Ένα παραδοσιακό παραμύθι της Μήλου, λίγο αλεύρι, λίγο νερό και οι ανθρώπινες φωνές αρκούν για να γεννηθεί ένας ολόκληρος θεατρικός κόσμος. Λίγο πριν από την πρεμιέρα του «Μοσχάμπαρη» στο Κάστρο Μυτιλήνης, συναντήσαμε τον Δημήτρη Αγαρτζίδη και τη Δέσποινα Αναστάσογλου των Elephas tiliensis και μιλήσαμε μαζί τους για τη δύναμη της αφήγησης, τη λιτότητα ως σκηνική γλώσσα και το θέατρο ως μια ζωντανή συνάντηση ανθρώπων.

Πώς φτάσατε στον «Μοσχάμπαρη»; Τι ήταν αυτό που σας έκανε να σταθείτε σε αυτό το σχεδόν άγνωστο παραδοσιακό παραμύθι της Μήλου και να το μετατρέψετε σε θεατρική παράσταση;

Ο «Μοσχάμπαρης» ήταν σχεδόν ένας άμεσος συνειρμός, μόλις διαβάσαμε τον στίχο του Μενάνδρου που αποτελεί το φετινό μότο του προγράμματος Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός και μιλά για το μεγαλείο του ανθρώπου. Μας οδήγησε αμέσως στην ιδέα του ανθρώπου ως δημιουργού. Ένα ον ικανό να δημιουργήσει αριστουργήματα αλλά και τέρατα· όπως ακριβώς υπενθυμίζει και το περίφημο χορικό της Αντιγόνης: «Πολλά πράγματα είναι πάνω απ’ τις δικές μας δυνάμεις, κανένα όμως δεν έχει τα φερσίματα του ανθρώπου».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εικόνα μιας μικρής φουρνάρισσας που αποφασίζει να πλάσει τον σύντροφό της μόνο με αλεύρι και νερό μάς συγκίνησε βαθιά. Μια τόσο απλή πράξη, που κρύβει μέσα της μια τεράστια πίστη στη δημιουργική δύναμη του ανθρώπου.

Θέλαμε να επιστρέψουμε σε αυτή την πρώτη ύλη. Στο ελάχιστο. Εκεί όπου όλα μπορούν ακόμη να γεννηθούν.

Στο σημείωμα της παράστασης γράφετε πως «το μυστήριο της ζωής ξεκινά με αλεύρι και νερό». Πώς μεταφράζεται αυτό σκηνικά; Πώς γεννιέται επί σκηνής η αίσθηση ότι η ύλη αποκτά ψυχή;

Οι παραστάσεις του προγράμματος πραγματοποιούνται σε αρχαιολογικούς χώρους, και αυτό από μόνο του είναι ένα μεγάλο δώρο. Είναι τόποι με μνήμη. Με μια παρουσία που δεν μπορείς να αγνοήσεις. Πιστεύουμε πως όταν προσπαθείς να επιβάλεις σε έναν τέτοιο χώρο μια ξένη αισθητική, ο ίδιος ο χώρος σε απορρίπτει. Αντίθετα, όταν τον ακούσεις, αρχίζει να σου υπαγορεύει τη γλώσσα της παράστασης.

Είχε προηγηθεί μια μεγάλη έρευνα που είχαμε κάνει στην Πίνδο, συλλέγοντας βλάχικα παραμύθια. Συναντήσαμε ανθρώπους που αφηγούνταν ιστορίες με έναν τρόπο τόσο απλό και τόσο βαθιά συγκινητικό, που νιώσαμε την ανάγκη να επιστρέψουμε κι εμείς σε αυτή την απλότητα. Έτσι, το ίδιο το παραμύθι μάς υπέδειξε τα υλικά του. Το αλεύρι. Το νερό. Το λευκό χρώμα, σαν ένας άγραφος καμβάς πάνω στον οποίο η ζωή αφήνει τα ίχνη της. Το αλεύρι κρατάει το αποτύπωμα του σώματος. Πετά στον αέρα όταν το φυσάς. Μεταμορφώνεται. Κι έτσι, σιγά σιγά, αποκτά ζωή. Όπως ακριβώς και η ιστορία που αφηγούμαστε.

Επιλέγετε να δουλέψετε με ελάχιστα μέσα, χρησιμοποιώντας κυρίως τα σώματα, τις φωνές και φυσικά υλικά. Είναι μια αισθητική επιλογή ή μια βαθύτερη φιλοσοφία για το τι μπορεί να είναι το θέατρο;

Δεν ξεκινάμε ποτέ από μια αισθητική ιδέα. Κάθε έργο υπαγορεύει τη δική του σκηνική γλώσσα. Στον «Μοσχάμπαρη» νιώσαμε πως η ιστορία ζητούσε τα πιο λιτά μέσα. Το σώμα. Τη φωνή. Την αναπνοή. Λίγο αλεύρι. Νερό. Άλλωστε, στην ουσία του, το θέατρο δεν χρειάζεται πολλά. Χρειάζεται έναν άνθρωπο που αφηγείται και έναν άνθρωπο που ακούει. Μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα αυτό όταν απευθυνόμαστε σε παιδιά. Θέλουμε να θυμούνται πως η φαντασία δεν εξαρτάται από τα μέσα που διαθέτεις. Ότι μπορείς να δημιουργήσεις έναν ολόκληρο κόσμο με σχεδόν τίποτα. Γιατί ο πραγματικός πλούτος του θεάτρου δεν βρίσκεται στα αντικείμενα αλλά στη συνάντηση.

Ως συν-σκηνοθέτες αλλά και πρωταγωνιστές, πώς αλλάζει η ματιά σας; Υπάρχει στιγμή που ο σκηνοθέτης μέσα σας πρέπει να σωπάσει για να αφεθεί ο ηθοποιός;

Συμβαίνει διαρκώς. Ο σκηνοθέτης χτίζει το πλαίσιο του παιχνιδιού. Ο ηθοποιός όμως πρέπει να το ξεχάσει τη στιγμή που ανεβαίνει στη σκηνή. Αν συνεχίσει να σκηνοθετεί τον εαυτό του, δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική παρουσία. Προσπαθούμε κάθε φορά να επιστρέφουμε σε αυτή την παιδική ελευθερία. Στον τρόπο που παίζει ένα παιδί, χωρίς να σκέφτεται αν κάνει το σωστό ή το λάθος. Ίσως γι’ αυτό αγαπήσαμε τόσο πολύ και το παιδικό θέατρο. Γιατί μας υπενθυμίζει πως η δημιουργία γεννιέται μέσα από το παιχνίδι.

Πιστεύετε ότι τα λαϊκά παραμύθια εξακολουθούν να μιλούν στους ενήλικες;

Νομίζω πως όσο μεγαλώνουμε χτίζουμε γύρω μας όλο και περισσότερες άμυνες. Τα παραμύθια έχουν έναν παράξενο τρόπο να τις παρακάμπτουν. Δεν απευθύνονται μόνο στα παιδιά. Απευθύνονται σε εκείνο το κομμάτι του εαυτού μας που εξακολουθεί να αναζητά νόημα, παρηγοριά, θάρρος. Η έρευνα που κάναμε στα χωριά της Πίνδου μάς το επιβεβαίωσε με τον πιο όμορφο τρόπο. Εκεί οι ιστορίες εξακολουθούν να λειτουργούν σαν ένας κοινός τόπος μνήμης. Και ίσως αυτό να έχουμε ανάγκη σήμερα περισσότερο από ποτέ. Να θυμηθούμε ότι ανήκουμε σε μια κοινή ανθρώπινη αφήγηση.

Η παράσταση παρουσιάζεται μέσα στο Κάστρο της Μυτιλήνης. Τι συμβαίνει όταν η αφήγηση ενός παραδοσιακού παραμυθιού γίνεται σε έναν ιστορικό χώρο;

Ο χώρος γίνεται ένας ακόμη αφηγητής. Η πρώτη μας δουλειά, όταν φτάνουμε σε έναν αρχαιολογικό χώρο, δεν είναι να στήσουμε την παράσταση. Είναι να σωπάσουμε. Να περπατήσουμε. Να ακούσουμε. Να αφήσουμε τον χώρο να μας μιλήσει. Μόνο τότε μπορεί να αρχίσει ένας πραγματικός διάλογος ανάμεσα στην παράσταση, στον τόπο και στους ανθρώπους που θα έρθουν να τη μοιραστούν μαζί μας.

Στην καρδιά της ιστορίας βρίσκεται μια αναζήτηση. Αν ο «Μοσχάμπαρης» ήταν μια αλληγορία για τον σημερινό άνθρωπο, τι είναι αυτό που αναζητά σήμερα περισσότερο;

Ίσως το ελάχιστο. Ζούμε μέσα σε έναν κόσμο υπερβολικής ταχύτητας, πληροφορίας και διαρκούς πίεσης. Το παραμύθι μάς θυμίζει πως η ζωή μπορεί να ξαναρχίσει από δύο υλικά. Από λίγο αλεύρι και λίγο νερό. Από μια ιστορία. Από μια συνάντηση. Το θέατρο μάς προσφέρει αυτή τη δυνατότητα. Να σταματήσουμε για λίγο και να θυμηθούμε τι είναι πραγματικά ουσιαστικό.

Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, της ψηφιακής εικόνας και της εικονικής πραγματικότητας, εσείς επιλέγετε να αφηγηθείτε μια ιστορία μόνο με σώματα, φωνές, χώμα, αλεύρι και νερό. Είναι μια μορφή αντίστασης;

Δεν θα το χαρακτηρίζαμε αντίσταση. Η τεχνολογία είναι μέρος της ζωής μας και τη χρησιμοποιούμε κι εμείς. Το θέατρο, όμως, μάς θυμίζει κάτι που καμία τεχνολογία δεν μπορεί να αντικαταστήσει. Δύο άνθρωποι που μοιράζονται τον ίδιο χώρο, τον ίδιο χρόνο και την ίδια αναπνοή. Αυτή η συνάντηση είναι ανεπανάληπτη. Γεννιέται εκείνη τη στιγμή και ύστερα χάνεται για πάντα. Όπως η ίδια η ζωή. Και ίσως γι’ αυτό εξακολουθούμε να έχουμε τόσο μεγάλη ανάγκη το θέατρο.

Θα θέλαμε να κλείσουμε με ένα τετράστιχο που γράψαμε μαζί με τη Μάρθα Μαυροειδή, βασισμένο σε ένα παραδοσιακό δίστιχο, και που κλείνει και την παράστασή μας:

«Μία παρέα είμαστε
και μια γης πατούμε.
Ένα νεράκι πίνουμε,
κρίμας να χωριστούμε»