Το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου είναι ένας «έρωτας» που βαστά χρόνια. Για κάποιους, μεταξύ αυτών και για μένα, ένας έρωτας που ‘ρθε στα χρόνια του Γιώργου Λούκου με την Πειραιώς 260. Ναι, γνώριζα την ύπαρξη του Φεστιβάλ, ναι είχα παρακολουθήσει παραστάσεις σε Ηρώδειο και Επίδαυρο αλλά δικό μου αυτό το φεστιβάλ το ένιωσα τα χρόνια εκείνα. Τότε που πρωτοπήγα στην Πειραιώς 260, το 2006 φοιτητής του Θεάτρου Τέχνης και με πέτυχαν τα καλλιτεχνικά βόλια του έρωτα Διονύσου και Απόλλωνα. Εκεί που μου άνοιξαν οι ορίζοντες ως φιλότεχνος, γιατί είδα φρέσκα, αντισυμβατικά, πειραματικά παραστατικά δρώμενα. Έκτοτε το φεστιβάλ χάραξε αυτή την πορεία της Μεγάλης του Λούκου Σχολής, να μας προσφέρει ό,τι πιο επίκαιρο καλλιτεχνικά κυκλοφορεί επενδύοντας στον πειραματισμό. Να ρισκάρει όπως ρισκάρουν οι ερωτευμένοι που δεν τους νοιάζουν οι επιπτώσεις μα βουτιούνται με πάθος στο συναίσθημα που τους προκαλεί ο πόθος τους.
Είχα μεγάλη περιέργεια και αγωνία ομολογώ να παρακολουθήσω τις επιλογές του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή Μιχαήλ Μαρμαρινού και της ομάδας του. Διάβαζα τα δελτία τύπου κι ήταν σαν να κάνω scroll σε dating app, να τσεκάρω σε ποιο προφίλ θέλω να στείλω ένα γεια ή να το προσπεράσω και με ποιο προφίλ θέλω να βγω ραντεβουδάκι να δοκιμάσω την τύχη μου.

Βρέθηκα στον βιομηχανικό χώρο της Πειραιώς 260 στις 20:20, δεν είχε νυχτώσει ακόμα και η παρέα μου δεν είχε φτάσει. Το πρώτο που αντίκρυσα στον χώρο της πλατείας ήταν δέντρα. Δέντρα πολλά και τοποθετημένα σαν μια μικρή όαση πρασίνου ανάμεσα στο μπετόν αρμέ. Κοίταξα με προσοχή αριστερά δεξιά μήπως υπήρχε καμία περφόρμανς, γιατί Μαρμαρινός είναι αυτός, όλα να τα περιμένεις. Δεν είδα κάποιο δρώμενο, είδα όμως πρόσωπα γνωστά και άγνωστα, κι όπως ακριβώς συμβαίνει στα πάρτι, στα μπαρ, στους κοινόχρηστους χώρους και στα φεστιβάλ συνομίλησα μ’ εκείνους που ήθελα να μιλήσω και μου μίλησαν εκείνοι που ήθελαν να μου μιλήσουν. Ήρθε κι η παρέα μου αλλά εισιτήρια για την παράσταση Σλήμαν III που ήτανε sold out σιμά δεν είχαμε βρει. Ήμασταν ο ένας στην άλλη άκρη κι άλλος στην άλλη κι ανάμεσα μας θεατές.
Το «Σλήμαν ΙΙΙ» ξεκίνησε…Γνώριζα ότι αυτό που θα παρακολουθούσα δεν θα ήταν μια παράσταση κι όποιος πάει να δει το «Σλήμαν ΙΙΙ» ως μια παράσταση σας το λέω δεν θα ικανοποιηθεί. Ο Heiner Goebbels έστησε μια εμπειρία ανασκαφής, μια ουτοπία, ένα μωσαϊκό από ηχητικά και οπτικά θραύσματα με βάση τη μακροχρόνια σπουδή που έχει ρίξει στον Ερρίκο Σλήμαν. Είναι συνθέτης, ειναι πρωτοποριακός μουσικός ο Goebbels και αυτό που έζησα ήταν σαν να ζωντανεύει μπρος στα μάτια μου ένα μουσικό άλμπουμ με εναλλασσόμενα tracks λογου, ήχου και εικόνας. Με άφησε ελεύθερο αυτό, αποδεσμευμένο από δραματουργίες γραμμικές, να κάνω το δικό μου το ταξίδι. Καθόμουν μόνος και ταξίδεψα στην ατομική μου κάψουλα. Άκουγα τη φωνή του Ακύλλα Καραζήση και της Ανδρομάχης Φουντουλίδου, άκουγα τους ύμνους που έψελναν η Λυδία Κονιόρδου και ο Άγγελος Κυδωνιεύς. Η ζωντανή μουσική μπουζούκι και κλαρίνο από τους Ανέστη Μπαρμπάτση και Φίλιππο Φασούλα σε συνδυασμό με τους ήχους απ’ το μέταλλο που προκαλούσαν οι ηθοποιοί και οι προηχογραφημένες συνθέσεις – ηχοτοπία με πήγαν σε άλλο γαλαξία. Το κρώξιμο των βατράχων, ο ήχος του κλαρίνου, τα αποσπάσματα από το προσωπικό ημερολόγιο του Σλήμαν, τα θραύσματα από το αρχαίο δραματικό ρεπερτόριο, το δημοτικό τραγούδι: όλα αυτόνομα και αλληλένδετα με τις εικόνες που σου προκαλούσε ο σκηνικός χώρος.



Ο δε σκηνικός χώρος από μόνος του ένα ταξίδι με αξιοποίηση όλων των επιπέδων με βάθος πεδίου, προτζέκτιονς, που άλλοτε χώριζαν τον χώρο σε κάναβο κι άλλοτε γιόμιζαν τον χώρο αριθμούς και κατόψεις. Το μέταλλο κυριαρχούσε και τα μάρμαρα αντικαθιστούσε. Ήμουν παρών σε μια ανασκαφή με κύβους και πολύγωνα που αιωρούνταν, που μετακινούνταν από τους ηθοποιούς. Μια διαγώνια κολώνα ανάμεσα σε εννιά ορθές κι άλλες δυό μεταλλικές που ίπτανται. Όλα υπηρετούσαν και εξυπηρετούσαν το όραμα του καλλιτέχνη να μας πάει ένα ταξίδι στις στρώσεις των ανασκαφών και της προσωπικότητας του Σλήμαν.
Με το που τελείωσε το δρώμενο καταχειροκροτήθηκαν οι συντελεστές μα ’γώ βρήκα τον Κώστα Χαραλαμπίδη να του δώσω τα συγχαρητήριά μου. Για όσους δεν τον γνωρίζετε είναι ο υπεύθυνος τεχνικός σύμβουλος, είναι ο άνθρωπος που πάει ο κάθε καλλιτέχνης και του λέει την πιο τρελή του ιδέα και εκείνος με την ομάδα του την κάνουν πράξη. Είναι ο ίδιος άνθρωπος που ξεχορτάριασε την Πειραιώς 260 πριν 20 χρόνια κι εκείνος που έφτιαξε την οροφή που ανοίγει στο κτήριο Δ’ στου κορονοϊού τα χρόνια. Ένιωσα σε εκείνον ότι οφειλα συγχαρητήρια να δωσω, γιατί κατάφερε να χρησιμοποιήσει υλικά που είχε το φεστιβάλ και να υπηρετήσει στην εντέλεια το όραμα του σκηνογράφου Michael Simon.
Άρχισαν ν’ αδειάζουν οι θέσεις των θεατών του κτηρίου Δ’, μείναμε οι μισοί για το Q&Α και καθίσαμε σιμά με την παρέα μου περιμένοντας να ακούσουμε τι θα πουν οι Ηeiner Goebbels και Michael Simon. Αντ’ αυτού γίναμε θεατές της αυτοσχέδιας «περφόρμανς»: «ο Μαρμαρινός Μεταφραστής». Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δεν μετέφραζε απλώς, αλλά τοποθετούνταν κιόλας προσθέτοντας τις δικές του εύστοχες πινελιές. Στο ερώτημα γιατί έχει ο Ηeiner Goebbels αυτή την επιμονή στο πρόσωπο του Σλήμαν, εκείνος απάντησε ότι «Ο Σλήμαν ήταν μεγαλομανής, ανυπόφορος με τον τρόπο που συμπεριφερόταν στην ομάδα του μέχρι και αηδιαστικός, αλλά την ίδια στιγμή έχει αφήσει ένα τεράστιο έργο που εμένα προσωπικά με αγγίζει. Είχα την τύχη ή ατυχία να μάθω αρχαία ελληνικά στο σχολείο για έξι χρόνια που δεν με βοηθάνε σε κάτι τώρα, αλλά με ελκύουν σε συγκεκριμένα θέματα ξανά και ξανά. Αυτός είναι ίσως ο λόγος που δεν μπορώ απλώς να αφήσω τον Σλήμαν πίσω μου. Γι’ αυτό προτίμησα να συλλέξω αποσπάσματα από το έργο του, τα ημερολόγιά του και από άλλα έργα πάνω σε αυτό το θέμα, όπως η όπερα του Μπερλιόζ και έτσι προσπάθησα με τους συνεργάτες μου να προσφέρουμε μια ασύμβατη συλλογή λεπτομερειών, τις οποίες μπορεί ο καθένας να χρησιμοποιήσει μόνος του με τη φαντασία του για να συναρμολογήσει το έργο με έναν πολύ προσωπικό τρόπο».


Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός μετέφρασε: «Προφανώς γιατί αυτές οι αμφιλεγόμενες προσωπικότητες σαν κι αυτή του Σλήμαν έχουν πολύ ενδιαφέρον, ξέρετε καμία προσωπικότητα που δεν είναι αμφιλεγόμενη από όλο το αρχαίο δράμα; Αυτός είναι ο λόγος. Πέρασαν 100 χρόνια – προσθέτω τώρα εγώ – από τότε που έγραψε τα ημερολόγιά του και μεταξύ μας έσκαψε την Τροία που είναι πολύ σημαντικό. Αν μου επιτρέπετε, εδώ είναι ένα μικρό ιστορικό περιστατικό, γιατί είχε μια αμφιθυμία. Πού να σκάψει εδώ ή εκεί; Και τι έκανε ξέροντας την Ιλιάδα; Έκανε μια βόλτα στον πρώτο τόπο που ανέσκαψε και είπε “αποκλείεται σε μια μέρα να γυρίσω εγώ αυτό τον χώρο που γύριζε ο Αχιλλέας και ο Έκτορας, γιατί έχει βράχια, άρα θα σκάψω αλλού” και έσκαψε αλλού. Δηλαδή είχε μια εμμονή, η οποία είχε νόημα. Λοιπόν, η επικέντρωση σ’ αυτή την προσωπικότητα του Σλήμαν έχει να κάνει και με τα αρχαία που έμαθε στο σχολείο του για 6 χρόνια, τα οποία λέει δεν του πρόσφεραν και πάρα πολλά πράγματα. Δεν το εννοεί τελείως φυσικά. Όπως βλέπετε τα θραύσματα που κουβαλάει, τα κουβαλάει και από ένα προσωπικό ασυνείδητο. Αλλά όλα αυτά τον βοήθησαν να έχει θραύσματα από το ημερολόγιο, μεταφράζω λίγο ελεύθερα… το έχετε καταλάβει.». Το είχαμε καταλάβει και το απολαμβάναμε. Όταν μάλιστα ο Ηeiner Goebbels είχε το βλέμμα απορίας, γιατί γελάγαμε και γιατί ο «Μαρμαρινός Μεταφραστής» μιλάει σε χρόνο πιο πολύ από κεινον, έδωσε ο Μαρμαρινός την αποστομοτική απάντηση που μας έκανε να θελουμε να τον χειροκροτήσουμε: “In greek the language is longer”.
Κι όλοι βγήκαμε στον Κήπο για ποτά και συζήτηση. Μ’ ένα ποτό στο χέρι συνομιλούσαμε γι’ αυτό που παρακολουθήσαμε, για τα στοιχεία που μας άρεσαν ή όχι. Μια συνήθης πρακτική μετά από κάθε παράσταση στην Πειραιώς 260, να δημιουργείται αυτή η άτυπη αγορά όπου ανταλλάσονται απόψεις, θέσεις και ελπίδες για την τέχνη του σήμερα. Συνήθως μ’ αρέσει να αφουγκράζομαι αυτές τις συζητήσεις περιδιαβαίνοντας στον χώρο μα είχα καλή παρέα που όλο και μεγάλωνε. Περιμέναμε ν’ αρχίσει και το πρώτο AΦΤΕR σε επιμέλεια του Δημήτρη Τσάκα, πάνω στην ιδέα του καλλιτεχνικού διευθυντή με το που πάει 00:00 ν’ αρχίζει η μουσική. Όσοι είχαμε εισιτήριο της παράστασης παραμείναμε εκεί και δεν χρειάστηκε άλλο αντίτιμο, σαν μια συνέχεια της ωραίας βραδιάς. Άλλοι που ήρθαν μετά το αγόρασαν στο ποσό των 5ευρώ, που για τις εποχές που ζούμε είναι ευτυχές το ότι το Φεστιβάλ δεν χρεώνει παραπάνω.

Ακούσαμε στην πλατεία -κόσμος πολύς- την ψυχεδελική μουσική των CHICKN που αυτό τους το reunion το περίμεναν πολλοί και διαφάνηκε ότι το κοινό του Φεστιβάλ, όπως ξενυχτά στις ταβέρνες του Λυγουριού και στην Ντίσκο Καπάκι της Παλαιάς Επιδαύρου, έτσι κάνει και στην Πειραιώς 260. Μιας που έγραψα ταβέρνα, θέλω να σας πω ότι νηστικό φιλότεχνο αρκούδι δεν χορεύει οπότε με την παρέα μου πήγαμε να κάνουμε κι ένα τεστ γευσιγνωσίας στη φετινή καντίνα της Πειραιώς 260, στην οποία ήταν όλα νόστιμα.
Άφησα για το τέλος την Ελένη Παπαλίτσα ή αλλιώς GVG LOU, γιατί μου προσέφερε κάτι το διαφορετικό αυτή η μουσική περφόρμανς της, το πρότζεκτ pop τέχνη για την μπουρζουαζία. Μια στιγμή της που μίλησε στην καρδιά μου ήταν όταν ανέβηκε στα τραπέζια που ήταν στημένα περιμετρικά της σκηνής, της πλατείας και μας τραγούδησε το «Μέθυσε απόψε το κορίτσι μου…Μα είναι ορθάνοιχτη η καρδούλα μου να βρει απάγκιο κι απανέμι». Ο έρωτας και η τέχνη θέλουν ορθάνοιχτη καρδιά για να λειτουργήσουν. Η τέχνη και ο έρωτας θέλουν καρδούλες δυνατές. Ο έρωτας είναι ζωή, η ζωή πάντα κάνει τέχνη κι ας μην το ξέρει. Είναι απάγκιο κι απανέμι για τους βασανισμένους η τέχνη κι ας θεωρούν κάποιοι ότι είναι μια πολυτέλεια για τους λίγους και κάτι περιττό για τους πολλούς. Ορθάνοιχτες καρδούλες να έχετε και ατρόμητες για να ζείτε ελεύθεροι και ν απολαμβάνετε τη ζωή που σας έλαχε.

Περπάτησα στην Πειραιώς για να πάω προς το σπίτι μου, αναζητούσα νοερά την παρέα μου μα είχαμε χωριστεί ο καθένας για να ζήσει τη ζωή του. Άλλος τη ζωή του σαν κινηματογραφική ταινία, άλλος σαν πειραματική παράσταση της Πειραιώς 260, άλλος σαν αρχαία τραγωδία στην Επίδαυρο, άλλος σαν όπερα λυρική στο Ηρώδειο κι άλλος σαν σίριαλ τηλεοπτικό των 90s. Ολοι όμως με ορθάνοιχτες καρδούλες που θέλουν να βρουν απάγκιο κι απανέμι.
Ήταν μια Παρασκευή από αυτές τις καρμικές που συνηθίζουν να με βρίσκουν τον τελευταίο καιρό. Παρασκευές που δίνουν στο αυτοαναφορικό ασυνείδητό μου συγχαρητήρια που επέλεξα να βάλω την τέχνη στη ζωή μου και να ’χω ανοιχτή καρδούλα για να αντέχω όλα τα δεινά όταν προκύπτουν και να απολαμβάνω όλη την ευτυχία στο έπακρο όταν με βρίσκει. Το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2026, αυτός ο «έρωτας» ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς. Δοκιμάστε κι εσείς να scrollαρετε το πρόγραμμα, να βγείτε ραντεβουδάκι τέχνης είτε μαζί με την παρέα σας είτε μόνοι. Τον έρωτα δεν τον παραγγέλνουμε μα δεν θά ‘ρθει και να μας βρει άμα δεν τον προκαλέσουμε.
