Αλήθεια έχετε αναρωτηθεί τι θα επιλέγαμε να στείλουμε στο διάστημα αν έπρεπε να συστηθούμε σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτε για το είδος μας; Σε αυτό το ερώτημα προσπάθησε να απαντήσει η NASA το 1977 με τον Χρυσό Δίσκο που ταξίδεψε στο διάστημα μαζί με το Voyager, κουβαλώντας ήχους, εικόνες και μουσικές από τη ζωή στη Γη. Χρόνια μετά, η Δανάη Λιοδάκη με αφετηρία αυτόν τον Χρυσό Δίσκο μας μιλά για κάτι πιο κοντινό. Τη μνήμη, την οικογένεια και τις ιστορίες που κινδυνεύουν να χαθούν.

Στον «Χρυσό Δίσκο» της, δυο αδελφές αδειάζουν το οικογενειακό τους σπίτι σε ένα μικρό ελληνικό χωριό. Μια σειρά επιστολών, τις οδηγούν πίσω στο 1977, από κει η προσωπική τους ιστορία συναντά γεγονότα και πρόσωπα μιας ολόκληρης εποχής. Η Δανάη Λιοδάκη, η θεατρική συγγραφέας και σκηνοθέτις που έχει συνδέσει τη δουλειά της με ένα πολιτικό θέατρο που συνδυάζει μυθοπλασία ντοκουμέντο και κοινωνικές ιστορικές συνθήκες της εποχής, γράφει στον Χρυσό Δίσκο μια ιστορία που κινείται από το τοπικό στο παγκόσμιο. Το έργο της παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός» και επιστρέφει τώρα στο ΠΛΥΦΑ θέτοντας το διαστημικό μα εντελώς ανθρώπινο βαθιά ερώτημα: Τι αξίζει να διασωθεί από την ιστορία και ποιοι αποφασίζουν τι θα θυμόμαστε;

Με αφορμή την επιστροφή του Χρυσού Δίσκου, μίλησα με τη Δανάη Λιοδάκη για να μάθω περισσότερα για την παράσταση και να ακούσω τη δική της οπτική ως δημιουργού.

Πώς συνάντησες για πρώτη φορά την ιστορία του Χρυσού Δίσκου της NASA και πότε κατάλαβες ότι αυτή η ιστορία μπορεί να γίνει έμπνευση για θεατρικό έργο;

Πριν κάποια χρόνια έγραφα ένα άλλο έργο, με θέμα τις καλοκαιρινές διακοπές. Καθώς το έγραφα, μου ήρθε η ιδέα οι ήρωες να στέλνουν στο διάστημα ένα αρχείο με μνήμες από τη γη, λίγο πριν αυτή καταστραφεί. Μετά ψάχνοντας για αυτό το θέμα, βρήκα την ιστορία του Χρυσού Δίσκου και με ενθουσίασε που κάτι τέτοιο είχε συμβεί σχεδόν μισό αιώνα πριν. Ήξερα αμέσως ότι είναι ενδιαφέρον θέμα για ένα θεατρικό έργο, καθώς αγγίζει ένα πολύ σημαντικό ερώτημα: Τι είναι τελικά το «ανθρώπινο»;

Ένας δίσκος που ταξιδεύει στο διάστημα για να πει σ’ έναν άγνωστο παραλήπτη τι είναι ζωή στη Γη και δυο αδελφές που αδειάζουν το σπίτι των γονιών τους σ’ ένα μικρό χωριό της Ελλάδας. Τι σ’ ενδιέφερε να συμβεί όταν μια διαστημική ιστορία συναντά μια προσωπική οικογενειακή ιστορία;

Αυτό το στοιχείο, το να μπλέξουμε το προσωπικό με το ιστορικό, τη μυθοπλασία με το ντοκουμέντο και το τοπικό με το παγκόσμιο ήταν το μεγαλύτερο στοίχημα αυτού του έργου. Με ενδιέφερε πολύ πώς δυναμικές που αναπτύσσονται σε παγκόσμιο επίπεδο, τελικά επηρεάζουν τα ίδια τα άτομα. Κι έτσι η ιστορία εμπνέεται από τον Χρυσό Δίσκο, αλλά εν τέλει είναι η αποκάλυψη ενός οικογενειακού μυστικού που σχετίζεται με την αποστολή του Voyager, αλλά και με άλλα πράγματα που συνέβησαν στην Ελλάδα και στον κόσμο το 1977.

Στον Χρυσό Δίσκο σου συνυπάρχουν πραγματικά ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα, μυθοπλασία όπως και στοιχεία θεάτρου ντοκιμαντέρ. Πώς δούλεψες όλο το υλικό ώστε να μην γίνει απλώς ένα μάθημα ιστορίας αλλά μια ιστορία ανθρώπων που μας αφορά σήμερα;

Έχουμε πάρα πολλά πραγματικά στοιχεία, δεν αναφερόμαστε μόνο στον Χρυσό Δίσκο, αλλά και σε πολλά γεγονότα της περιόδου. Όλα αυτά όμως μπλέκουν με μια ιστορία. Η ραχοκοκαλιά του έργου είναι η μυθοπλασία και τα πραγματικά γεγονότα αναφέρονται και αποτελούν το υπόβαθρο της ιστορίας, αλλά δεν μας ενδιαφέρει απλά να μεταφέρουμε την ιστορική πληροφορία, αλλά να δούμε σε βάθος πώς η πραγματικότητα επηρεάζει τους πρωταγωνιστές του έργου στο σήμερα.

Μιλάς για ιστορίες που έμειναν έξω από τις επίσημες αφηγήσεις, για τη μνήμη και τη λήθη. Υπάρχει κάποια από τις ιστορίες ή τις διαδρομές που συνάντησες στην έρευνά σου που σε άλλαξε;

Ναι, η ιστορία του Χρυσού Δίσκου συμβαίνει σε ένα κέντρο του κόσμου, στη Νέα Υόρκη. Έτσι, όταν ξεκίνησα να δουλεύω το έργο αναρωτήθηκα τι συνέβαινε στην ίδια περίοδο στην περιφέρεια της γης, σε μέρη τα οποία δεν μας απασχολούν τόσο συχνά στην παγκόσμια ιστορία μας. Ξεκίνησα φυσικά από την Ελλάδα και μίλησα με κόσμο που ζούσε εδώ το 1977. Μέσα σε όσα μου είπαν, κάποιοι μου περιέγραψαν πόσο τους είχε επηρεάσει τότε ο εμφύλιος πόλεμος του Λιβάνου, στον οποίο κεντρικό ρόλο έπαιξαν οι Παλαιστίνιοι και η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό φυσικά με όσα συμβαίνουν σήμερα, άλλαξε πολύ την πορεία του έργου.

Έχεις ασχοληθεί και σε προηγούμενά σου έργα με πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Τι είναι αυτό που σε τραβά ξανά και ξανά σε ιστορίες που βρίσκονται ανάμεσα στην προσωπική ζωή και τη μεγάλη Ιστορία;

Σε όλα μου τα έργα ασχολούμαι με σύγχρονα ζητήματα που μας απασχολούν κοινωνικά. Με ενδιαφέρει ένα πολιτικό θέατρο που δεν κουνάει το δάχτυλο, που μαζί με το κοινό προσπαθεί να βρει ένα φως και ένα δρόμο σε όσα συμβαίνουν γύρω μας σήμερα. Δεν είναι πάντα εύκολο, γιατί συχνά η βιαιότητα της εποχής μάς καταβάλει, αλλά το προσπαθώ. Σε αυτό το έργο τα ντοκουμέντα που χρησιμοποιώ είναι ακόμα πιο «μεγάλα» και η ιστορία του διαστήματος μας πηγαίνει σε πολύ καθολικά ερωτήματα, σε σχέση με την παγκόσμια ιστορία, το τι αξίζει να διασωθεί από την ανθρωπότητα και τον πόλεμο.

Ο Χρυσός Δίσκος παρουσιάστηκε στο Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός και τώρα επιστρέφει για μια νέα παρουσίαση στο ΠΛΥΦΑ. Άλλαξες κάτι στην παράσταση μετά την πρώτη της συνάντηση με το κοινό;

Όχι, δεν άλλαξα κάτι. Η παράσταση είχε πολύ καλή αποδοχή στη Θεσσαλονίκη και ανυπομονούμε να δούμε πώς θα την εκλάβει και το κοινό στην Αθήνα.

Υπάρχει κάποια στιγμή στην παράσταση που περιμένεις ιδιαίτερα να φτάσει στον θεατή;

Υπάρχει μια στιγμή ανατροπής στο δεύτερο μέρος που στις παραστάσεις που κάναμε στη Θεσσαλονίκη κρατούσα την ανάσα μου για να νιώσω πώς το εκλαμβάνουν οι θεατές και οι θεάτριες. Αλλά δε μπορώ να σας πω περισσότερα, γιατί θα προδώσει την πλοκή.

Τι αξίζει να διασωθεί τελικά από την ιστορία της ανθρωπότητας, έχεις καταλήξει σε κάποιες προτάσεις έστω;

Αυτό που μου έμαθε ο «Χρυσός Δίσκος» είναι ότι πρέπει να προσέξουμε πώς θα αποφασίσουμε τι θα διασωθεί από την ιστορία μας στη γη. Θα πρέπει να μην φωτίζουμε μόνο μια πλευρά της ιστορίας μας, που συνήθως είναι η πλευρά των νικητών, αλλά και τις άλλες ιστορίες, που προέρχονται από άλλες γωνιές του κόσμου και όχι από τα πολιτισμικά κέντρα της γης.

Τι μπορεί να κάνει το θέατρο με μια ιστορία που δεν μπορεί να κάνει ένα βιβλίο Ιστορίας; Τι σου δίνει η σκηνή που δεν στο προσφέρει το χαρτί;

Το θέατρο είναι ζωντανό, συμβαίνει μπροστά μας από ανθρώπους με σάρκα και οστά. Επίσης, είμαστε και εμείς εκεί ενσώματα και συλλογικά. Πηγαίνουμε μαζί με άλλους, αναπνέουμε για λίγο μαζί. Το βιβλίο μπορεί να κάνει πάρα πολλά, αλλά δεν αλλάζει τους παλμούς μας ταυτόχρονα με μια ομάδα ανθρώπων. Βέβαια, επειδή οι παραστάσεις τελειώνουν κάποτε, χαίρομαι πολύ που και αυτό το έργο – όπως και τα προηγούμενα τρία που έχω γράψει – έχουν εκδοθεί και σε βιβλίο, από την Κάπα Εκδοτική, κι έτσι συνεχίζουν το ταξίδι τους και μετά τη σκηνή.

Ζούμε σε εποχή που όλα καταγράφονται, αποθηκεύονται και ταξιδεύουν παντού. Τι είναι αυτό που θα ήθελες να μην χαθεί από τη δική σου τη ζωή και τη δική σου μνήμη;

Πράγματι, όλα σήμερα καταγράφονται και αποθηκεύονται, αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν ξεχνιούνται. Ειδικά η τεχνητή νοημοσύνη έχει την τάση να μας ομογενοποιεί ακόμα περισσότερο, προωθώντας έναν μέσο όρο και περιορίζοντας ακόμα περισσότερο το τι είναι η ανθρώπινη ζωή και το πώς δεν θα χαθούν κουλτούρες και κόσμο-εικόνες διαφορετικές από τη Δυτική οπτική του Παγκόσμιου Βορρά. Από τη δική μου μνήμη δεν θέλω να χαθεί η αίσθηση που μου έδινε κάποτε η θάλασσα και το καλοκαίρι.

Info παράστασης:

Χρυσός δίσκος | 12 Οκτωβρίου – 16 Νοεμβρίου 2026 | Θέατρο ΠΛΥΦΑ