«Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ σε σκηνοθεσία Μαρίας Πρωτόπαππα: Το θέατρο ως φορέας δικαιοσύνης

Με την «Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ η Μαρία Πρωτόπαππα κατακτά το επίπεδο μιας από τις σημαντικές δημιουργούς της γενιάς της

Φωτογραφίες: © Μαριλένα Αναστασιάδου

Κάποιος σοφός είπε: «Η ζωή είναι η ατελής εκδοχή της επί σκηνής αναπαράστασής της». Είπε επίσης: «Το θέατρο δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Μπορεί όμως να αλλάξει κάποιους ανθρώπους και μετά να το αλλάξουν αυτοί». Το θέατρο όμως μπορεί να κάνει και κάτι άλλο: να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη σε έναν κόσμο όπου αυτή εκλείπει. Τουλάχιστον για λίγο. Τουλάχιστον επί σκηνής.

Μια φορά κι έναν καιρό, στο ελληνικό θέατρο εμφανίστηκαν οι τρεις Μαρίες της καρδιάς μας: η Μαρία Κεχαγιόγλου, η Μαρία Πρωτόπαππα και η Μαρία Σκουλά. Με αλφαβητική σειρά –πώς κατατάσσεις τρία πλάσματα που έχουν κάνει τόσο καλό με τόση γενναιοδωρία στο ελληνικό θέατρο; Η πρώτη φορά που τις προσέξαμε και τις θαυμάσαμε και τις τρεις ήταν –σύμπτωση;- το θέατρο του Λευτέρη Βογιατζή. Τα τελευταία χρόνια η Μαρία Πρωτόπαππα επέλεξε να δοκιμαστεί και στη σκηνοθεσία.

Περίπλοκη υπόθεση στην Ελλάδα οι ηθοποιοί που σκηνοθετούν: άλλοι το θεωρούν ως ένα είδος καταξίωσης, ένα εύσημο, ένα βήμα μπροστά. Για κάποιους άλλους –συνήθως προβεβλημένους- είναι κάτι «εύκολο»: έχουν δει τους σκηνοθέτες τους να δίνουν οδηγίες, και λένε απερίσκεπτα «γιατί όχι κι εγώ;». Υπάρχουν όμως και κάποιοι που τους προκύπτει με τα χρόνια ως ανάγκη, και που έχουν αληθινά κάτι να πουν.

Με την «Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ η Μαρία Πρωτόπαππα κατακτά το επίπεδο μιας από τις σημαντικές δημιουργούς της γενιάς της. Δεν είχε ανάγκη να σκηνοθετήσει –ως ηθοποιός είναι λαμπρή και περιζήτητη. Δεν βιάστηκε να το κάνει –λίγες και σημαντικές οι παραστάσεις που σκηνοθέτησε ως τώρα, με σαφή την εξέλιξή της από τη μία στην άλλη. Εδώ ασχολείται με ένα έργο το οποίο στο μυαλό μου το θεωρούσα παλαιικό, ακαδημαϊκό και  ξεπερασμένο, μια αποτύπωση της στιγμής του 1944 που γράφτηκε. Και με την ουσιαστική, βαθιά και ρηξικέλευθη ματιά της αποδεικνύει πόσο λάθος είχαμε όσοι πιστεύαμε κάτι τέτοιο.

Τι ηδονή, αλήθεια, να βλέπεις έναν καλλιτέχνη να σου ανατρέπει μια σκέψη που είχε κατακαθίσει στις αντιλήψεις σου στερεοτυπικά… Δεν πρόκειται απλώς για ένα έργο βαθιά πολιτικό: η σαρκαστική, απαισιόδοξη αλλά διεισδυτική ματιά του στην ίδια την ανθρώπινη φύση του χαρίζουν όλες τις αρετές του κλασικού –δηλαδή του διαρκώς επίκαιρου. Με την τόλμη της σκηνοθεσίας της, η Πρωτόπαππα αποκαθιστά τη δικαιοσύνη σε σχέση με το ίδιο το κείμενο.

Τοποθετώντας τον σκηνοθέτη ως ρόλο επί σκηνής και ερμηνεύοντάς τον η ίδια, η Πρωτόπαππα επιτυγχάνει ήδη την απόσταση από οποιονδήποτε ρεαλισμό. Καθισμένη απέναντι, μαζί με τον Χορό, υποβάλλει μια σκέψη διπλή, συναρπαστική, για τον ρόλο και των δύο: τόσο για την κοινή τους θέση, όσο και για την ενδεχομένως αντίστοιχη λειτουργία  τους. Η χειρουργική τους ψυχρότητα γίνεται υποφερτή από το σαρδόνιο χιούμορ με το οποίο αποδίδονται. Ακόμα μια δικαίωση: ο Χρήστος Στέργιογλου, έχει την ευκαιρία ως Χορός να μας δείξει και πάλι πόσο μεγάλη είναι η στόφα του και πόσο μεγάλη αξία αποτελεί για το ελληνικό θέατρο.

Το ίδιο ισχύει προφανώς για τον Γιάννη Τσορτέκη: απορίας άξιον –και κατάφωρη αδικία-πώς δεν έχουμε αποδώσει σε αυτόν τον σπουδαίο ηθοποιό τα εύσημα που του αναλογούν. Ο εκτυφλωτικός του Κρέοντας συνδύασε τον απεχθή πραγματισμό των παραδομένων Γάλλων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με τον κουρασμένο, παραιτημένο κυνισμό του ηγέτη που καλείται να παίξει τον ρόλο που η ιστορία του επέβαλε. Μία από τις πλέον αξιομνημόνευτες ερμηνείες της χρονιάς. Η σκηνή της στιχομυθίας του με τον –σωστότατο ως Αίμονα- Δημήτρη Μαμιό, σταυροπόδι και οι δυο με μπύρα και τσιγάρο στο χέρι, σκέτη απόλαυση.

Η Αντριάνα Ανδρέοβιτς έπλασε ευφυέστατα μια Ισμήνη με λεπτομέρειες, ουσία και ακρίβεια μέσα από την έξοχη δουλειά με τη φωνή της. Απολαυστικός ο Δημήτρης Μαργαρίτης ως φρουρός, ο δια κλήρου παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος. Η νεαρή Ηλέκτρα Μπαρούτα ως αγγελιαφόρος αφήνει υποσχέσεις για το μέλλον.

Η μεγαλύτερη, ίσως, δικαίωση, είναι για την Κίττυ Παϊταζόγλου ως Αντιγόνη. Μια ηθοποιός που δουλεύει συστηματικά και μοναχικά εδώ και χρόνια, χωρίς να επιζητά τα φώτα της δημοσιότητας σώνει και καλά, και εξελίσσεται διαρκώς, έχοντας γίνει πολύτιμη συνεργός κάθε παράστασης που έχει τη τύχη να την συγκαταλέγει. Όλη η πορεία της ηρωίδας, από την αρχή μέχρι το τέλος της παράστασης,  περνά μέσα από το βλέμμα της Παϊταζόγλου.

Ο σκηνικός χώρος της Εύας Νάθενα, φωτισμένος από τη Μελίνα Μάσχα, εισάγει τον θεατή στην ουσία της παράστασης από την πρώτη στιγμή που μπαίνει στην αίθουσα.

Σε μια σεζόν μουδιασμένη μετά από τους εγκλεισμούς και τη ματαίωση της θεατρικής πράξης, με μια βαθιά συντηρητική στροφή όχι μόνο στο θέατρο, αλλά και στην κοινωνία, με τον πόλεμο να μαίνεται λίγο έξω από την πόρτα μας, το να επισημαίνουμε με δυνατή και καθαρή φωνή τη σπουδαιότητα και την αξία στιγμών όπως είναι αυτή η παράσταση, είναι το χρέος όσων κάνουμε αυτή τη δουλειά που μοιάζει όλο και πιο απαξιωμένη. Ίσως έτσι κατορθώσουμε από τη μεριά μας να δικαιώσουμε τον ρόλο της κριτικής που φθίνει με ευθύνη δική μας. Χρωστάμε πολλά σε δουλειές σαν την «Αντιγόνη» που μας δίνουν αυτήν την ευκαιρία. Εμείς χρωστάμε –η δική τους αξία είναι αυθύπαρκτη.

Info παράστασης:

Αντιγόνη | Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Κάθε βδομάδα μπορείτε να λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc mag με τις προτάσεις μας