και αλληλοεξουδετερώνονται στην απέλπιδα προσπάθειά τους να συνυπάρξουν.
Η παρατεταμένη διάρκεια του σκηνικού δρώμενου που αποδυναμώνει την ένταση, την ισχύ και τις ομολογουμένως εκλεκτές σκηνικές του ποιότητες.
Η υποβάθμιση των μέγιστων οντολογικών θεμάτων -συχνά- μέσω επιδερμικών προσεγγίσεων.
Και το μέγιστο τρωτό του σκηνικού εγχειρήματος -κατά τη γνώμη μου- ότι στην προσπάθεια του να καταδείξει το ζοφερό, φρικτό και διαρκώς αυξανόμενο φαινόμενο των γυναικοκτονιών επιχειρεί μια ανάγνωση της Αντιγόνης αναγνωρίζοντάς τη ως θύμα γυναικτονίας, εξαλείφοντας έτσι τον βασικό ιδεολογικό πυρήνα της που είναι η ελεύθερη, πολιτική βούληση, η ουσιαστική αυτοδιάθεση πέρα από κάθε στερεοτυπική συνθήκη ή ισχυρή εξουσία.
«Η τραγωδία είναι προϊόν διαλεκτικής σύγκρουσης: η παραβίαση ισχυρών αντίθετων δικαιωμάτων είναι αυτό που καθιστά την Αντιγόνη «το τέλειο παράδειγμα τραγωδίας», θα πει ο Χέγκελ. Ακριβώς αυτό το σημείο διαφεύγει στον Alan Lucien Øyen.
Αν προστεθεί το γεγονός ότι η σύνδεση θεάματος – θεατών πυρπολήθηκε ανεπίστρεπτα με την ισχυρή πόλωση που δημιουργήθηκε στη διαδικασία πρόσληψης (με δεδομένη την εκατέρωθεν ευθύνη), γίνεται αντιληπτό ότι το παραστατικό δρώμενο απώλεσε το καλλιτεχνικό του έρεισμα.

Ωστόσο, θα ήταν παράλειψη αν δεν υπήρχε αναφορά στις αδιαπραγμάτευτες αρετές του:
Τις βαθύτατα ειλικρινείς και ανυπόκριτες καλλιτεχνικές προθέσεις.
Το συναρπαστικό ηχητικό και εικαστικό περιβάλλον έτσι όπως συμπλέκεται και συνομιλεί με την εξαιρετική πλαστικότητα των σωμάτων και της χορογραφίας.
Την καλλιτεχνική τρυφερότητα με την οποία ο δημιουργός αντιμετώπισε το ανθρώπινο όν.
Την θαυμαστή δεξιοτεχνία και εκφραστικότητα των ερμηνευτών του που αναδυόταν τόσο σωματικά όσο και πνευματικά.
Και το κυριότερο: τον βαθύ σεβασμό με τον οποίο ο Alan Lucien Øyen και οι συνεργάτες του αντιμετώπισαν τόσο το Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, όσο και το ιδιάζον, συλλογικό θυμικό που αφορά τη δική μας σχέση μαζί του. Ευγένεια και σεβασμός που δεν του ανταποδόθηκε από εμάς τους θεατές.
Είναι γεγονός ότι το σκηνικό εγχείρημα του Νορβηγού δημιουργού δεν δικαιώθηκε στις καλλιτεχνικές του προθέσεις. Όμως η πραγματική αποτυχία είχε να κάνει με τους όρους θέασης που επιβάλλαμε εμείς οι θεατές. Όρους προσβλητικούς που δεν τιμούν ούτε εμάς, ούτε τον «πολιτισμό» μας, ούτε το υποτιθέμενο διακύβευμά του.


Σχετικά με το έργο
Για πρώτη φορά, η ίδια χοροθεατρική προσέγγιση της αρχετυπικής ηρωίδας που παρακολουθήσαμε, είδε τα φώτα της σκηνής στη Ρώμη στο Teatro di Roma, πιο συγκεκριμένα στο Teatro Argentina, τον Ιούλιο του 2025, κάνοντας παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ «Αντιγόνης», όπου παρουσιάζονταν αποκλειστικά παραστασιακές εκδοχές βασισμένες στη σοφόκλεια ηρωίδα. Αποτέλεσε μια συμπαραγωγή της ομάδας του διεθνούς δημιουργού των winter guests, του Teatro di Roma και της Den Norske Opera & Ballett. Ενώ τον Μάρτιο του 2026 πραγματοποιήθηκε η ασιατική πρεμιέρα της ομώνυμης παραγωγής στο 54ο Φεστιβάλ Τεχνών του Χονγκ Κονγκ, όπου παρουσιάστηκε ως «πλήρης αισθητηριακή εμπειρία, ένας προκλητικός εορτασμός της κοινής μας ανθρωπιάς και ένα κάλεσμα για συναίσθημα, αμφισβήτηση και δράση» (*)
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο πολυσχιδής δημιουργός εμπνέεται από τον μύθο της «Αντιγόνης». Η πρώτη του παραστασιακή ενασχόλησή παραστάθηκε στη Νορβηγία και αποτέλεσε μια πιο σκοτεινή και σχετικά πιο πιστή εκδοχή στο σοφόκλειο έργο που η δράση διαδραματίζεται σε ένα γραφείο τελετών.
Το σκηνικό συμβάν που παρακολουθήσαμε στο αργολικό θέατρο ξεδιπλώνεται υπό μορφή ασύνδετων σπαραγμάτων κατακερματισμένης αφήγησης και φασματικών εικόνων. Και αυτό δεν έγινε ερήμην των σκηνοθετικών προθέσεων.
Ο Alan Lucien Øyen θα δηλώσει σε συνέντευξή του: «Όλα τα στοιχεία της Ιστορίας είναι εκεί [αλλά η Αφήγηση] έχει διαλυθεί». Υπονοώντας ότι στην μεταψηφιακή εποχή μας η ψυχοσυναισθηματική σύσταση του σύγχρονου ανθρώπου είναι τέτοια που δεν μπορεί, δεν αντέχει πλέον να αφουγκραστεί τη ζωή με τη ροή μιας γραμμικής αφήγησης. Όμως αυτή η δραματουργική επιλογή πολώνει ανεπίστρεπτα τη σύνδεση του θεάματος με τον αποδέκτη του και αποδυναμώνει τις όποιες παραστασιακές αρετές. Σαφώς το παραστασιακό εγχείρημα διατηρεί εσωτερικές συνδέσεις όμως με τόσο απαιτητικούς όρους αποκρυπτογράφησης που αποβαίνουν απαγορευτικοί στα χρονικά περιθώρια ενός σκηνικού συμβάντος.

Αξιομνημόνευτες στιγμές, ερμηνείες & χειρισμοί
Αρετή της παράστασης αποτέλεσε η μινιμαλιστική, υπαινικτική σκηνοθετική γραμμή και η λιτή, ποιητική χορογραφία γεμάτη εσωτερικότητα, αν και αρκετά άτολμη και προσκολλημένη στον αισθητικό προσανατολισμό της Pina Bausch:
Η σκηνή της εισόδου που παρουσιάζονται δύο ανδρικές μορφές με μαύρα ενδύματα. Το νεαρό πρόσωπο καθοδηγεί το μεγαλύτερο που είναι τυφλό. Η τυφλή φιγούρα παραπέμπει στον μάντη Τειρεσία, μόνο που ο ιδιοσυγκρασιακός χορογράφος επιχειρεί μια αντιστροφή: ο νεαρός οδηγός του είναι αυτός που βλέπει τα αποκαλυψιακά οράματα φρίκης, φασματικές εικόνες συντριβής του σύγχρονου κόσμου μας, και όχι ο σοφός μάντης. Η οδύνη, ο πόλεμος, η εκμετάλλευση, η πείνα, η μοναξιά, η αγριότητα είναι μέρος της θρηνητικής περιγραφής του.
Το κείμενο του μονολόγου του νεκρού (Πολυνείκη) ή ενδεχομένως του οποιουδήποτε νεκρού που, αν και έχει πεθάνει, νιώθει και περιγράφει τις τρομακτικές αλλαγές στις οποίες υπόκειται το σώμα του. Η σκηνή που παρουσιάζονται επί σκηνής δύο νεαροί άνδρες ευθεία παραπομπή στον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη. Το σύμπλεγμα των σωμάτων τους ξεκινά με ένα παιχνίδι, εξελίσσεται σε μια βίαιη συμπλοκή, όπου ο ένας ακούγεται να λέει τη φράση: “I can’t breathe” σύνθημα του κινήματος Black Lives Matter στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η φράση προέρχεται από τα τελευταία λόγια του Έρικ Γκάρνερ, ο οποίος σκοτώθηκε το 2014 αφού δέχτηκε χτύπημα από έναν αστυνομικό της Νέας Υόρκης. Μια ενδιαφέρουσα σκηνική αναφορά στο τραγικό γεγονός ως κατάδειξη της συστημικής βίας.
Συγκινητικό στιγμιότυπο του σκηνικού συμβάντος οι συνομιλίες μιας μοναχικής γυναικάς ισπανικής καταγωγής που μιλά για τις αναμνήσεις της, τις μεταφυσικές ανησυχίες της, την οικογένειά της, τον φόβο της απώλειας και του θανάτου. Μόνο που ο «συνομιλητής» της είναι η Alexa. Η ψηφιακός βοηθός της Amazon. Η ευθραυστότητα, η μοναξιά, η ανάγκη για συντροφικότητα και ζεστασιά του ανθρώπινου όντος σε αντίστιξη με την ψυχρή, άψογη, ψηφιακή ακρίβεια των κατασκευασμένων απαντήσεων υψώνουν τη σκηνή σε μια ποιητική του σπαραγμού.
Η εβδομηντάχρονη χορεύτρια Nazareth Panadero είναι συνταρακτική στο ρόλο της Ισπανίδας γυναίκας προσδίδοντας στην ερμηνεία της εξαιρετικές ποιότητες σπαραγμού και χιούμορ.
Ακολούθως και ο Douglas Letheren ως Alexa απόφοιτος της φημισμένης σχολής Juilliard, ερμηνεύει με συγκλονιστική εσωτερικότητα και ευαισθησία τη μηχανή που εξανθρωπίζεται από τη συναναστροφή με την ανθρώπινη ανάγκη και οδύνη.
Η Meng-ke Wu για τη ρέουσα, εκφραστική, εύπλαστη, ποιητική της παρουσία. Μια συνταρακτική χορεύτρια τόσο τεχνικά όσο και εκφραστικά. Σε όλες τις σκηνές της, είτε ως θρηνητική γυναικεία φιγούρα. Είτε ως εγκλωβισμένη στην ακροβατική της πάλη πότε στα τρυφερά και πότε στα βίαια χέρια των ανδρών χορευτών. Μια χορεύτρια δυσθεώρητων αξιώσεων.
Τέλος, η σκηνή που ο Fernando Suels Mendoza, χορευτής του Tanztheater Wuppertal Pina Bausch μαζεύει και κολλάει τα κόκκινα πέταλα του σε ένα αποπεταλωμένο, κόκκινο τριαντάφυλλο και το ξαναφτιάχνει.
Για πάντα τραυματισμένο και ευπαθές αλλά ακόμα ελπιδοφόρα όμορφα αναδεικνύεται στον μείζονα συμβολισμό του καλλιτεχνικού εγχειρήματος: ένας τσακισμένος από τη βία και την οδύνη κόσμος που όμως συνεχίζει να ευαγγελίζεται την ομορφιά, την αρμονία, την ομόνοια, τη σύνδεση.


Εικονοποία και ηχητικό σύμπαν
Ειδική μνεία και βαθύς σεβασμός στο αισθητικό συμπάν που δημιούργησαν οι Åsmund Fæarvaag (σκηνικά), Stine Sjøgren (κοστούμια), Martin Flack (φωτισμοί), Gunnar Innvær (ήχος), Mathias Grønsdal (Βιντεο). Υψηλή αισθητική, καθηλωτική λιτότητα, υπέροχος μινιμαλισμός, θαυμαστή λειτουργικότητα, έξοχοι συμβολισμοί. Παραδειγματικός ο τρόπος συνεργασίας τους και συνεισφοράς τους. Συνταρακτικός ο τρόπος που υπογράμμιζαν τα συμπλέγματα των επί σκηνής σωμάτων.

Αξιακή διασύνδεση θεάματος – θεατή
Ο Alan Lucien Øyen συνηθίζει σε αυτή την διεθνή καλλιτεχνική του δημιουργία, τιμώντας το κοινό στο οποίο κάθε φορά απευθύνεται, να το διαφοροποιεί αφαιρώντας ή προσθέτοντας σκηνές από το σύνολο των σκηνών που το απαρτίζουν.
Με ουσιαστικό σεβασμό, συναίσθηση ευθύνης και με γνώμονα ότι απευθύνεται στο κοινό που οι προγονοί του γέννησαν τον πολιτισμό που δημιούργησε την Αντιγόνη, ο χορογράφος επέτεινε το τελετουργικό στοιχείο και πρόσθεσε στην έναρξη του σκηνικού του δρώμενου μια εικόνα που παρουσιάζει την πορεία μιας γυναικάς που κατεβαίνει από τις κλίμακες προς την ορχήστρα κρατώντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο και κατέληγε στην εικόνα αυτής της θρηνητικής γυναίκειας μορφής -ευθεία σκηνική αναφορά στην Αντιγόνη- με το κόκκινο τριαντάφυλλο αφημένο ο καταγής υπονοώντας ότι εκεί κείται ο αγαπημένος νεκρός. Μια σκηνική πράξη ουσιαστικής αβρότητας και βαθύτατης ευγένειας.
Ευγένεια που -φοβάμαι- δεν του ανταποδόθηκε από εμάς τους θεατές. Χειροκροτούσαμε κάθε φορά που έσβηναν τα φώτα για αλλαγή θεματικής και σκηνής με σαφέστατο μήνυμα ότι ανυπομονούμε να τελειώσει. Κινητά τηλέφωνα ανοιχτά με οθόνες στον μέγιστο βαθμό φωτεινότητας. Βόλτες στις κλίμακες και ανάμεσα στα διαζώματα, ακόμα και μπροστά από την Ορχήστρα που λάμβανε χώρα το δρώμενο. Και με κύματα αναχωρήσεων από το Αρχαίο Θέατρο, όχι με τον προβλεπόμενο τρόπο.
Ας σκεπτούμε τους εαυτούς μας ως καλλιτέχνες να βλέπουμε από σκηνής αυτήν την κινητικότητα σε έναν τόσο μεγάλο χώρο, ενώ καταθέτουμε την καλλιτεχνική μας προσπάθεια. Και όλη αυτή η συμπεριφορά, αισθάνομαι, ότι δεν αφορούσε την ποιότητα του θεάματος. Αλλά ότι δεν ανταποκρινόταν στην «Αντιγόνη» του φαντασιακού μας «κληροδοτήματος». Πέραν όλων των άλλων ο διεθνής χορογράφος δεν παραπλάνησε. Και μόνο ο τίτλος δήλωνε τις προθέσεις του: «Αντιγόνη», Εμπνευσμένο από το έργο του Σοφοκλή.

Αισθάνομαι, ότι θα πρέπει να μας απασχολήσει η ακραία προβληματική μας σχέση με την πολιτιστική μας κληρονομιά, που την αντιμετωπίζουμε με ιδιοκτησιακούς όρους. Ο πολιτισμός είναι πανανθρώπινος. Δεν έχει ιδιοκτησιακούς τίτλους. Γι’ αυτό και εξελίσσεται. Αλλά, ακόμα και αν αποδεχτούμε αυτή την (πλασματική) μας προσήλωση, αναρωτιέμαι γιατί δεν επιλέξαμε ως θεατές να ενεργοποιήσουμε τη μέγιστη αξιωματική μας πολιτισμική αξία που υποχρεώνει τον βαθύ σεβασμό προς τον Ξένο. Τον αδιαπραγμάτευτο ηθικό νόμο της φιλοξενίας που μας κληροδότησε ο περίφημος πολιτισμός μας;


Αναζητώντας την «Αντιγόνη»
«Αν υπήρξε μια υψίστη στιγμή τον 5ο αιώνα π.Χ. τότε αυτή πιθανόν να ήταν η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, η οποία γράφτηκε ενώ χτιζόταν ο Παρθενώνας», θα πει ο σπουδαίος κλασικιστής Peter Levi (***).
Αντιστοίχως ο καθηγητής Jason Harding (***) αναρωτιέται: «Πώς συνδέεται ένα θεατρικό έργο γραμμένο πριν από 2500 χρόνια με ένα σύγχρονο κοινό; Και «πώς μπορεί να επιτευχθεί η ριζοσπαστική μετενσάρκωση του έργου του Σοφοκλή;»
«Αθωότητα μπροστά στους κλασικούς δεν υπάρχει για έναν σύγχρονο άνθρωπο», θα υποστηρίξει στο συναρπαστικό του πόνημα «Αντιγόνες» ( ****) ο George Steiner .
«Κανένας θεατής, κανένας αναγνώστης του εικοστού αιώνα δεν συναντά την Αντιγόνη του Σοφοκλή εντελώς απροετοίμαστος […] επειδή οι παραλλαγές και οι διασκευές είναι τόσο πολυάριθμες και σημαντικές ως προς την ποιότητα [που]το κείμενο του Σοφοκλή διατρέχει τον κίνδυνο να χαθεί μέσα στο συγκείμενό του, τα συμφραζόμενα και το πλαίσιο αναφοράς . […] Πρωτο-Αντιγόνη δεν μπορεί να υπάρξει για εμάς. Καμία αφαίρεση ερμηνευτικών προσθηκών δεν μπορεί να μας ξαναφέρει στην πρεμιέρα του δράματος , στη φαινομενολογία του σκοπού και του αντίκτυπου της Αντιγόνης στα 440 π.Χ».

Ο σύγχρονος άνθρωπος του Δυτικού Κόσμου αναζητά την Αντιγόνη ως ένα από τα αρχετυπικά εναύσματα του πολιτισμικού ιδεώδους στα οποία ανατρέχει.
Για εμάς, όμως, η αναζήτηση της Αντιγόνης είναι πιο πολύπλοκη και πιο οδυνηρή γιατί συνδέεται με την κυτταρική μας μνήμη. Γιατί συνδέεται με την αναζήτηση του κατακερματισμένου Εαυτού. Με τον σπαραγμό της σισύφειας ήττας ενός λαού που τον καθορίζει η ταραγμένη και μακραίωνη ιστορία του. Γιατί συνδέεται με την εκ νέου αναζήτηση της θραυσματικής ταυτότητας μας, την αναζήτηση των συντετριμμένων προγόνων μας. Συνδέεται με την αναζήτηση της πολιτισμικά αποσαρθρωμένης κοινότητα μας. Του σπαραγμένου Εγώ μας. Εφευρίσκουμε ο καθένας τη δική του φασματική Αντιγόνη ως έσχατη λύση ασφάλειας. Ως συναισθηματικό τεκμήριο συγγένειας. Και περιμένουμε να μας επιστραφεί από τον κάθε δημιουργό που τολμά να εμπνευστεί από αυτήν. Και κάθε φορά νιώθουμε ξεγελασμένοι. Καθώς προσδοκάμε ένα κενό σχήμα και τα χέρια μας παραμένουν αδειανά.
(***) Οι παραπάνω θεωρητικοί προβληματισμοί είναι από το κείμενο που έγραψε ο Ο Jason Harding σχετικά με την παράσταση
( Ο Jason Harding είναι ο Πρόεδρος και Καθηγητής του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Lingnan. Είναι κάτοχος διδακτορικού τίτλου από το King’s College του Cambridge.)
( ****) George Steiner , Αντιγόνες , μτφρ.Β. Μάστορις-Π. Μπουρλάκης , σ. 457, εκδ. Καλέντης ,Αθήνα, 2001
