Τι είναι «τρέλα»; Γράφει ο 1+1=1: «Τρέλα είναι να ξυπνάς τη νύχτα με το μυαλό σου να σφυροκοπιέται από φωνές που σε απειλούν. Να ζητάς βοήθεια και να βρίσκεσαι καθηλωμένος με λουριά. Τιμωρημένος. Καταδίκη χωρίς αδίκημα. Χωρίς δικαστές. Χωρίς συνήγορο υπεράσπισης!»

Αυτό είναι ένα μικρό απόσπασμα από μαρτυρία ενός ασθενή που έζησε μέσα στο Δρομοκαΐτειο ανάμεσα σε πολλούς ακόμα που έμειναν στο ίδρυμα και που πολλές φορές εγκαταλείφθηκαν από τις οικογένειές τους. Στη σκηνή δύο αφηγητές ζωντανεύουν τον λόγο όλων αυτών των προσώπων, αφηγήσεις που αναδεικνύουν εκτός από τα βιώματα των ίδιων των ασθενών, τις απόψεις, τις εμπειρίες και τα στερεότυπα που κουβαλούν συγγενείς, φίλοι, νοσηλευτικό και ιατρικό προσωπικό, καθοριστικά για τον ρόλο στην πορεία και την εξέλιξη της ένταξης των ψυχικά ασθενών στην κοινωνία των «υγιών». Αυτή είναι με λίγα λόγια η ιστορία της παράστασης «ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ 343. Μαρτυρίες από το Δρομοκαΐτειο» βασισμένης στο ομώνυμο βιβλίο της Μαρίας Φαφαλιού.

Μιλήσαμε με τη Χριστίνα Λυκοτσέτα που εμπνεύστηκε αυτή την παράσταση και έχει αναλάβει τη δραματουργία της.

 

 

Πώς γεννήθηκε η ιδέα της παράστασης;

Η ιδέα για την παράσταση ήταν αποτέλεσμα πολλών γεγονότων και εμπειριών που αποκόμισα μέσα στα χρόνια όπως η επαφή μου με ανθρώπους που εργάζονται στον χώρο της ψυχικής υγείας καθώς και το προσωπικό ενδιαφέρον για την προφορική ιστορία. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να πέσει  στα χέρια μου το βιβλίο της Μαρίας Φαφαλιού. Δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε που καταπιάνομαι (θεατρικά) με ένα έργο που στηρίζεται σε πραγματικές μαρτυρίες. Πριν από κάποια χρόνια και κατά τον ίδιο περίπου τρόπο, είχα την τύχη να ανακαλύψω το έργο του Γιάννη Μακριδάκη Συρματένιοι. Ξεσυρματένιοι. Όλοι. Μια συλλογή από αληθινές μαρτυρίες Χιωτών που έφυγαν πρόσφυγες κατά τη διάρκεια της Κατοχής προς την Τουρκία και τη Μέση Ανατολή. Και στις δύο περιπτώσεις, οι συγγραφείς έχουν καταφέρει να συγκεντρώσουν ένα πλούσιο και πολύτιμο υλικό. Ένα υλικό, με το οποίο θα μπορούσε να διδάσκεται μέρος της σύγχρονης ιστορίας στα σχολεία.

Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με το βιβλίο της Μαρίας Φαφαλιού και τις μαρτυρίες από το Δρομοκαΐτειο;

Η ενασχόληση με το βιβλίο της Μαρίας Φαφαλιού γεννήθηκε μέσα από την ανάγκη να μιλήσουμε για τους «παρίες». Για τους ανθρώπους με τους οποίους ελάχιστα έχουμε ασχοληθεί. Για όλους εκείνους/ εκείνες που η πλειοψηφία των υπέρμαχων της «συμπερίληψης» φαίνεται να αγνοεί. Για τον κόσμο που στιγματίζεται, περιθωριοποιείται και τελικά εγκαταλείπεται, με μια σχετική ευκολία και μια αναπαυμένη συνείδηση. Κάτι το οποίο αποτυπώνεται ξεκάθαρα στις αφηγήσεις του έργου και πιο συγκεκριμένα στα λόγια ενός άντρα που αποφασίζει τελικά να εγκαταλείψει στο Δρομοκαΐτειο τον  ψυχικά πάσχοντα αδερφό του, παρά τις εκκλήσεις του δεύτερου, για απομάκρυνσή του από το ίδρυμα: «Άλλωστε, ο αδερφός μου, δεν φαίνεται να καταλαβαίνει κάτι, το μυαλό του είναι δεσμευμένο στην τρελή του απασχόληση… Σήμερα, τον επισκέφθηκα στο Δρομοκαΐτειο με παρακάλεσε να τον πάρω για λίγες μέρες μαζί μου. Δεν θα το μετανιώσεις. Θα δεις, μου είπε. Πως θα είναι ήσυχος, δηλαδή, για να τον πάρω μαζί μου. Έφυγα συντετριμμένος… κι αν κάνει κακό στην οικογένειά μου, στην κοινωνία, στους υγιείς; Με τίποτα. Με τίποτα».

Ποιο ήταν το πιο συγκινητικό στοιχείο που ανακαλύψατε κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας;

Η πιο συγκινητική στιγμή ήταν η συνάντηση και η συνομιλία μου με έναν ασθενή του Δρομοκαϊτείου Μια συνάντηση την οποία δεν επεδίωξα για να αποκομίσω υλικό για την παράσταση, αλλά ένα τυχαίο συμβάν που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια των προβών μέσα στο ίδρυμα. Η περίπτωση του Γιάννη (ας τον ονομάσουμε έτσι μιας και δεν είναι αυτό το πραγματικό του όνομα) με καταγωγή από ένα μικρό χωριό της Πελοποννήσου. Ο συγκεκριμένος κρατούσε μια νάιλον σακούλα με λίγα ρούχα και βιβλία, ήταν καθισμένος σε ένα παγκάκι στον προαύλιο χώρο του ιδρύματος και ισχυριζόταν πως είχε πάρει εξιτήριο. Μετά από μια σχετικά εκτενή κουβέντα για τον τόπο καταγωγής του και τα θετικά της επαρχίας και όσο η ώρα περνούσε αντιλήφθηκα πως το πρόσωπο που περίμενε και που υποτίθεται ότι θα τον παραλάμβανε προκειμένου να τον συνοδεύσει στο χωριό του, δεν υπήρχε. Η φυγή του Γιάννη από το Δρομοκαΐτειο, στην πραγματικότητα ήταν στη φαντασία του.

 

 

 

Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη μαρτυρία που σας άγγιξε περισσότερο;

Παρόλο, που όλες είχαν μεγάλο ενδιαφέρον και έντονο συγκινησιακό φορτίο θα τολμήσω να ξεχωρίσω την ιστορία μιας Σταρ Ελλάς, της δεκαετίας του ’60, που βρήκε καταφύγιο στο Δρομοκαΐτειο καθώς στον έξω κόσμο είχε στιγματιστεί και διασυρθεί από τον έντυπο Τύπο της εποχής. Η ιδέα πως ένας άνθρωπος βρίσκει καταφύγιο σε ένα ίδρυμα και προτιμά τον ιδρυματισμό από την ελευθερία γιατί η οικογένεια τον απορρίπτει και η κοινωνία τον στιγματίζει είναι συγκλονιστική.

Ποια η βαθύτερη πρόθεσή σας; Nα ευαισθητοποιήσετε το κοινό για την ψυχική υγεία, να σπάσετε στερεότυπα ή κάτι άλλο;

Η πρόθεσή μας είναι να ανοίξει μια συζήτηση για το θέμα αυτό. Να συνομιλήσουμε με το κοινό προκειμένου να σπάσουμε τα στερεότυπα που κουβαλάμε όλοι/ες. Ακόμα κι εμείς που καταπιανόμαστε με αυτό το κείμενο, οι φαινομενικά «υγιείς». Δεν κάνουμε μια παράσταση με την πρόθεση να κουνήσουμε το δάχτυλο στο κοινό, ούτε να το νουθετήσουμε. Ο διδακτισμός και η στείρα μεταφορά πληροφοριών δεν είναι στις προθέσεις μας. Δεν είμαστε ούτε γιατροί, ούτε ακαδημαϊκοί, άλλωστε. Ούτε θέλουμε απλά και μόνο να το συγκινήσουμε προκειμένου να νιώσει οίκτο για τους ψυχικά πάσχοντες. Αν και η συγκίνηση, αυτό το τρομερά ενοχοποιημένο (θεατρικά τουλάχιστον) συναίσθημα, μπορεί και να συμβεί. Κι αν συμβεί, τελικά, θα είναι ευτύχημα. Αλλά δεν θέλουμε να μείνουμε εκεί, σε μια επιφανειακή συναισθηματική επίκληση.

Ερχόμαστε να αφηγηθούμε μια ιστορία, με τρόπο απλό, δίχως πολλά τερτίπια. Θέλουμε να συνομιλήσουμε και να μοιραστούμε κάτι που θεωρήσαμε ότι έχει αξία θέασης και να βάλουμε ένα μικρό λιθαράκι στο να ανοίξει μια κουβέντα για ένα θέμα ταμπού, την ψυχική ασθένεια.

 

 

Υπάρχουν δύσκολες σκηνές που χρειάστηκε να αποδοθούν με ιδιαίτερη ευαισθησία;

Δεν υπάρχει μία δύσκολη σκηνή, υπάρχουν πολλές. Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν η πρώτη προσέγγιση και η πρώτη ανάγνωση. Αποφασίσαμε να υπερβούμε την εύκολη οδό, τη φθηνή μίμηση και αναπαραγωγή μιας στερεοτυπικής φιγούρας που έχουμε οι περισσότεροι στο μυαλό μας για τους ψυχικά πάσχοντες. Επιλέξαμε πολύ συνειδητά να φθάσουμε πιο βαθιά, στο συναίσθημα των ανθρώπων αυτών. Σε αυτό που υπάρχει κάτω από το περίβλημα της απάθειας που μπορεί να είναι αποτέλεσμα κάποιας ισχυρής φαρμακευτικής αγωγής. Άλλωστε, σε κάποιες αφηγήσεις το συναίσθημα είναι παρόν, το λένε και οι ίδιοι/ες: «με έκανες και έκλαψα» θα πει μια ασθενής στη συγγραφέα του έργου Μαρία Φαφαλιού. Βέβαια, οι αφηγήσεις δεν ανήκουν μόνο σε ψυχικά πάσχοντες, αλλά και στο συγγενικό, φιλικό και ιατρικό περιβάλλον των ασθενών. Σε όλους εκείνους τους «σημαντικούς άλλους»  που παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πορεία και την εξέλιξη της ασθένειάς τους.  

Η παράσταση αντιμετωπίζει το θέμα του κοινωνικού αποκλεισμού των ψυχικά πασχόντων. Πιστεύετε ότι η κοινωνία μας έχει αλλάξει αρκετά σε αυτό το θέμα;

Νομίζω πως η απάντηση δίνεται με ερώτηση. Ας αναρωτηθούμε ποιες ήταν οι αντιδράσεις της κοινωνίας (όλων μας) απέναντι σε φριχτά γεγονότα όπως εκείνο που έλαβε χώρα πριν από κάποια χρόνια στο Δαφνί. Όταν ένας ασθενής βρέθηκε απανθρακωμένος και δεμένος με ιμάντες στον θάλαμο όπου νοσηλευόταν. Αν θυμάμαι καλά οι αντιδράσεις ήταν ελάχιστες και δυσανάλογες του γεγονότος. Το μόνο σίγουρο είναι πως κατά το παρελθόν μια ομάδα γενναίων ανθρώπων κατήγγειλε δημόσια το κολαστήριο της Λέρου και έκανε αγώνα προκειμένου να κλείσει το περίφημο περίπτερο 16-, ένας  χώρος όπου οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν γυμνοί (χειμώνα, καλοκαίρι) έτρωγαν από φαγητό που τους πετιόταν στο πάτωμα και αντιμετωπίζονταν χειρότερα και από ζώα. Τότε, δόθηκε ένας αγώνας, με τεράστιο κόστος για τους εμπλεκόμενους και (εν μέρει) κερδήθηκε. Ένας αγώνας για ένα κολαστήριο, το οποίο λειτούργησε αρχικά ως τόπος εξορίας για πολιτικούς εξόριστους. Κατόπιν, μετά τον εμφύλιο, ως παιδούπολη (οι περίφημες παιδουπόλεις της Φρειδερίκης). Στη συνέχεια, ως τόπος  εξορίας για τις δύσκολες περιπτώσεις των ψυχικά πασχόντων που δεν αναζητούσε κανείς, συγγενής ή φίλος. Και τέλος, λειτούργησε ως καμπ προσφύγων. Τώρα, δεν γνωρίζω αν θα πραγματοποιούνταν παρόμοιες κινητοποιήσεις, αν θα δίνονταν παρόμοιοι αγώνες για τη συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων.

 

 

Υπάρχει κάτι που ελπίζετε να «μείνει» στους θεατές μετά την παράσταση;

Η σκέψη πως η γραμμή που μας διαχωρίζει από την τρέλα είναι αρκετά λεπτή.

Πώς αισθανθήκατε που δουλέψατε σε έναν τόσο σημαντικό χώρο όπως το Δρομοκαΐτειο για τη φωτογράφιση της παράστασης και για κάποιες πρόβες;

Είχαμε την ευκαιρία να περιπλανηθούμε σε έναν χώρο αρκετά επιφορτισμένο από χιλιάδες ανθρώπινες ιστορίες, να συνομιλήσουμε με ασθενείς και προσωπικό και να επισκεφθούμε τον χώρο του μουσείου. Ένα μουσείο-θησαυρός που υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να γίνει γνωστό στο ευρύ κοινό και συχνά επισκέψιμο. Ο χώρος του Δρομοκαϊτείου για εμάς ήταν ένα ησυχαστήριο, ένας τόπος περισυλλογής κι όχι ένα απλό σκηνικό που χρησιμοποιήθηκε λόγω αρχιτεκτονικού και μόνο ενδιαφέροντος.

Info


ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ 343. Μαρτυρίες από το Δρομοκαΐτειο | Μπάγκειον