Το 2007 ήταν η πρώτη φορά που το Διεθνές Φεστιβάλ Ψηφιακών Τεχνών της Ελλάδας, Athens Digital Arts Festival, πραγματοποιήθηκε στον χώρο της Τεχνόπολης. Τότε λεγόταν Athens Video Art Festival και η κονκάρδα με το λογότυπό του έχει μείνει ακόμα στο τζιν μπουφάν που φορούσα τότε, όταν «πρωτογνώρισα» αυτό το πολύ ξεχωριστό και «πολύ μπροστά» φεστιβάλ. Το Athens Digital Arts Festival από το 2005 που ξεκίνησε αποτελεί το μεγαλύτερο και μακροβιότερο φεστιβάλ για τις ψηφιακές τέχνες. Στην πορεία και την εξέλιξή του άλλαξε τοποθεσίες αλλά τη φετινή 22η χρονιά του επιστρέφει για τέσσερις μέρες στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων. Πρωταγωνιστικό ρόλο φέτος έχει η ΜΕΤΑ–MORPHOSIS, σαν ένα ταξίδι σε έναν κόσμο αλλαγής και μετασχηματισμού με έργα που σπάνε τα όρια μεταξύ τέχνης, τεχνολογίας και επιστήμης και μας καλούν να τα ανακαλύψουμε και να τα βιώσουμε. το
Το ADAF 2026 θα έχει: Installations, Video Art, Animation, AR/VR/XR, Performances, Music, Workshops, Talks, Web Art, Digital Image, Games και ADAF Kids και βάσει της “ΜΕΤΑ–MORPHOSIS” κύριος σκοπός του είναι να αναδείξει το πώς εξελίσσονται όλα γύρω μας, πώς οι αλλαγές ενσωματώνονται ή επηρεάζουν την καθημερινότητά μας. Η Έλλη – Άννα Περιστεράκη είναι η επιμελήτρια του Athens Digital Arts Festival εδώ και δέκα χρόνια, και όπως μοιράστηκε στο ελc, πλέον το ADAF αποτελεί ένα μεγάλο κομμάτι της ταυτότητάς της. Τη ρώτησα για όλο αυτό το «ταξίδι» της επιμέλειας που έχει διανύσει, για τις προκλήσεις του και τις αλλαγές που έχει παρατηρήσει στο κοινό σχετικά με την οικειοποίηση της τεχνολογίας και φυσικά για όλα τα highlights του φετινού προγράμματος:

Φέτος η λέξη κλειδί για το 22o Athens Digital Arts Festival, είναι το “ΜΕΤΑ–MORPHOSIS”. Μιλήστε μας πώς καταλήξατε σε αυτή τη θεματική και πώς θα τη συναντήσουμε στο φετινό πρόγραμμα.
Η θεματική αυτή προέκυψε από την ανάγκη μας να ανοίξουμε μια ουσιαστική συνομιλία γύρω από τα περιβαλλοντικά ζητήματα της εποχής μας. Ήδη από πέρυσι, αρχίσαμε να θέτουμε προβληματισμούς σχετικά με τη σχέση μας με το φυσικό περιβάλλον — τόσο στο κοινό μας όσο και στους καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργαζόμαστε — αναρωτώμενοι τι ρόλο μπορεί να διαδραματίσει η τέχνη σε αυτό το πλαίσιο. Σκεπτόμενοι τις βαθιές αλλαγές που συντελούνται τόσο στο φυσικό τοπίο όσο και στην καθημερινότητά μας — υπό την πίεση της κλιματικής κρίσης αλλά και της ολοένα εντονότερης τεχνολογικής παρουσίας στη ζωή μας — καταλήξαμε στη θεματική της μεταμόρφωσης. Μιας θεματικής που αναρωτιέται ακριβώς τι είναι αυτό που αλλάζει και πώς θα είναι ένας «μετά»-κόσμος που έχει ήδη υποστεί όλες αυτές τις μετατοπίσεις. Ζούμε στην εποχή του boom της τεχνητής νοημοσύνης, και είναι σημαντικό να σταθούμε σε αυτό. Μια απλή ερώτηση σε ένα σύστημα AI — κάτι που κάνουμε χωρίς δεύτερη σκέψη, συχνά στo πλαίσιo της καθημερινής περιέργειας — καταναλώνει έως και 1,75 Wh ηλεκτρικής ενέργειας, δηλαδή όσο χρειάζεται για να φορτίσει ένα κινητό τηλέφωνο για 30 δευτερόλεπτα. Η ψύξη των data centers για την ίδια αυτή ερώτηση μπορεί να αντιστοιχεί σε κατανάλωση έως 30 ml νερού. Αυτά δεν είναι απλώς τεχνικές λεπτομέρειες· είναι ζητήματα που αφορούν όλους μας αλλά δεν σκεφτόμαστε μέσα στην κάθε μας μέρα. Η ψηφιακή τέχνη έχει τη μοναδική ικανότητα να αγγίζει και να σχολιάζει αυτές τις πραγματικότητες δημιουργικά αλλά και αυτοαναφορικά. Υπάρχουν φωνές μέσα στην καλλιτεχνική κοινότητα που επεξεργάζονται αυτά τα ζητήματα με βαθύ και ουσιαστικό τρόπο. Η θεματική ΜΕΤΑ–MORPHOSIS ήρθε, λοιπόν, για να δώσει χώρο και αφήγηση σε αυτά τα έργα· να τα φέρει σε διάλογο με το κοινό αναζητώντας αυτές τις ερωτήσεις.
Με τι γνώμονα, ποιους άξονες επιλέξατε τις φετινές συμμετοχές για το πρόγραμμα;
Η επιλογή του προγράμματος στηρίζεται πάντα σε ένα σύνολο κριτηρίων που λειτουργούν παράλληλα: η αισθητική αξία των έργων, η σχέση τους με τη θεματική, το λεγόμενο «wow factor», αλλά και η ισόρροπη εκπροσώπηση τόσο καταξιωμένων καλλιτεχνών όσο και νεότερων δημιουργών. Μας είναι επίσης φοβερά σημαντικό να δίνουμε βήμα στην ελληνική σκηνή να αναδείξει τη δουλειά της οπότε στοχεύουμε σε όσο το δυνατόν καλύτερη εκπροσώπηση Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών.
Παράλληλα σημαντικό κριτήριο είναι η χρήση ενός ευρέος φάσματος τεχνολογιών αιχμής. Είναι μια πολυπαραγοντική διαδικασία και καθόλου εύκολη — η πλειονότητα των έργων που φτάνουν μέσα από τις αιτήσεις έχουν αξία και ποιότητα, όμως ο χώρος και ο χρόνος έκθεσης είναι πεπερασμένοι. Ξεκινάμε πάντα με μια πρώτη ανάγνωση όλων των αιτήσεων και στη συνέχεια συζητάμε μεταξύ μας: ποιες ομοιότητες και διαφορές εντοπίζουμε στους προβληματισμούς των καλλιτεχνών, πώς αυτοί συναντώνται — ή αποκλίνουν — από τους δικούς μας γύρω από το θέμα. Από αυτή τη ζύμωση διαμορφώνεται σταδιακά η αφήγηση της έκθεσης, σε μια προσπάθεια να προσεγγίσουμε το θέμα όσο πιο σφαιρικά γίνεται. Είναι μια διαδικασία που κινείται ανάμεσα σε αυτό που πιστεύουμε πως πρέπει να βγει έξω και σε αυτό που απασχολεί την καλλιτεχνική κοινότητα τη δεδομένη στιγμή. Τα φετινά έργα έχουν επιλεγεί για να εξυπηρετούν συγκεκριμένα την αφήγησή μας γύρω από τη μεταμόρφωση γενικά αλλά και με μια μικρή στόχευση προς ζητήματα περιβάλλοντος. Καθώς και φέτος το φεστιβάλ μας γίνεται στην Τεχνόπολη, τα κτίρια που ενεργοποιούμε είναι αυτόνομα και φιλοξενούν κάποια ή κάποιες κατηγορίες, έτσι κάθε κτιριακή ενότητα έχει και ελαφρώς διαφορετική εστίαση — με κοινό άξονα πάντα τη μεταμόρφωση.
Η κεντρική έκθεση εγκαταστάσεων στο μηχανουργείο ξετυλίγεται σαν αφήγηση: από την ανθρώπινη μεταμόρφωση, στη μεταμόρφωση της φύσης — των δέντρων, του νερού — βάζοντας στο κέντρο ένα έργο για τις μεταναστευτικές ροές ανθρώπων αλλά και πλασμάτων του νερού, ενώ μιλάει και για τη μεταμόρφωση του χώρου ως κάτι πιο υπερβατικό. Οι προβολές μας λειτουργούν ως ένας στοχαστικός χώρος πάνω στη μετάβαση — όχι μόνο ως αλλαγή μορφής, αλλά ως μια διαρκής διαδικασία αναδιαμόρφωσης της αντίληψης, της μνήμης και της ύπαρξης μέσα σε ένα περιβάλλον που μετασχηματίζεται διαρκώς, τόσο οικολογικά όσο και τεχνολογικά, ενώ τα VR/AR/XR έργα ωθούν τους θεατές να βιώσουν τη μεταμόρφωση ως μια δυναμική συνθήκη συνύπαρξης ανθρώπου, τεχνολογίας και περιβάλλοντος, όπου η αντίληψη, η μνήμη και η ίδια η εμπειρία του «είναι» επαναπροσδιορίζονται διαρκώς. Δεν λείπει φυσικά ο χώρος για τους φοιτητές και τα ακαδημαϊκά ιδρύματα, Ελλάδας και εξωτερικού, που φέρνουν τη δική τους μοναδική ματιά στο θέμα μιλώντας για το πώς η νέα γενιά καλλιτεχνών βιώνει όλη αυτή τη συνθήκη. Όλες οι υπόλοιπες κατηγορίες ακολουθούν με την ίδια συνοχή.

Έχετε υπάρξει πολλά χρόνια στο Athens Digital Arts Festival. Ποιες είναι οι προκλήσεις στην επιμέλεια του μεγαλύτερου και μακροβιότερου αυτού φεστιβάλ για τις ψηφιακές τέχνες;
Φέτος κλείνω δέκα χρόνια με το φεστιβάλ και είναι μεγάλη μου τιμή που βρίσκομαι εδώ που βρίσκομαι — έχοντας την ευκαιρία να συνεργαστώ με ανθρώπους και καλλιτέχνες μέσα από αυτή την πλατφόρμα τόσα χρόνια. Οι προκλήσεις είναι πολλές, γιατί ένα τέτοιο εγχείρημα είναι μεγάλο σε απήχηση και απαιτητικό σε πολλά επίπεδα. Η μεγαλύτερη ευθύνη της επιμέλειας είναι ότι αποτελεί, από τη φύση της, μια πολιτική πράξη. Η απόφαση να αναδείξεις ένα έργο έναντι ενός άλλου, και ο συνδυασμός τους σε μια αφήγηση, συνιστά δημόσιο λόγο. Επομένως η επιλογή θέματος, έργων και αφηγηματικής γραμμής φέρει μεγάλο βάρος — και όσο μεγαλύτερη η εμβέλεια ενός φεστιβάλ, τόσο μεγαλύτερη η ευθύνη. Αυτό αποτελεί για μένα προσωπική πρόκληση, αλλά και για όλα τα μέλη της ομάδας επιμέλειας. Δουλεύουμε πολύ στενά μεταξύ μας, δρούμε συλλογικά σε όλα τα επίπεδα, μετά από πολλή και ουσιαστική συζήτηση. Η αλήθεια είναι ότι όλοι όσοι πέρασαν και είναι στην ομάδα μας, μοιράζονται κοινό μεράκι, κοινούς προβληματισμούς και κατ’ επέκταση κοινό όραμα —αυτόματα χωρίς να είναι αυτό επιδίωξη απαραίτητα, προσθέτοντας κάθε φορά κάτι σημαντικό στο σύνολο, ο καθένας με τη δική του προσωπικότητα.
Η δεύτερη μεγάλη πρόκληση για εμάς είναι ο χώρος. Ποιος χώρος μπορεί να φιλοξενήσει και να υπηρετήσει το όραμά μας; Τα έργα είναι συχνά βαθιά χωρικά, οπότε το πού κατασκευάζεις μια εμπειρία έχει τεράστια σημασία. Άλλη φιλοσοφία είχε η Σανταρόζα — ένα ενιαίο κτίριο με πιο ρέουσα μετάβαση από το ένα ζήτημα στο άλλο — και άλλη η Τεχνόπολη, με τα διακριτά της κτίρια και την αυλή που σου δίνει χώρο να «ξεπλύνεις» μια εμπειρία πριν μπεις στην επόμενη. Κατά τη διάρκεια των χρόνων περιπλανηθήκαμε σε πολλά κτίρια της Αθήνας, ενεργοποιώντας κάθε φορά διαφορετικά σημεία της πόλης — γιατί μας αρέσει η αλλαγή, μας αρέσει να ανακαλύπτουμε, και μας αρέσει η μεταμόρφωση ενός χώρου σε κάτι εντελώς άλλο. Φέτος επιλέξαμε να επιστρέψουμε στον χώρο της Τεχνόπολης, ο οποίος αποδείχθηκε ιδανικά κατάλληλος για αυτά που θέλουμε να κάνουμε.
Άλλη μια σημαντική πρόκληση είναι η πρακτική. Πώς διασφαλίζεις τους πόρους που χρειάζονται για να γίνει το όραμα πραγματικότητα; Οι τεχνολογίες αιχμής είναι ένα αρκετά δαπανηρό μέσο, και για να μπορέσουμε να φέρουμε και να υλοποιήσουμε όσα φανταζόμαστε, χρειαζόμαστε πόρους βάσει των οποίων πάρα πολύ συχνά αναγκαζόμαστε, και εμείς αλλά συχνά και οι καλλιτέχνες που προσπαθούμε να βοηθήσουμε να υλοποιήσουν το όραμά τους, να κάνουμε μικρούς συμβιβασμούς. Ακούγεται κάπως λογικό ίσως και κλισέ, αλλά αν κάνεις σκεφτεί ότι η καλλιτεχνική/ δημιουργική διαδικασία διέπεται pro certo από πάθος, o συμβιβασμός – που ευτυχώς καταφέρνουμε πάντα με πολύ προσωπικό κόπο- να είναι κάτι μικρό γίνεται πρόκληση, καθώς σταματά να είναι κάτι μόνο πρακτικό και γίνεται ταυτόχρονα έντονα συναισθηματικό.

Έχετε διακρίνει ή παρατηρήσει κάποιες αλλαγές στην ανταπόκριση του κοινού ως προς την οικειοποίηση της τεχνολογίας;
Ξεκάθαρα ναι. Για να το πω με λίγα λόγια: όταν ξεκίνησα να δουλεύω για το φεστιβάλ, ήταν μια αρκετά διαφορετική εποχή. Ήμασταν λίγο μετά το boom του smartphone, στις απαρχές της σχέσης μας με τις εφαρμογές, και οι άνθρωποι που έβλεπαν π.χ. VR το αντιμετώπιζαν ως κάτι εξωτικό και πρωτόγνωρο. Σήμερα το κοινό είναι πολύ πιο εξοικειωμένο σε όλα τα επίπεδα — από τον έφηβο που έχει γεννηθεί μέσα σε αυτά τα τεχνολογικά επιτεύγματα και την απεριόριστη, άμεση πρόσβαση στο διαδίκτυο, μέχρι τη «μητέρα» και τη «γιαγιά» κάποιου στη δική μου ηλικία που πλέον κάνουν e-banking, ηλεκτρονική συνταγογράφηση και έχουν Facebook. Ο τεχνολογικός φετιχισμός που κάποτε λειτουργούσε ως αυτοτελής ατραξιόν έχει αλλάξει ριζικά. Έχουμε περάσει σε μια εποχή όπου για να εντυπωσιαστεί το κοινό χρειάζεται πολύ περισσότερα από ένα εντυπωσιακό νέο μέσο. Χρειάζεται, κατά τη δική μου άποψη πάντα, πολύ περισσότερο από παλιά, αυτό που εμείς ονομάζουμε εμβύθιση — να μπει δηλαδή ο θεατής σε μια κατάσταση που τον περικλείει ολόπλευρα — ή να στηρίζεται κυρίως στο ίδιο το νόημα του έργου, παρά στη μαγεία της τεχνολογίας ως τέτοιας (π.χ. στη διάδραση που ήταν κατεξοχήν τρόπος εντυπωσιασμού στο παρελθόν ή στην εξωτικοποίηση κάποιου μέσου π.χ. Ρομπότ). Όταν καταφέρνουμε να συνυπάρχουν όλα τα παραπάνω, έχουμε κερδίσει το στοίχημα της πραγματικά επιτυχημένης εμπειρίας.
Ειδικά φέτος το Athens Digital Arts Festival τι το κάνει να ξεχωρίζει σε σχέση με τις προηγούμενες διοργανώσεις κι αισθάνεστε ικανοποίηση εσείς και η ομάδα που το καταφέρατε.
Το ADAF είναι κάτι τόσο δικό μας, που δύσκολα μπορούμε να είμαστε οι πιο αντικειμενικοί κριτές του. Κάθε διοργάνωση είναι «το παιδί μας» — και όπως με κάθε παιδί, είναι δύσκολο να το συγκρίνεις με το άλλο ή να πεις πιο ξεχωρίζει περισσότερο επειδή τα αγαπάς εξίσου. Προσωπικά, χαίρομαι κάθε φορά με κάθε έργο που κλείνουμε και το περιμένω με αμείωτο ενθουσιασμό. Αυτό που με κάνει να νιώθω ιδιαίτερη ικανοποίηση και φέτος είναι ότι τα έργα δεν είναι ευθέως ανθρωποκεντρικά, αλλά παρόλα αυτά μιλούν έντονα και βαθιά για το ανθρώπινο στοιχείο. Υπάρχει μια λεπτή, αλλά ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο να κάνεις τον άνθρωπο κέντρο της αφήγησης και στο να αφήνεις την αφήγηση να τον αφορά βαθιά — χωρίς να τον τοποθετείς στο επίκεντρο με τρόπο που αποκλείει τα υπόλοιπα. Το πιο ξεχωριστό στοιχείο της φετινής διοργάνωσης, όμως, είναι για μένα ο τρόπος με τον οποίο έδεσε επιμελητικά ολόκληρη η έκθεση. Η αφήγηση αγγίζει όλες τις διαστάσεις — την ανθρώπινη, τη φυσική, αλλά και την υπερβατική, την ταυτότητα, τον χώρο, το περιβάλλον το εγώ — μιλώντας πάντα για το ίδιο θέμα με συνέπεια και εσωτερική λογική. Η περιήγηση του επισκέπτη δεν γνωρίζει αντιθέσεις ή απότομες στροφές· κινείται, με περάσματα που ο ένας χώρος σε προετοιμάζει κάπως για τον επόμενο. Ο θεατής μεταφέρεται από κατάσταση σε κατάσταση σχεδόν, αλλάζοντας «κεφάλαιο», αλλά βαθαίνοντας μέσα στο ίδιο ταξίδι. Αυτό, για μένα, είναι και το πιο δύσκολο να πετύχεις σε μια έκθεση με τόσο διαφορετικά μέσα, τεχνολογίες και καλλιτεχνικές γλώσσες — και ακριβώς γι’ αυτό νιώθω φέτος ιδιαίτερη υπερηφάνεια για τη δουλειά που κάναμε ως ομάδα.

Μοιραστείτε μαζί μας κάποια από τα (δικά σας) highlights που εσείς αδημονείτε να συμβούν στο Athens Digital Arts Festival.
Όπως λέει κι ο μικρός αγαπημένος μας φίλος από το ουράνιο τόξο — «δεν ξέρω τι να πρωτοδιαλέξω». Και φέτος, ειλικρινά, το αίσθημα αυτό είναι πιο έντονο από ποτέ. Ξεκινώ από το Waterlight Graffiti του Γάλλου Antonin Fourneau, ένα έργο που θέλαμε να φέρουμε εδώ και πολλά χρόνια. Πρόκειται για μια τεράστια επιφάνεια χιλιάδων LED που ανάβουν στο άγγιγμα του νερού — οτιδήποτε υγρό γίνεται εργαλείο έκφρασης: ένα πινέλο, τα δάχτυλά σου, ένα σπρέι. Εμπνευσμένο από την κινέζικη τέχνη του dishu, της καλλιγραφίας με νερό στο έδαφος, το έργο είναι εξαιρετικά παιχνιδιάρικο, προσβάσιμο σε όλες τις ηλικίες και έχει μια σπάνια ικανότητα: να κάνει τον κόσμο να χαμογελά αυθόρμητα. Αυτή η αμεσότητα και η γενναιοδωρία του έργου είναι κάτι που αγαπώ πολύ.
Εξίσου σημαντικό, και με μια εντελώς διαφορετική ενέργεια, είναι το Passengers του Guillaume Marmin. Μια επιβλητική εγκατάσταση- κάψουλα που έχει ταξιδέψει — και την φλερτάραμε κι αυτή για κάποιο καιρό να έρθει. Ο επισκέπτης καλείται να διασχίσει μια δομή που στο εσωτερικό της κρύβει έναν τεράστιο καλειδοσκοπικό κόσμο από καθρέφτες και φως, βλέποντας το είδωλό του να πολλαπλασιάζεται άπειρα μέσα σε ένα τοπίο pixels που αλλάζει διαρκώς, συνοδευόμενο από ένα υπνωτιστικό ηχητικό περιβάλλον. Μιλά ακριβώς για αυτό που μας απασχολεί: τη μεταμόρφωση, τον χρόνο, και τη σχέση μας με το σώμα και την ταυτότητά μας σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία.
Ένα έργο που με γεμίζει ιδιαίτερη υπερηφάνεια φέτος είναι το ΝΕΟn ΝΕΡΟ, μια in situ πολυμεσική εγκατάσταση που δημιουργήσαμε μαζί με μια εξαιρετική ομάδα Ελλήνων καλλιτεχνών, στον μοναδικό χώρο του Αδριάνειου Υδραγωγείου στην Πλατεία Δεξαμενής, σε συνεργασία με την ΕΥΔΑΠ. Η επιμέλεια και η δραματουργία της είναι δική μου. Έχοντας επιμεληθεί προσωπικά τους καλλιτέχνες με βάση την πρότερη δουλειά τους έφτιαξα μια διεπιστημονική ομάδα που καλύπτει ήχο, εικόνα, φως, διαδραστικότητα, σκηνογραφία και χορογραφία με τους Μανώλη Μανουσάκη, Αλεξάνδρα Νιάκα, Γιάννη Κρανιδιώτη, Χρυσάνθη Μπαδέκα, Μαργαρίτα Κώστογλου και Κωνσταντίνο Χαλδαίο. Το υδραγωγείο προσεγγίζεται όχι ως στατικό μνημείο αλλά ως ένας ζωντανός οργανισμός — μια καρδιά που πάλλεται κάτω από την πόλη. Η εγκατάσταση τρέφεται από πραγματικά δεδομένα ποιότητας νερού, αξιοποιεί 3D σκαναρίσματα του χώρου και εξελίσσεται μέσα από τέσσερις συνθήκες: το σκοτάδι πριν τη ροή, την ανάδυση του νερού, τη σύγκλιση υπόγειου και επίγειου κόσμου, και τέλος τη μνήμη ως αδιάκοπη ροή. Είναι μια μοναδική ευκαιρία — και για εμάς σαν οργάνωση και για μένα προσωπικά ως επιμελήτρια αλλά και για τους ίδιους τους καλλιτέχνες που συνεργάστηκαν που την ευχαριστηθήκαμε από την καρδιά μας και έχει δώσει ένα μαγικό αποτέλεσμα.
Από την κατηγορία των immersive εμπειριών στην κατηγορία AR/VR/XR, ξεχωρίζω το Ceci est mon cœur των Bliesbro — του δίδυμου Nicolas Blies και Stéphane Hueber-Blies. Ένα έργο που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στη Βενετία το 2024 και διακρίθηκε στα Breakthroughs in Storytelling Awards του Columbia University. Οι θεατές φορούν ένα συνδεδεμένο ένδυμα με φωτεινά κεντήματα και βιώνουν συλλογικά μια ποιητική, αισθητηριακή ιστορία για τη συμφιλίωση με το σώμα μας — ένα θέμα που μιλά βαθιά στη φετινή θεματική μας.
Επίσης, ανυπομονώ πολύ για τον Ιππόλυτο στα χέρια της Αφροδίτης της Γιολάντας Μαρκοπούλου, ενός έργου που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών πρώτη φορά, και κάνοντας χρήση αρκετά πρωτοπόρων μέσων AR φέρνει στη ζωή μία παράσταση που αναφέρεται σε κάτι κλασικό μεταμορφώνοντάς το σε κάτι εντελώς διαχρονικό και σύγχρονο. Μπορεί σε κάποιον μη εξοικειωμένο να μην φαίνεται εκ πρώτης όψεως, αλλά αυτές είναι αρκετά ιδιαιτέρες παραγωγές που ζητούν αρκετή τεχνογνωσία και σοβαρό πάντρεμα γνώσεων κλασικού θεάτρου και νέων μέσων, κάτι που δεν βλέπουμε συχνά και ιδίως από Έλληνες καλλιτέχνες και παραγωγούς.
Από τα live, χαίρομαι ιδιαίτερα που δίνουμε βήμα στην αρκετά σημαντική ελληνική πειραματική σκηνή— τον Τάσο Στάμου, τον
Φοίβο Άγγελο Κολλιά, την Anna vs June — αλλά και που μπορούμε να την θέσουμε σε συνύπαρξη με λιγότερο avant garde ήχους, όπως ο Ody Icons και ο Papazo. Το ADAF πάντα πίστευε ότι αυτές οι δύο κουλτούρες αλληλοσυμπληρώνονται. Φέτος επίσης σας έχουμε ετοιμάσει και μια μουσική έκπληξη για το κλείσιμό μας, που δεν αποκαλύπτω ακόμα — αλλά ξέρω ότι θα αρέσει πάρα πολύ…

Ποια είναι η προσέγγιση που ακολουθείτε γενικότερα στο Athens Digital Arts Festival, σχετικά με την εμπειρία της τέχνης σε συνδυασμό με την τεχνολογία. Πώς χτίζεται αυτή η «γέφυρα» ανάμεσα στο τώρα και το μέλλον.
Τέχνη και τεχνολογία φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, σαν δύο κόσμοι που δεν έχουν πολλά να πουν ο ένας στον άλλο. Στις ψηφιακές τέχνες όμως, το ένα εξυπηρετεί το άλλο με έναν τρόπο που σπάνια συναντάς αλλού. Η τεχνολογία έχει από μόνη της την ικανότητα να δημιουργεί θαύματα — και όταν σε αυτό προστίθεται μια καλλιτεχνική έμπνευση, το αποτέλεσμα είναι σχεδόν πάντα μαγικό. Όταν όμως σε αυτό το μείγμα προστεθεί και νόημα, αρχίζει το αληθινό impact. Γιατί πλέον δεν έχεις μια απλή εικόνα που εντυπωσιάζει — έχεις μια εμπειρία που δημιουργείται, και η εμπειρία μεταφέρει μήνυμα με τρόπο που καμία στατική εικόνα δεν μπορεί να αντικαταστήσει. Γι’ αυτό και αυτό το είδος τέχνης συνεργάζεται τόσο στενά με την επιστήμη — και έτσι η επιστήμη βρίσκει δρόμο να φτάσει στο ευρύ κοινό χωρίς να χρειαστεί να απλοποιηθεί. Αυτή η σχέση κάνει επίσης την ψηφιακή τέχνη ένα εξαιρετικά αναφορικό εργαλείο. Είναι πολύ εύκολο — και φυσικό — να μιλάς μέσα από αυτήν για ζητήματα τεχνολογίας, για το πώς βλέπουμε το μέλλον, για το τι σημαίνει να ζούμε σε έναν κόσμο που η ίδια η τεχνολογία ορίζει ολοένα και περισσότερο. Εφόσον η τεχνολογία είναι αυτό που μας μεταφέρει προς το μέλλον, η τέχνη που τη χρησιμοποιεί γίνεται αυτόματα ένα σημείο επαφής — μια γέφυρα που δεν συνδέει μόνο το παρόν με το μέλλον, αλλά μερικές φορές και με το παρελθόν. Η γέφυρα αυτή δεν είναι μόνο αισθητική. Είναι και κριτική. Δεν παρουσιάζουμε απλώς το τι μπορεί να κάνει η τεχνολογία — ρωτάμε τι κάνει σε εμάς, στον κόσμο μας, στο φυσικό μας περιβάλλον. Και αυτό είναι, πιστεύω, ο ρόλος που μπορεί να παίξει η ψηφιακή τέχνη: να μας δώσει τη γλώσσα για να μιλήσουμε για αυτό που έρχεται —πριν έρθει.
Τι είναι για εσάς προσωπικά το Athens Digital Arts Festival;
Το γλυκό μου βάσανο. Είναι πλέον ένα μεγάλο κομμάτι της ταυτότητάς μου — μια πλατφόρμα που μου επέτρεψε να εκφραστώ δημιουργικά στο αντικείμενο που αγαπώ, και αυτό το θεωρώ μεγάλο δώρο. Η σχέση μου με τις ψηφιακές τέχνες έχει βαθιές ρίζες. Μεγάλωσα με αγάπη και δέος απέναντι στην επιστήμη — ο παππούς μου ήταν ένας από τους πιο γνωστούς Έλληνες φυσικούς της εποχής του, και αυτό άφησε το αποτύπωμά του. Η ανάγκη μου να συγκεράσω αυτό το δέος με την καλλιτεχνική μου φύση με έφερε αντιμέτωπη με την ψηφιακή τέχνη — και η συνάντηση ήταν αμέσως βαθιά. Το φεστιβάλ ήρθε στη ζωή μου τη στιγμή που είχα ήδη αρχίσει να εργάζομαι σε αυτό το πεδίο με καλλιτεχνικές ομάδες. Μου έδωσε χώρο, μου έδωσε ερεθίσματα, με δίδαξε πολλά — και κάπως μπήκε πολύ βαθιά κάτω από το δέρμα μου. Έχει τις μεγάλες του προκλήσεις, τις δυσκολίες του, απαιτεί προσωπική δουλειά και αντοχή στο σασπένς. Αλλά κάθε φορά το αποτέλεσμα έρχεται να σε πληρώσει και ας είσαι στην τελευταία ρανίδα ενέργειας.
Πέρα από αυτό που σημαίνει για μένα προσωπικά, το ADAF είναι κάτι σπουδαίο και για την ελληνική καλλιτεχνική κοινότητα — ένας χώρος ανάπτυξης, έμπνευσης και ορατότητας. Και για το κοινό που το επισκέπτεται, μια σπάνια ευκαιρία να βρεθεί μπροστά σε έργα θαυμαστά, μοναδικά, με βάρος και νόημα. Ήταν η πρώτη διοργάνωση που έδωσε τέτοια φωνή στη χώρα μας, και είναι και αυτή η διοργάνωση που κρατάει και επιμένει μέσα στον χρόνο χωρίς να έχει χάσει ούτε έναν παλμό μέσα στα χρόνια παρά τις δυσκολίες και αυτό έχει μεγάλη σημασία. Πιστεύω δεν θα σταματήσω να ενθουσιάζομαι με αυτό ποτέ, λες και κάθε φορά είναι η πρώτη.

Από το «ταξίδι» το δικό σας σε αυτό το μεγάλο πολιτιστικό γεγονός του στο Athens Digital Arts Festival, και πλέον στην 22 η χρονιά του, τι ξεχωριστό μέχρι στιγμής κρατάτε ή έχετε γνωρίσει;
Δύσκολο να ξεχωρίσω μια στιγμή, γιατί αυτό που κρατώ είναι κυρίως οι άνθρωποι. Οι γνωριμίες με καλλιτέχνες που θαύμαζα από απόσταση και ξαφνικά βρέθηκα να πίνω μαζί τους ένα ποτό, να ανταλλάσσω ιδέες, να τους βλέπω ως ανθρώπους — αυτό είναι κάτι που δεν το συνηθίζεις ποτέ. Αλλά εξίσου σημαντικές, αν όχι περισσότερο, είναι οι γνωριμίες με καλλιτέχνες που δεν γνώριζα πριν και το έργο τους αποδείχθηκε βαθιά επιδραστικό. Αυτές οι ανακαλύψεις είναι που σε κρατούν σε εγρήγορση. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που με συγκινεί ιδιαίτερα: το να βλέπεις έναν καλλιτέχνη με το πρώτο του έργο — άγνωστο, ανεπεξέργαστο, γεμάτο δυναμικό — και μετά να τον παρακολουθείς να απογειώνεται, να σαρώνει βραβεία, να βρίσκει τη φωνή του διεθνώς. Αυτή η αίσθηση του «ήμουν εκεί από την αρχή» και έδωσα και εγώ κάτι ώστε να πετύχει, πραγματικά δεν έχει τίμημα. Και πάνω από όλα, αυτό που δεν αλλάζω με τίποτα είναι η διαδικασία της υλοποίησης: το να βλέπεις μια ιδέα — που υπάρχει μόνο στο μυαλό κάποιου — να παίρνει σάρκα και οστά με τη βοήθεια του φεστιβάλ, που δίνει χώρο, μέσα και εξοπλισμό σε καλλιτέχνες που πιστεύει. Αυτή είναι μια μαγική διαδικασία. Και είναι, νομίζω, ο πιο ουσιαστικός ρόλος που μπορεί να παίξει ένα φεστιβάλ. Όσες προκλήσεις λοιπόν, ας έρθουν γιατί αξίζει ο κόπος.
Τι θα λέγατε σαν πρόταση στους επισκέπτες που θα επιλέξουν να «ζήσουν» φέτος το Athens Digital Arts Festival;
Να έρθουν έτοιμοι να εντυπωσιαστούν — αλλά να μην μείνουν μόνο στον εντυπωσιασμό. Να κοιτάξουν πίσω από αυτόν, γιατί εκεί κρύβονται τα μηνύματα που αξίζει να πάρουν μαζί τους. Να έρθουν με ανοιχτά μάτια και ανοιχτή καρδιά, και να απολαύσουν με την ψυχή τους ό,τι συναντήσουν — χωρίς φίλτρα, χωρίς προδιάθεση, χωρίς την αίσθηση ότι κάτι από αυτά δεν είναι για αυτούς. Γιατί το ADAF απευθύνεται σε όλους — στον έφηβο που μεγάλωσε με την τεχνολογία, στον επισκέπτη που έρχεται για πρώτη φορά σε φεστιβάλ ψηφιακής τέχνης, στον γονιό που φέρνει μαζί το παιδί του, στη γιαγιά και τον παππού που ίσα ξέρει να χρησιμοποιεί το smartphone που του έδωσε το εγγόνι του. Έχει κάτι να δείξει στον καθένα. Και αν φύγουν με μια ερώτηση που δεν είχαν όταν μπήκαν — τότε για εμάς αυτό είναι η μεγαλύτερη επιτυχία.

