«Η ανάγκη να δημιουργώ εμφανίστηκε πολύ πριν αντιληφθώ ότι θα μπορούσε να γίνει η πορεία της ζωής μου. Ως παιδί στην Ήπειρο έπλαθα μορφές από πηλό κοντά στον ποταμό Άραχθο και αργότερα σπούδασα μαθηματικά και τέχνη», μοιράζεται στο ελc, η Νεφέλη Μασία, η Ελληνίδα καλλιτέχνις με έδρα τη Νέα Υόρκη, της οποίας τα έργα παρουσιάζονται αυτή τη στιγμή και στην Ελλάδα στην ατομική έκθεση «Ταξίδια Φωτός»* στο Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης Δήμου Ρόδου.
Η καλλιτεχνική διαδρομή της Νεφέλης Μασία έχει σημειώσει: υποτροφίες από το University of Pennsylvania και το Ίδρυμα Ωνάση, μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλαδέλφεια. Όπως διατυπώνει η ίδια η καλλιτέχνιδα ενώ ήταν ακόμη φοιτήτρια, πραγματοποίησε αρκετές ατομικές εκθέσεις, μία από τις οποίες στη Νέα Υόρκη, και έλαβε από την Atlantic Bank την πρώτη της παραγγελία για έργο μεγάλων διαστάσεων, σχεδιασμένο για συγκεκριμένο χώρο. Μέσα από την έκθεση και αυτή την πρώτη παραγγελία δημιούργησε τις πρώτες επαγγελματικές της σχέσεις, άρχισε να αποκτά τη θέση της στη Νέα Υόρκη και λίγο αργότερα απέκτησε εκεί το πρώτο της εργαστήριο.

Στη Νέα Πτέρυγα του Νεστορίδειου Μελάθρου στο Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης Δήμου Ρόδου μέσα από εγκαταστάσεις που συνδυάζουν ακρυλικά στοιχεία, φιλμ mylar, μαρμαρόσκονη και φωτιστικές παρεμβάσεις LED, η καλλιτέχνις οργανώνει μια «αλληλουχία μετατοπίσεων». Οι επιφάνειες δέχονται το φως, το μεταφέρουν, το αποκλίνουν, το επαναφέρουν, οδηγώντας την εικόνα σε διαρκή αστάθεια. «Η πρακτική της Μασία εδράζεται σε μια βαθιά γνώση της ύλης. Η διαδικασία είναι χειρωνακτική και δοκιμαστική. Κάθε υλικό ανταποκρίνεται διαφορετικά: τα ακρυλικά συγκρατούν και ανακατευθύνουν, το mylar πάλλεται, η μαρμαρόσκονη μεταφέρει μια αίσθηση στρωμάτων που παραπέμπει σε μια μακρά γλυπτική παράδοση. Η σχέση αυτή είναι καλλιεργημένη μέσα από πολυετή αφοσίωση, ενώ η μαθηματική της συγκρότηση συναντά την εικαστική εμπειρία, δημιουργώντας μια ισορροπία που δεν καταλήγει ποτέ σε πλήρη έλεγχο», υπογραμμίζει ο επιμελητής της έκθεσης Κώστας Πράπογλου. Αφετηρία της σκέψης της στην έκθεση «Ταξίδια Φωτός» είναι η ένταση του ροδιακού φωτός. Ένα φως που γεννιέται μέσα από τη θάλασσα, την πέτρα, τη θερμότητα και τη χρονική συσσώρευση του τόπου. Η Μασία το προσεγγίζει σαν υλικό που διαθέτει δική του συμπεριφορά, παρακολουθώντας τις μεταπτώσεις του κατά τη διάρκεια της ημέρας, από την οξύτητα του πρωινού έως την εξασθένηση της νύχτας.
Η Νεφέλη Μασία μιλάει στο ελc για τα ροδιακά «Ταξίδια Φωτός», τα έργα της όπως συνδιαλέγονται με το Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης Δήμου Ρόδου και την καλλιτεχνική της ζωή στη Νέα Υόρκη:
Πώς πιστεύετε ότι συνδιαλέγονται τα έργα σας με τον ίδιο τον χώρο της Νέας Πτέρυγας του Νεστορίδειου Μελάθρου στο Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης Δήμου Ρόδου;
Η σχέση των έργων με τον χώρο διαμορφώνεται μέσα από τη συνάντησή τους με τη συγκεκριμένη αρχιτεκτονική. Γι’ αυτό η εγκατάσταση παραμένει ανοιχτή διαδικασία μέχρι την ολοκλήρωσή της. Στη Νέα Πτέρυγα, ο μεγάλος τοίχος που καταλήγει στο παράθυρο με θέα τον πέτρινο ανεμόμυλο έγινε η αφετηρία για το σχέδιο δεκαπέντε μέτρων, το οποίο ξεκινά από εκεί και εισχωρεί βαθιά στην αίθουσα μέσα από τις αναδιπλώσεις του. Στο ίδιο σημείο, το αιωρούμενο plexiglass δημιουργεί τρία επίπεδα πραγματικότητας: το ίδιο το έργο, το είδωλό του στο τζάμι και τον πέτρινο μύλο πίσω από αυτό. Κατά τη διάρκεια της εγκατάστασης προέκυψαν νέες συνθήκες και περιορισμοί που δεν είχαν προβλεφθεί. Το έργο αναδιοργανώθηκε μέσα από αυτές τις συνθήκες, δημιουργώντας νέες σχέσεις ανάμεσα στα στοιχεία του, χωρίς να χάσει την ταυτότητά του.



Με ποια υλικά έχετε εργαστεί για τη δημιουργία των συγκεκριμένων έργων και πώς τα ξεχωρίζετε ως προς τη συμπεριφορά τους κατά τη δημιουργική διαδικασία;
Για μένα, κάθε έργο ξεκινά από ένα ερώτημα και όχι τόσο από την επιλογή ενός υλικού. Μέσα από αυτό το ερώτημα διαμορφώνεται σταδιακά η ιδέα. Καθώς η διαδικασία εξελίσσεται, γεννά προβλήματα προς επίλυση και τα υλικά επιλέγονται ανάλογα με τη δυνατότητά τους να συμβάλουν στη λύση τους. Το σύστημα αυτό συγκροτείται τόσο από φυσικά υλικά, όπως το plexiglass και το Dura-Lar (διαφανές πολυεστερικό φιλμ), όσο και από στοιχεία χωρίς υλική υπόσταση, όπως το φως και η σκιά. Το φως υπάρχει μέσα στο έργο με τον ίδιο δομικό ρόλο που έχει ένα φυσικό υλικό συμμετέχοντας ενεργά στη διαμόρφωση της μορφής του.
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του έργου σας είναι η βαθιά, συνεχής εργασία σας με την ύλη, την επεξεργασία και τον πειραματισμό διαφορετικών υλικών. Έχετε κάποιο που ξεχωρίζετε περισσότερο και γιατί;
Το plexiglass είναι το υλικό στο οποίο επιστρέφω περισσότερο, επειδή έχει ιδιαίτερη συμπεριφορά απέναντι στο φως. Με ενδιέφεραν πάντοτε η διαφάνεια, το φως και η σκιά, ιδιότητες που συνδέονται και με το γυαλί. Το plexiglass, όμως, είναι ανθεκτικό και μου επιτρέπει να επεμβαίνω τόσο στην επιφάνεια όσο και στη μορφή του. Τα τελευταία χρόνια εργάζομαι και με το Dura-Lar, το οποίο μου προσφέρει δυνατότητες μεγάλης κλίμακας και ανάπτυξης μέσα στον χώρο, που δεν θα μπορούσα να αξιοποιήσω με τον ίδιο τρόπο σε ένα παραδοσιακό υλικό. Η μορφή που έχει πάρει σήμερα η δουλειά μου, χάρη στις δυνατότητες αυτών των υλικών, δεν θα μπορούσε να υπάρξει πριν από εκατό χρόνια.

Εντοπίζετε αυτή την εποχή ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον των καλλιτεχνών για την υλικότητα των μέσων, αλλά και ένα γενικότερο ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού για τη χειροτεχνία, όπως, για παράδειγμα, για την κεραμική. Πώς τοποθετείστε εσείς απέναντι σε αυτό, μέσα από τη δική σας ματιά ως καλλιτέχνιδα;
Το σημερινό ενδιαφέρον για την υλικότητα το βλέπω ως αντίδραση σε έναν κόσμο όπου οι εικόνες, ιδιαίτερα με τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, μπορούν να παράγονται πολύ γρήγορα και να αντικαθίστανται με την ίδια ευκολία. Η ύλη, αντίθετα, έχει συνέπειες. Αντιστέκεται, υποχωρεί και συγκρατεί ό,τι της συνέβη. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς σε ποια έργα σταματούν περισσότερο οι επισκέπτες ενός μουσείου και ποιες εκθέσεις συγκεντρώνουν σταθερά το ενδιαφέρον του κοινού. Συχνά πρόκειται για έργα στα οποία είναι αισθητά ο χρόνος, η γνώση, η δεξιοτεχνία και η εργασία που απαιτήθηκαν για να υπάρξουν. Αυτό εξηγεί, σε έναν βαθμό, τη σημερινή επιστροφή στην υλικότητα.
Τι κρατάτε μέσα από αυτά τα «Ταξίδια Φωτός»; Μοιραστείτε μαζί μας κάτι που γνωρίσατε ή σας έκανε εντύπωση.
Αυτό που κρατώ περισσότερο είναι η στιγμή που κατάλαβα ότι η μορφή δεν ολοκληρωνόταν στο εργαστήριο. Η συνεργασία και ο συνεχής διάλογός μου με τον επιμελητή της έκθεσης και Καλλιτεχνικό Διευθυντή του Μουσείου, Κώστα Πράπογλου, κατά τη διάρκεια του στησίματος υπήρξαν καθοριστικοί. Δοκιμάζαμε διαφορετικές εκδοχές της εγκατάστασης και κάθε μικρή μετατόπιση μέσα από τις καθοδηγήσεις του άλλαζε τις σχέσεις ανάμεσα στο φως, στον χώρο και στα επιμέρους στοιχεία. Το έργο συνέχιζε να δημιουργείται χωρίς να το αγγίζω. Εκεί συνειδητοποίησα ότι η εγκατάσταση δεν αποτελεί το τελευταίο στάδιο της παρουσίασης, αλλά μέρος της ίδιας της δημιουργικής διαδικασίας.



Πώς είναι η ζωή μιας Ελληνίδας καλλιτέχνιδας στη Νέα Υόρκη; Τι έχετε διαπιστώσει σχετικά με τον καλλιτεχνικό κόσμο εκεί και την πρόσληψη της καλλιτεχνικής δημιουργίας από το κοινό;
Για μια Ελληνίδα καλλιτέχνιδα, η Νέα Υόρκη σημαίνει συχνά άνιση αφετηρία, καθώς δεν διαθέτει εξαρχής το διεθνές δίκτυο που θα στηρίξει και θα κάνει γνωστή τη διαδρομή της. Παρ’ όλα αυτά, το απαιτητικό κοινό της πόλης, έχοντας εκτεθεί σε ένα τεράστιο φάσμα καλλιτεχνικών πρακτικών, αναγνωρίζει ευκολότερα πότε μια πρόταση μετακινεί ουσιαστικά το πεδίο. Στη Νέα Υόρκη, τόσο οι πολύ νέοι όσο και οι μεγαλύτεροι μπορούν να διεκδικήσουν μια ουσιαστική πορεία, όταν υπάρχουν ικανότητες, επιμονή και σκληρή δουλειά. Σε αυτό το περιβάλλον ενισχύθηκε μια τάση που είχα από μικρή, η έλξη προς τη διερεύνηση του αγνώστου, καθώς και η πεποίθησή μου ότι ένα έργο με πραγματικά δική του γλώσσα μπορεί να δημιουργήσει τον χώρο που δεν υπήρχε πριν γι’ αυτό.
Ποιο είναι το αγαπημένο σας σημείο στη Ρόδο; Τι ξεχωρίζετε σε αυτόν τον τόπο;
Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν η Παλιά Πόλη και η αίσθηση ότι παρέμεινε ζωντανή μέσα στους αιώνες. Αυτό το κομμάτι της Ρόδου κατοικείται εδώ και χιλιάδες χρόνια, και αυτή η συνέχεια γίνεται αισθητή κυρίως τη νύχτα. Μέσα στα τείχη, στις καμάρες και στα στενά περάσματα, διαφορετικές εποχές συνυπάρχουν. Η πόλη εξακολουθεί να ζει, να αλλάζει και να κρατά τα ίχνη όσων πέρασαν από μέσα της. Πίσω από κάθε καμάρα, στο βάθος ενός σοκακιού ή μιας μισάνοιχτης πόρτας, η ιστορία παρουσιάζεται ως ενεργή παρουσία. Τη νύχτα περπατάς μέσα στη μνήμη της.






*«Η έκθεση Ταξίδια Φωτός της Νεφέλης Μασία αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς του εκθεσιακού προγραμματισμού του Μουσείου Νεοελληνικής Τέχνης Δήμου Ρόδου για το 2026, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή επιλογή του να αναπτύσσει εκθέσεις που θεμελιώνονται στην καλλιτεχνική και επιμελητική έρευνα. Η επιμέλεια της έκθεσης στηρίχθηκε στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο το φως διαμορφώνει την οπτική εμπειρία ως υλικό της αντίληψης και θεμελιώδη συνιστώσα της αισθητικής πρόσληψης. Οι εγκαταστάσεις της Μασία μεταβάλλουν αδιάκοπα την εμπειρία της θέασης, καθώς κάθε μετατόπιση του σώματος ανασυνθέτει τις μεταξύ τους σχέσεις και παράγει μια νέα εκδοχή του έργου. Η έκθεση ανέδειξε την αξία της προσεκτικής παρατήρησης, υπογραμμίζοντας ότι η αισθητική εμπειρία διαμορφώνεται μέσα από τον χρόνο, τη διάρκεια και τη σωματική παρουσία του θεατή. Ενταγμένη στη μακροπρόθεσμη επιμελητική στρατηγική του Μουσείου, συνέβαλε στη διεύρυνση του δημόσιου διαλόγου γύρω από την τέχνη, στην παραγωγή νέας γνώσης και στην εξέλιξη της σύγχρονης μουσειακής πρακτικής, ενισχύοντας παράλληλα τη θέση του Μουσείου Νεοελληνικής Τέχνης Δήμου Ρόδου ως ενός από τους πλέον δραστήριους δημόσιους οργανισμούς εικαστικού πολιτισμού στην Ελλάδα». Κώστας Πράπογλου
Info: Νεφέλη Μασία: Ταξίδια Φωτός | έως 29 Αυγούστου 2026 | Τρίτη – Σάββατο: 10.00 – 21.00 (τελευταία είσοδος κοινού 20.30) | Νέα Πτέρυγα Νεστορίδειου Μελάθρου, Οδός Πάολας Νεστορίδη (Πρώην οδός Κω), 85100, Ρόδος
