Θυμάμαι ακόμη την αίσθηση από το πρώτο άκουσμα της διασκευής του κομματιού «Τα ήσυχα βράδια» στις αρχές ακόμα του χρόνου, κάπου στον Γενάρη, αν η μνήμη μου με συμβουλεύει σωστά. Η φωνή της ELENI (και κατά κόσμον Ελένης Αράπογλου) γλυκιά και απαλή, με σεβασμό για κάθε λέξη που άρθρωνε στον στίχο, με κέρδισε με την ευγένεια που ακουμπούσε πάνω σε αυτό το μοναδικό τραγούδι του Λάκη Παπαδόπουλου που έχει σημαδέψει με τη φωνή της η Αρλέτα. Επιλέγω το ρήμα «σημαδέψει» αφενός γιατί όλα τα κομμάτια του δίσκου, είναι ένα προς ένα, εμβληματικά τραγούδια της ελληνικής μουσικής δισκογραφίας. Αφετέρου η ELENI έχει φροντίσει να τα διασκευάσει με τον πιο προσωπικό τρόπο, διατηρώντας τον πυρήνα τους αυτούσιο. Ο δίσκος με έβαλε μέσα σε μια αυλή, με ένα μεγάλο τραπέζι και την ELENI σαν αυτή την αυτόφωτη ταλαντούχα φίλη που τραγουδάει χωρίς να τη νοιάζει το πως θα ακουστεί, ούτε το χειροκρότημα αλλά το να ακούσει «Ελένη πες το ξανά»!
Inside info για την Εleni
•Σπούδασε θέατρο και χορό στο Tufts University και Vocal Performance στο Berklee College of Music, από όπου αποφοίτησε το 2014.
•Έχει κινηθεί μεταξύ jazz, folk, world και παραδοσιακής μουσικής.
•Στο Berklee συμμετείχε, μεταξύ άλλων, στα Latin Grammys με τον Alejandro Sanz και στην τελετή αποφοίτησης του 2014.
•Έχει συνεργαστεί ως Teaching Artist με το Carnegie Hall και το Lullaby Project, βοηθώντας γονείς σε νοσοκομεία, δομές φιλοξενίας και σωφρονιστικά ιδρύματα να γράψουν νανουρίσματα για τα παιδιά τους.
•Υπήρξε μέλος του γυναικείου πολυφωνικού σχήματος ROSA, το οποίο συμμετείχε στο “ONA” της Thana Alexa, άλμπουμ υποψήφιο για Grammy.

Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του album αντικατοπτρίζει τα ακούσματα με τα οποία μεγάλωσε η ELENI. Από νωρίς ήρθε σε επαφή με διαφορετικούς μουσικούς κόσμους, από τη Λατινική Αμερική και το acoustic folk μέχρι την τζαζ και τις παραδοσιακές μουσικές διαφόρων χωρών. Όλες αυτές οι επιρροές συνυπάρχουν οργανικά στο «Ξανά», δημιουργώντας έναν ήχο οικείο αλλά ταυτόχρονα ανοιχτό και πολυπολιτισμικό. Το αποτέλεσμα μοιάζει με ένα άτυπο αφιέρωμα στους Έλληνες κάθε ηλικίας, σε εκείνες τις στιγμές όπου όλοι τραγουδάμε τα ίδια λόγια, χωρίς δεύτερη σκέψη.
Με αφορμή την live εμφάνισή της στη ΣΤΟΑ Culture στις 11 Σεπτεμβρίου μιλήσαμε με την ELENI για τη λέξη «ξανά», τις μουσικές κουλτούρες που την διαμόρφωσαν και το άλμπουμ ως ένα soundtrack αναμνήσεων.
Η λέξη «ξανά» μπορεί να σημαίνει επιστροφή, επανάληψη, ακόμη και μια δεύτερη ευκαιρία. Τι σημαίνει για σένα ως τίτλος και σε ποιο σημείο της ζωής σου αισθάνεσαι ότι επιστρέφεις μέσα από αυτόν τον δίσκο;
Πιο πολύ τον διάλεξα αυτόν τον τίτλο για την σημασία του σαν «καινούργια πρόταση», μια επίσκεψη σε κάτι. Μου αρέσει πολύ που στην χώρα μας όλοι λίγο έως πολύ σιγοτραγουδάμε, φωνάζουμε, ψιθυρίζουμε στίχους ή μελωδίες που ξέρουμε. Κι εδώ τρυφερά απλώνω κι εγώ τις ζωγραφιές μου, τιμώντας τις κλασσικές αυτές συνθέσεις, εμπνευσμένη από πολλά, αλλά πρωτίστως απ’ τις πρώτες τους εκτελέσεις που έχουν αφήσει εποχή!
Αν το «Ξανά» ήταν τόπος και όχι δίσκος, πού θα βρισκόμασταν;
Κάπου ήρεμα! Κάπου με ήρεμη θάλασσα, άμμο. Μήπως σε ένα ελληνικό νησί; Νερό, αεράκι, άνθρωποι όλων των ηλικιών, με λουλούδια κάπου κοντά, είτε άγρια είτε σε κοντινές αυλές και κηπάκια δίπλα στην παραλία.
Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί το «Ξανά» σαν μια κασέτα από τα παιδικά σου χρόνια, την οποία θέλησες να ακούσεις και να τραγουδήσεις με τη σημερινή σου φωνή. Πώς επέλεξες αυτά τα εννέα τραγούδια;
Η αλήθεια είναι ότι κάποια «έφτασαν» στην λίστα κάπως τυχαία, 1-2 τα έμαθα πιο πρόσφατα, κάποια άλλα όσο ήμουν στην Νέα Υόρκη μαθαίνοντας ελληνικά τραγούδια από μακριά, και άλλα όντως τα γνώριζα από μικρή ηλικία. Αλλά δεν άκουγα πολύ ελληνική μουσική στο σπίτι, πιο πολύ παιζόταν ξένη soul, funk, RnB, rock, και κλασσική. Είχα αρχίσει τη διαδικασία της δημιουργίας του ισπανόφωνου δίσκου που έρχεται, και μετά την κυκλοφορία του «Το Άρωμα» ως single, το παραδοσιακό από την Λέρο, ένιωσα να το ακολουθούν λίγα ακόμη στο ίδιο ύφος. Είχαν δοκιμαστεί σχεδόν όλα και σε live μου, οπότε αφού έβλεπα ότι είχα μια σύνδεση με το κάθε τραγούδι, διάλεγα να το ηχογραφήσουμε, και κάπως κόλλησε το ένα μετά το άλλο.
Μπορείς να θυμηθείς μια προσωπική ιστορία που έχει χαραχθεί στη μνήμη σου έχοντας ως soundtrack ένα από τα τραγούδια του δίσκου;
Ωχ, δε το ‘χω σκεφτεί αυτό… Τα Ήσυχα Βράδια στο ιντερλούδιο με τα φωνητικά πάντα με πάει κάπου ξέγνοιαστα και ανάλαφρα, γεμάτη ελπίδα. Άρχισα να νιώθω αυτή την ανοιχτοσύνη στις σπουδές μου! Το πολυαγαπημένο τραγούδι πάντα κουβαλάει μια γλυκιά μελαγχολία και βρήκα μέσα του και λίγο παραπάνω χρώμα και αέρα, σαν την αίσθηση που είχα όταν ξυπνούσα με τέτοια όρεξη σε έναν τόπο καινούργιο και μακρινό.
Όσο προσωπικό κι αν είναι το άλμπουμ, την ίδια στιγμή γίνεται ένα συλλογικό άκουσμα: περιλαμβάνει τραγούδια που κουβαλούν τις αναμνήσεις πολλών διαφορετικών γενεών. Πώς ισορρόπησες ανάμεσα στη δική σου βιωματική σχέση μαζί τους και στη μνήμη που φέρουν ήδη για τους ακροατές;
Αυτό είναι το πιο εύθραυστο απ’ όλα, όταν ένα τραγούδι έχει αγαπηθεί και γεμίσει ήδη τις ζωές γενεών. Εγώ απλούστατα ένιωσα την έλξη στα τραγούδια αυτά και πήρα το «ρίσκο» να τους δώσω κάτι δικό μου, σημερινό. Κανόνας για μένα, για να λειτουργήσει μια τέτοια δοκιμή, είναι οι μουσικές ιδέες και η ερμηνεία να γίνεται ανεπιτήδευτα, να έρχονται από ένα μέρος μέσα σου αβίαστο, χωρίς πολλή προσπάθεια να το αλλάξεις. Αγαπώ πολύ την παράδοση και σέβομαι την αρχική μορφή οποιασδήποτε δημιουργίας και παράλληλα νιώθω πως υπάρχει πάντα χώρος για δημιουργικότητα πάνω σε κάτι γνώριμο.
Έχεις μιλήσει για τη στιγμή που άκουσες τον δίσκο μαζί με τη γιαγιά σου κατά τη διάρκεια της μίξης. Πώς βίωσες αυτά τα τριάντα ένα λεπτά κοινής ακρόασης και τι άκουσες εσύ διαφορετικά μέσα από τη δική της αντίδραση;
Κυρίως χάρηκα με το χαμόγελό της κάθε φορά που καταλάβαινε ποιo τραγούδι ήταν. Ήταν μια επιβεβαίωση ότι δίνει χαρά να αναγνωρίζεις κάτι αγαπημένο, έστω και «ντυμένο» λιγάκι διαφορετικά. Νιώθει κανείς μια οικειότητα, φέρνει αναμνήσεις, ταυτίζεται, σε συνδυασμό με μια έκπληξη με την καινούργια της μορφή. Γι’ αυτό και οποιαδήποτε καινούργια πρόταση κάποιου γνωστού τραγουδιού, κι ας αλλάξει πολύ στην παραγωγή του ή στην ενορχήστρωση, είναι σημαντικό να συγκρατεί κάτι από την ουσία του. Συχνά το ονομάζω «το καρδιοχτύπι» ενός τραγουδιού. Η γιαγιά μου περιέγραψε τον δίσκο με την λέξη «ευχάριστος». Μου αρέσει η μουσική μου να δημιουργεί σήμερα αυτή την απλή αλλά πολύτιμη αίσθηση.
Ο δίσκος συνομιλεί με ένα ευρύ μουσικό φάσμα: από το ελληνικό έντεχνο, την pop και την παράδοση έως τη jazz, την acoustic folk και τη μουσική της Λατινικής Αμερικής. Πώς κατέληξαν τόσες διαφορετικές μουσικές και κουλτούρες να συνδιαμορφώνουν τη δική σου καλλιτεχνική γλώσσα;
Τι ωραία που ακούγονται όλα αυτά μέσα στον δίσκο! Τα χρόνια που μελετούσα και γνώριζα κόσμο από πολλές διαφορετικές χώρες στη Βοστώνη, όπως και στη Νέα Υόρκη, σίγουρα έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην αισθητική μου, γιατί άκουγα συνεχώς μουσική από τις χώρες τους. Συζούσα με δύο καλές μου φίλες συμφοιτήτριες από το Buenos Aires, μια αρπίστρια και μια κιθαρίστρια, οι οποίες ήταν γνώστριες της folklore της χώρας τους. Τραγουδούσαμε παρέα σπίτι, σε συναυλίες, και γνωρίζοντας κι άλλους μουσικούς από όλη τη λατινική Αμερική και την Ισπανία, μου μοιράζονταν απλόχερα γνώσεις και ρεπερτόριο. Η ζεστασιά τους με ενθάρρυνε να εμβαθύνω στον μουσικό τους κόσμο. Όσο για την τζαζ, μου άρεσαν πολλές φωνές και οργανοπαίχτες από μικρή, αλλά στο Tufts Jazz Orchestra, στο Berklee που άκουσα και έπαιξα live σε ensembles και jam sessions στην Νέα Υόρκη, έγινε θεμέλιο στην ιδιοσυγκρασία μου. Η φιλοσοφία του αυτοσχεδιασμού μου άνοιξε πολύ το μυαλό, και είναι κάτι που εφαρμόζεται σε όλα τα είδη της μουσικής αλλά και στη ζωή.
Στο «Ξανά» συναντιούνται μουσικοί από διαφορετικές χώρες και παραδόσεις. Τι άκουσαν εκείνοι στα ελληνικά τραγούδια που εσύ, λόγω οικειότητας, ίσως δεν μπορούσες πια να ακούσεις ή το θεωρούσες δεδομένο;
Δεν θυμάμαι να τους έκανα την συγκεκριμένη ερώτηση, αλλά λίγο από τις κουβέντες μας πριν και μετά την ηχογράφηση, ένιωθα ότι όλοι βρήκαν έναν τρόπο να συνδεθούν με τραγούδια, κι ας μη καταλαβαίνανε τα λόγια. Ο σολίστ στο Ζήτα μου ό,τι Θες που παίζει φλικόρνο στο ιντερλούδιο είναι από το Εκουαδόρ και ένιωσε πολύ οικεία με τη μελωδία. Ο τσελίστας που παίζει τα έγχορδα στο Νας Μπαλαμό είναι από την Παλαιστίνη και έχει πολλές επιρροές από την κλασσική μουσική αλλά και από τα ακούσματα της Μέσης Ανατολής, και εκείνος βρήκε πολύ γρήγορα το χρώμα του στην ενορχήστρωσή μας. Σε ένα πιο ποπ όπως το Να Με Προσέχεις, επίσης έδεσε ωραία με τον καλεσμένο τρομπετίστα Justin Stanton από τον Τενεσί. Ήθελα να «βρεθούν» διαφορετικοί μουσικοί μαζί στον δίσκο αυτό, κι ας μην γνωρίζονται μεταξύ τους! (οι σολίστες ηχογράφησαν απ’ τα στούντιο τους στις πόλεις τους).
Αν αφαιρούσαμε τη φωνή σου από τον δίσκο, ποιο όργανο πιστεύεις ότι θα αναλάμβανε τον ρόλο του αφηγητή;
Ένας απαλός ήχος τρομπέτας, έτσι όπως παίζει ο Chet Baker, ή ο ζεστός ήχος του κλαρινέτου!
