Στις 24 Σεπτεμβρίου, η ΣΤΟΑ Culture υποδέχεται έναν από τους πιο ανήσυχους και πολυπράγμονες δημιουργούς της σύγχρονης ελληνικής μουσικής σκηνής, τον Αλέξανδρο Δράκο Κτιστάκη. Με διακριτό αποτύπωμα στα μουσικά δρώμενα και σταθερή πορεία να κινείται με άνεση και βάθος ανάμεσα στην τζαζ, τη συμφωνική μουσική, τη δισκογραφία, τη μελοποίηση ποιητών αλλά και τις συνθέσεις για θέατρο.
Αυτή τη φορά μας παρουσιάζει το “Songbook” μια συναυλία που συγκεντρώνει σταθμούς από τη μουσική του πορεία, έχοντας στο πλευρό του την εξαιρετική Νεφέλη Φασούλη και μια ομάδα κορυφαίων μουσικών. Με αφορμή αυτή τη ζωντανή μουσική του εμφάνιση ο Αλέξανδρος Δράκος Κτιστάκης μας μιλά για το “Songbook”, το μεγάλο πρόβλημα του χρόνου που δεν διαθέτουμε αλλά και για τα μελλοντικά του έργα.
Το Songbook θα μπορούσε να είναι ένας χάρτης μουσικός κι όχι ένα ακόμη μουσικό project. Διαφορετικές αφετηρίες, τραγούδια, ορχηστρικές συνθέσεις, ποίηση, θέατρο. Όταν όμως μπαίνουν στην ίδια συναυλία, ποια είναι τελικά η διαδρομή που τα ενώνει; Τι θα ήθελες ο ακροατής ν’ ανακαλύψει που ίσως δεν γνωρίζει για τη μουσική σου διαδρομή;
Το “Songbook” είναι ένα project που έχει έναν κεντρικό άξονα: αυτή τη θαυμαστή μορφή σύνθεσης που λέγεται τραγούδι. Το τραγούδι είναι, κατά την άποψή μου, μια εκπληκτική φόρμα μουσικής σύνθεσης, καθώς έχει τη δυνατότητα, μέσα σε πολύ λίγα λεπτά, να συμπυκνώσει μια ολόκληρη ιστορία, να μας ταξιδέψει νοερά, να μας βυθίσει σε σκέψεις, συναισθήματα και ακόμη και στην ίδια τη σιωπή. Δεν είναι τυχαίο ότι το τραγούδι, ως μουσική φόρμα, συναντάται σχεδόν σε όλα τα είδη παραστατικών τεχνών, αλλά και αυτούσιο ως μορφή τέχνης. Προσωπικά, έχοντας γράψει μουσική με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και σε πολλές διαφορετικές φόρμες, από συμφωνική μουσική και μουσική δωματίου μέχρι σύγχρονη μουσική για παραστατικές τέχνες, πάντα μέσα μου υπάρχει μια πάγια και διαρκής ανάγκη να επιστρέφω στο τραγούδι. Με γοητεύει ιδιαίτερα ως μορφή τέχνης και μου δίνει τη δυνατότητα να μιλήσω, να μεταφέρω στο κοινό έναν κόσμο που κουβαλάω μέσα μου, και δεν έχω άλλο τρόπο να τον επικοινωνήσω με το κοινό παρά με τη μορφή αυτή, δηλαδή το τραγούδι. Και αυτή είναι η διαδρομή που τα ενώνει: η σύνδεση αυτού που φέρω μέσα μου και η επικοινωνία του με τον κόσμο μέσω του τραγουδιού.

Η παρουσίαση του “Songbook” έχει τη Νεφέλη Φασούλη ως κεντρική φωνή. Τι ήταν αυτό που άκουσες στην ερμηνευτική και φωνητική της προσωπικότητα και σ’ έκανε να εμπιστευτείς αυτό το υλικό σου; Ανακάλυψες μήπως και κάτι καινούργιο στις συνθέσεις σου μέσα από τον τρόπο με τον οποίο εκείνη τις τραγουδά;
Όπως έχω πει συχνά, πιστεύω πάντα πως η σύνθεση για να πραγματοποιηθεί, χρειάζονται τρία στάδια. Το πρώτο στάδιο είναι η βασική σύνθεση από τον συνθέτη. Το δεύτερο στάδιο είναι η ερμηνεία του έργου που έχει γραφτεί. Και δεν είναι τυχαίο ότι πάρα πολλές φορές η ερμηνεία είναι τόσο καθοριστική, που επηρεάζει εν τέλει και την ίδια τη σύνθεση. Ο τρίτος τρόπος έχει να κάνει με τις τεχνικές και τις μεθόδους με τις οποίες η σύνθεση καταλήγει στον κόσμο μέσω του ερμηνευτή. Εννοώ ότι ακόμη και ο χώρος μέσα στον οποίο παρουσιάζεις κάτι μπορεί να επηρεάσει τη σύνθεση, το τι θα ακουστεί και τι όχι, τα τεχνικά μέσα, η ηχοληψία, ο σχεδιασμός ήχου και λοιπά. Άρα, βασισμένος σε αυτή τη λογική, μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει ότι ο ερμηνευτής, σε ένα τραγούδι, σε αυτή τη συγκεκριμένη μορφή σύνθεσης, είναι ένας από τους πλέον καθοριστικούς παράγοντες που παίζουν ουσιαστικό ρόλο στο πώς θα αποδοθεί ένα τραγούδι.
Συγκεκριμένα, η Νεφέλη έχει αυτή την εξαιρετική ευελιξία να κινείται ανάμεσα στη δυτική μουσική αλλά και την παραδοσιακή και ανατολική μουσική, με έναν τρόπο οργανικό, φυσικό και ανεπιτήδευτο. Πρόκειται για μια εξαιρετική ερμηνεύτρια, ιδιαιτέρως καταρτισμένη και έτοιμη να αφουγκραστεί τις ανάγκες της ίδιας της σύνθεσης και να συμπορευτεί με την μπάντα, λειτουργώντας πάντοτε συλλογικά και με κριτήριο το καλό της μουσικής. Κατ’ εμέ, αυτά είναι δυσεύρετα χαρακτηριστικά σε έναν ερμηνευτή και είναι πολύ βασικά συστατικά στο πώς επιλέγω να συνεργάζομαι με ανθρώπους.

Είσαι ένας μουσικός ερωτευμένος με την jazz, αισθάνεσαι περισσότερο συνθέτης, ντράμερ, καλλιτέχνης που χρησιμοποιεί κάθε διαθέσιμο μέσο για ν’ αφηγηθεί μια ιστορία; Είσαι και αφηγητής, ξεκινάς από μια μελωδία, ένα στίχο μια θεατρική εικόνα και γεννάς ιδέες, συνθέσεις μουσικές. Υπάρχει κάποιος από αυτούς τους ρόλους που αισθάνεσαι σήμερα πιο κοντά;
Αισθάνομαι ότι, στην εποχή που ζούμε και διανύουμε, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, είναι πιο έντονη η ανάγκη να συγκινηθούμε, με την έννοια του «συν-κινώ». Δηλαδή να συντονιστούμε, να βρούμε τρόπους, διαδικασίες και διαδρομές που θα μας επιτρέψουν να ξανανιώσουμε σύνολο ανθρώπων που συμπορεύονται, συνυπάρχουν και συντονίζονται. Αυτή η ανάγκη είναι και δική μου και αισθάνομαι ότι, από τον ρόλο του συνθέτη, μπορώ να δημιουργώ συνθήκες που συμβάλλουν στην ικανοποίηση αυτής της ανάγκης. Οι άνθρωποι χρειαζόμαστε μια συνθήκη, όπως η μουσική, που μας βοηθάει να τραγουδήσουμε μαζί, να ενώσουμε τις φωνές μας, να συντονιστούμε και να υπάρξουμε ξανά ως ένα σύνολο και όχι διάσπαρτες μονάδες που συνυπάρχουν σε έναν χώρο. Να νιώσουμε την ανάγκη ότι συντονιζόμαστε και κινούμαστε, χορεύουμε στον ίδιο ρυθμό τραγουδώντας. Άρα, αν έπρεπε να επιλέξω έναν από όλους τους ρόλους που προανέφερες, θα επέλεγα κατά προτεραιότητα τον ρόλο του συνθέτη. Εξάλλου, με αυτόν τον ρόλο πλέον επιλέγω να ερμηνεύω στη σκηνή. Είτε παίζοντας τύμπανα είτε παίζοντας πλήκτρα, πιάνο, οτιδήποτε κάνω, πάντα το κάνω από την οπτική ενός συνθέτη.
Μεγάλο μέρος της δουλειάς σου έχει συναντήσει το θέατρο. Στη Λυσιστράτη της Κατερίνας Ευαγγελάτου όμως που παρουσιάστηκε στη Σαγκάη φέτος φαντάζομαι θα ήταν φοβερή η όλη εμπειρία. Κλήθηκες να γράψεις μουσική για μια παράσταση που ταξίδεψε από το ελληνικό θέατρο σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτισμικό περιβάλλον. Τι ήταν αυτό που ήθελες να αφηγηθεί η μουσική σου σε αυτή τη Λυσιστράτη; Πώς συνομίλησες μουσικά με τη σκηνοθετική ματιά της Ευαγγελάτου και το ίδιο το έργο του Αριστοφάνη;
Αν ακούσει κανείς τη μουσική της Λυσιστράτης, η οποία κυκλοφορεί σε όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες, θα παρατηρήσει ότι πρόκειται για μια μουσική με πολύ έντονο ρυθμικό υπόβαθρο, με στοιχεία μουσικά που χρησιμοποιούνται πάρα πολύ στη σύγχρονη δυτική μουσική, στη jazz, στο μιούζικαλ και πολλά τραγούδια. Και εκεί, λοιπόν, το τραγούδι λειτούργησε ως συνεκτικός κρίκος των διαφορετικών πολιτισμών. Ξεκινήσαμε σκεπτόμενοι μια απλή παράσταση και καταλήξαμε, στην πραγματικότητα, σε ένα μιούζικαλ, όπου τελικά το τραγούδι και η κίνηση είχε καθοριστικό ρόλο στην αφήγηση της ιστορίας. Δεν διέκοπτε τη δραματουργία, ήταν μέρος αυτής, με βασικό χαρακτηριστικό το στοιχείο της εξωστρέφειας. Ήταν πράγματα που μου τα ζήτησε η Κατερίνα από την αρχή της δουλειάς αυτής και αισθάνομαι ότι το εγχείρημα μουσικά είχε επιτυχία.
Εκτός από τα ντραμς, στη σκηνή αξιοποιείς πλήκτρα και electronics. Πόσο σημαντική είναι η τεχνολογία και ο ηλεκτρονικός ήχος στη διαμόρφωση της μουσικής αισθητικής σου;
Ο ηλεκτρονικός ήχος δηλαδή το analog synthesizer, τα ψηφιακά keyboards, τα ηχοτοπία και οτιδήποτε σχετικό που έχουμε στη διάθεσή μας, που θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε με έναν γενικό όρο electronics, είναι ένας ιδιαίτερος μουσικά κόσμος, με τεράστιο βάθος. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι η ηλεκτροακουστική σύνθεση αποτελεί πλέον μια ξεχωριστή ειδικότητα με ευρύ πεδίο έρευνας και καινοτομίας. Βέβαια, πάντοτε, όταν χρησιμοποιούμε πολλά διαφορετικά συστατικά στη δημιουργία μουσικής, τον ακουστικό ήχο, τα ηλεκτρονικά ηχοτοπία και οτιδήποτε άλλο, αυτό που αποτελεί εγγύηση στο να συμβαδίζουν τα φαινομενικά ετερογενή στοιχεία είναι η αισθητική. Είναι πολύ σημαντικό αυτό το κομμάτι της αισθητικής να υπηρετείται από τα μέσα και όχι να υπηρετεί τα μέσα, και να μην καταργείται προς όφελος της αλόγιστης χρήσης των διαφορετικών ερμηνευτικών μέσων. Σε ένα μουσικό project όπως το “Songbook”, που θα μπορούσε να πει κανείς ότι εμπίπτει περισσότερο στο τραγούδι ως αυτούσια μορφή τέχνης, εκεί μπορούν να προσφέρουν πάρα πολλά στον σύγχρονο ήχο τα πλήκτρα και τα ηλεκτρονικά.
Έχω ακόμα την πίστη πως ένα καλό έργο πάντα θα κάνει τον ακροατή να σταθεί και να το ακούσει όμως την εποχή που ζούμε η μουσική καταναλώνεται κι αυτή. Ως δημιουργός που συνθέτεις, αφηγείσαι… πιστεύεις ότι η νέα συνθήκη του αλγόριθμου της αποσπασματικής ακρόασης, του ΑΙ θ αλλάξει και τον τρόπο με τον οποίο θα γράφουμε μουσική;
Πιστεύω ακράδαντα ότι τα πραγματικά όμορφα πράγματα, με βάθος και ουσία, χρειάζονται χρόνο και υπομονή. Η 9η του Μπετόβεν χρειάζεται χρόνο. Το «Βλέμμα του Οδυσσέα» του Θεόδωρου Αγγελόπουλου χρειάζεται χρόνο. Ένας πίνακας του Μόραλη χρειάζεται χρόνο. Ο «Μεγάλος Ερωτικός» του Μάνου χρειάζεται χρόνο. Ένα ποίημα του Ελύτη χρειάζεται χρόνο. Σήμερα δεν δίνουμε χρόνο σε τίποτα και αυτό δημιουργεί μεγάλα προβλήματα. Δεν είναι δυνατόν, προσφέροντας τον απειροελάχιστο χρόνο που διαθέτουμε πλέον στα πάντα γύρω μας, να αντιληφθούμε έργα και δημιουργίες με βάθος και διαχρονικότητα. Είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, το οποίο το συναντώ καθημερινά γύρω μου και με προβληματίζει πολύ βαθιά, ως άνθρωπο αλλά και ως συνθέτη. Αντιλαμβάνομαι ότι ακόμη και η μουσική από πολλούς ανθρώπους γράφεται διαφορετικά, προσπαθώντας να ικανοποιήσει και να προσαρμοστεί στις συνθήκες που ζούμε σήμερα. Προσωπικά, αδυνατώ αλλά και αρνούμαι να μπω σε αυτή τη λογική, αντιλαμβανόμενος τις ενδεχόμενες συνέπειες αυτής της στάσης. Όμως, βαθιά μέσα μου, πιστεύω ότι έργα με διαχρονικότητα και βάθος, αργά ή γρήγορα, βρίσκουν τον χώρο και τον χρόνο που τους αναλογεί. Γιατί πιστεύω ότι ο λόγος που υπάρχει η τέχνη είναι για να ικανοποιούνται κάποιες πολύ βαθιές, αρχέγονες ανθρώπινες ανάγκες. Όταν η τέχνη καταφέρνει και εξακολουθεί, παρά τον σύγχρονο τρόπο ζωής, να υπηρετεί αυτές τις ανάγκες, πάντα βρίσκει ανταπόκριση.

Θεωρείς ότι ένας μουσικός στην εποχή μας έχει και μια πολιτική ευθύνη να παίρνει θέση ή αρκεί το ίδιο του το έργο να δημιουργεί έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο; Μπορεί για εσένα η μουσική να είναι πολιτική δίχως να πολιτικοποιείται;
Καταρχάς, πιστεύω ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπάρξει μόνος του ως θηρίο. Η σχέση με τον εαυτό δομείται μέσα στο ίδιο το σύνολο. Και αυτό από μόνο του πολλές φορές φαντάζει ως αντίφαση. Κατά συνέπεια, δεν γίνεται να υπάρξουν έργα με υπαρξιακή αναζήτηση χωρίς σημείο αναφοράς το σύνολο. Ο λύκος της στέπας δεν μπορεί να αυτοπροσδιοριστεί ως λύκος αν δεν υπάρχει μέσα σε ένα σύνολο, η ύπαρξη του οποίου υπογραμμίζει τη διαφορετικότητά του. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ακόμη και έργα με υπαρξιακές αναζητήσεις και όχι τόσο στρατευμένα, έχουν πολλές φορές βαθιά πολιτική ρίζα. Προσωπικά, πιστεύω ότι ο κάθε δημιουργός οφείλει, πριν από όλα, να υπακούσει στις ανάγκες που τον ωθούν να ασχολείται με την τέχνη του. Αυτή η ειλικρινής στάση απέναντι στα πράγματα είναι η πρώτη βασική πολιτική πράξη. Αν η ανάγκη του δημιουργού είναι να στρατευθεί μέσω της τέχνης του, καλώς. Αν η ανάγκη του είναι, μέσω της τέχνης του, να μιλήσει για ζητήματα περισσότερο προσωπικά και λιγότερο πολιτικά, με τη στενή έννοια του όρου, και αυτό αρκεί ώστε έστω και ένας θεατής να μετακινηθεί εσωτερικά απέναντι στη ζωή του, ο καλλιτέχνης αυτός συμβάλλει στο σύνολο και αυτό αποτελεί πολιτική πράξη.
Πιστεύω παράλληλα, όμως, ότι πολλές φορές, όταν νιώθουμε ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο που πρέπει να είμαστε πιο ενεργοί πολιτικά, με τη κυριολεκτική έννοια του όρου, όσο δύσκολο και αν είναι, θα πρέπει να αναλαμβάνουμε την ευθύνη μας και να συμμετέχουμε πολιτικά στο σύνολο. Αυτή η περίοδος που διανύουμε στη χώρα μας απαιτεί από εμάς να είμαστε αφυπνισμένοι πολιτικά και να αναλάβουμε επιτέλους την ευθύνη της συμμετοχής μας στο σύνολο με τρόπο ώριμο και αποτελεσματικό.
Αν το Songbook ήταν ένας απολογισμός μιας ίσαμε τώρα διαδρομής σου, ποιο θα ήθελες να είναι το επόμενο κεφάλαιο; Υπάρχει ένας ήχος, ένας συνεργάτης, μια ιδέα ή ένα έργο που αισθάνεσαι ότι δεν είχες ακόμα τολμήσει και τώρα μπορείς;
Καλώς ή κακώς, είναι πολλά αυτά που θέλω να κάνω στο μέλλον. Αν κάτι με διακρίνει, είναι μια καθημερινή ανησυχία, που πηγάζει από την ανάγκη να δημιουργώ. Κάθε μέρα σκέφτομαι ποιο είναι το επόμενο μουσικό έργο που θα ήθελα να επικοινωνήσω με τον κόσμο. Κάτι όμως που αναδύεται ως ιδιαίτερη προσωπική ανάγκη τον τελευταίο καιρό είναι η ανάγκη μου να μιλήσω για αυτά που βλέπω γύρω μου. Έχω την τύχη ή και ατυχία, κατά άλλους, να έχω ζήσει δύο πολύ διαφορετικές πραγματικότητες. Ανήκω στη γενιά που έζησε την αναλογική εποχή το ίδιο έντονα με την ψηφιακή. Νιώθω πολλές φορές, λοιπόν, ότι βρίσκομαι σε αυτό το μεταίχμιο ανάμεσα στις δύο εποχές. Από τη θέση αυτή, η οπτική που έχω απέναντι στο πώς εξελίσσεται και αλλάζει ο κόσμος, γεννά μέσα μου την ανάγκη να μιλήσω για αυτά που βλέπω. Αυτό είναι κάτι που θα ήθελα να κάνω.
