Ήμουν από τους τυχερούς που δεν βράχηκαν την Παρασκευή στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, βράχηκα όμως στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου, μα ο βρεγμένος τη βροχή δεν την φοβάται. Ήταν από τα Παρασκευοσάββατα – εμπειρίες που σου μένουν αξέχαστες. Που θα λες μετά από χρόνια «ήμουν και ’γώ εκεί και τη μια μέρα έγινα παπί και την άλλη μέρα γέλασα με την ψυχή μου βλέποντας έναν γορίλα».

Αυτή η «Ειρήνη» που είδα δεν είχε καμία σχέση με την Ειρήνη που περίμενα να δω, που είχα διαβάσει, που είχα ξαναδεί. Ήταν μια Ειρήνη μούρλια, βουτηγμένη στη δημιουργική «μούρλα» του Καραθάνου και του Φοίβου. Είναι φοβερό ότι δεν χρειάζεται να πεις τα ονοματεπώνυμα αυτών των δυο ανθρώπων, τους λες Καραθάνο και Φοίβο και όλοι μας καταλαβαίνουμε ποιοι είναι, γιατί τους γνωρίζουμε καλά μέσα από τα έργα τους. Όπως και ’γώ έλεγα η Ειρήνη του Αριστοφάνη και θαρρούσα ότι γνώριζα το έργο απέξω κι ανακατωτά ίσαμε να δω την παράσταση αυτή. Δεν θα σας κρύψω ότι καθώς παρακολουθούσα την παράσταση ένιωθα ανατριχίλες, ένιωθα δίχως να φανώ υπερβολικός – ας φανώ υπερβολικός δεν με μέλλει – ότι κάπως έτσι πρέπει να ένιωθαν οι αρχαίοι Αθηναίοι όπως εγώ, όταν το 421π.Χ στο Θέατρο του Διονύσου κάτω από την Ακρόπολη παρακολουθούσαν την επίκαιρη για την εποχή τους Ειρήνη του Αριστοφάνη. Ο Περικλής είχε πεθάνει, όπως η δημοκρατία σήμερα(;), εμφανίζεται ένας Νικίας να κάνει μια ειρήνη μπας και τελέψει ο Πελοποννησιακός ο πόλεμος που δέκα χρόνια βάσταξε, είχαμε κι ένα λοιμό που αποδεκάτισε Αθηναίους, όπως σήμερα η φτωχοποίηση αποδεκατίζει αξιοπρέπειες, είχε καταστραφεί η ύπαιθρος, γιατί οι αγρότες είχαν μπει μέσα στα Μακρά Τείχη να προφυλαχθούν, η οικονομική εξάντληση οδηγεί την κοινωνία σε κόπωση και βγαίνει κι ένας Κλέων δημαγωγός που τρέχει σε δίκες τον Αριστοφάνη που τις χάνει και κερδίζει η κωμωδία. Η τέχνη πάντα θα κερδίζει τους πολιτικάντηδες και τους λαϊκιστές.

Η «Ειρήνη» του Αριστοφάνη έχει έναν Τρυγαίο ως κύριο πρόσωπο που είναι αγρότης, η «Ειρήνη» που είδα έχει την Τρυγαία ως κύριο πρόσωπο που είναι αμπελουργός του Αμαρουσίου. Στην Ειρήνη του Αριστοφάνη, η Ειρήνη δεν μιλά καθόλου στο έργο, εδώ η Ειρήνη είναι μια Miss Ειρήνη που φυσικά πιστεύει στην παγκόσμια ειρήνη και αποζητά μια αγκαλιά κι ας είναι αυτή του γορίλα που την φυλάκισε, ένα μικρό σύνδρομο Στοκχόλμης. Ο γορίλας εδώ είναι ο Πόλεμος, στην Ειρήνη του Αριστοφάνη δεν ήτανε γορίλας ο Πόλεμος. Ίσως γιατί στα χρόνια του Αριστοφάνη οι άνθρωποι δεν είχαν αποκτηνωθεί όσο εμείς οι σημερινοί, οι τωρινοί. Ο Ερμής του Αριστοφάνη δεν υπάρχει στην παράσταση που είδα, μα τη θέση του παίρνει η Αθηνά η θεά. Της αλλάξανε τα φώτα της Ειρήνης του Αριστοφάνη, ο Καραθάνος και ο Φοίβος κι όχι άσκοπα κι όχι άσεμνα κι όχι άκοπα. Φαινόταν ότι αυτή η παράσταση είχε δουλευτεί πολύ, είχε δουλευτεί πάρα πολύ κι ας έκανε μια μικρή κοιλιά τα τελευταία της είκοσι λεπτά. Αυτό είναι το μόνο αρνητικό που θα μπορούσα να βρω, ότι θα μπορούσε να σφίξει το τελευταίο της εικοσάλεπτο και να γίνει το «κέντημα» που είχε γίνει όλα τα υπόλοιπα λεπτά που διαρκούσε η παράσταση. Μια παράσταση που όταν τελείωσε δεν κατάλαβα πώς κύλησε τόσο ευχάριστα ο χρόνος. Μια παράσταση που όταν τελείωσε όλοι οι θεατές 15.700 τον αριθμό καταχειροκροτήσαμε και φύγαμε αργά και απολαυστικά δίχως να βιαζόμαστε, γιατί περάσαμε όχι απλά καλά ή διασκεδάσαμε αλλά γιατί κάτι μέσα μας γιάτρεψε. Γιάτρεψε αυτό που -γιατί όχι- χρόνια είχαμε ανάγκη να βιώσουμε στην Επίδαυρο, να γελάσουμε να πούμε: ναι Δία, είδα μια κωμωδία.

Όλα ξεκινούν με τον Δούλο 1 και Δούλο 2, αυτά ήταν τα ονόματά τους, όπως θα τα έγραφε ένας συγγραφέας σήμερα για να προκαλέσει το γέλιο. Όχι το φτηνό γέλιο μα το γέλιο το εύστοχο, το περιπαικτικό. Ο Θανάσης Αλευράς ως δούλος στην αρχή φωνάζει, ενώ ακούγονται βομβαρδισμοί και ο Χορός κρύβεται να σωθεί, διαλύστε την Αθήνα να ησυχάσουμε πια. Ο εταίρος δούλος Γιάννης Κότσιφας ενώ έχει μία καρικατουρίστικη κινησιολογία εντάσσεται και αυτή ενσωματώνεται τελικά στο έργο. Και κάπου εδώ έρχεται η πρώτη «φάπα», η Τρυγαία – Γαλήνη Χατζηπασχάλη, δεν θυμάται καν το όνομα της κόρης της και η κόρη της αντιδρά με ένα δριμύ κατηγορώ. Η πρώτη φάπα έτσι για να μας υπενθυμίσουν σε αυτή την Ειρήνη ότι έχει κλονιστεί η έννοια της οικογένειας, η ασφάλεια του να μεγαλώνεις με αγάπη. Στη διάρκεια της παράστασης ακολουθούν κι άλλες φάπες. Όμως υπάρχει και μια τηλεφωνική κλήση, η Τρυγαία συνομιλεί με μια φωνή και της φωνάζει ότι δεν είναι λύση να κλείσουμε το μουνί για να έρθει η Ειρήνη. Η Λυσιστράτη τρώει τη δικιά της φάπα και εμείς όλοι να ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια.

Το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη χόρευε κυριολεκτικά. Αποτελούνταν από ένα σπίτι μικρό και ξεραμένα καλάμια αγρού που πίσω τους κρυβόταν ένας φουσκωτός τεράστιος γορίλας. Σακούλες σκουπιδιών γιομάτες, ένας κάδος και μια σκάλα αεροπλάνου. Ενώ η ορχήστρα βρισκόταν διακριτικά στην άκρη της ορχήστρας του Αρχαίου Θέατρου, έπαιζε ζωντανά μουσική. Τη λέξη διακριτικά θέλω να την τονίσω, γιατί έτσι τον αντιμετώπισε και τον ρόλο του ο Φοίβος Δεληβοριάς. Θα μπορούσε να ήταν στο κέντρο της σκηνής, θα μπορούσε να τραγουδάει όλη την ώρα, θα μπορούσε να είναι το επίκεντρο, αλλά επειδή είναι ο Φοίβος ήταν τόσο όσο έπρεπε, διακριτικός και ουσιαστικός στη σύνθεσή του με τον Άγγελο Τριανταφύλλου. Σεβάστηκε την κωμωδία του Αριστοφάνη και συνέθεσε μουσική, φοβερή και τραγούδια που μόνα τους στέκουν δίχως τον θίασο. Σαφέστατα και περιμένω να βγει σε δίσκο όλη η παράσταση με τους μονολόγους μέσα και τους διαλόγους, όλα. Τη διασκευή την έκανε υπέροχα ο Φοίβος, πανέξυπνα με λογοπαίγνια γιομάτη. Με ατάκες όχι -ας μου επιτραπεί ο όρος- τηλεοπτικές μα θεατρικές: με ρυθμό και με αναφορές στην κουλτούρα μας τη σημερινή.

Ο Όλυμπος ήτανε σε άλλο γαλαξία και το κοπροσκάνθαρο ήταν ένας κάδος σκουπιδιών. Η επιστροφή όπως σας είπα έγινε μέσα από τον Άδη κι εκεί στου Άδη τη λήθη, ενώ ο θίασος περπατούσε με τους νεκρούς σε μια διάταξη, ο ένας πίσω από τον άλλο σαν τρενάκι. Ναι, θα το ξαναπώ τρενάκιΤρένο, ακούγεται μια φωνή γνώριμη, ήταν η φωνή του Βασίλη Παπαβασιλείου, του θεατράνθρωπου του μεγάλου αυτού σε πνεύμα άντρα και σε πιάνει μια ανατριχίλα, μια φωνή που ζητά από τον θάνατο ν’ αργήσει μια μέρα για να δει πώς είναι δίχως εκείνον ο κόσμος. Κι όλοι ανεβαίνουν σε μια σκάλα αεροπλάνου και φτάνουν στην Αθήνα αλά Ανδρέας Παπανδρέου που κάνει νεύμα και έρχεται η Ειρήνη και τρώει τη φάπα της και η Ειρήνη από μια έξαλλη περσόνα που της λέει ότι πρέπει να ντρέπεται. Κι είμαστε στη γη πια με την Ειρήνη ανάμεσά μας, αλλά ευτυχισμένοι δεν είμαστε. Έρχονται οι φάπες των ανθρώπων που τρέφονταν από τον πόλεμο πουλώντας όπλα κι από τη φτώχεια τους πια κλέβουν χρυσό από τον Παρθενώνα. Και τους ρωτάει πατέρα και γιο η Τρυγαία: πού τηνε βρήκες εσύ παιδί πράγμα τη χρυσή άμαξα να την οδηγάς πριν φτωχός δηλώσεις κι απαντά ο πατέρας δουλεύει από παιδί. Και η παράσταση παραμένει έξυπνη, δεν βαστά φραπέ, μήτε διατηρεί το δικαίωμα της σιωπής. Η παράσταση ουρλιάζει επικαιρότητα, αμεσότητα και πολύ πολύ λογοπαίγνιο.  

Φυσικά υπήρχαν κι άλλες φάπες, αλλά επειδή αυτή η παράσταση θα πάει περιοδεία και θα μπορείτε να τη δείτε και επειδή δεν είναι η Ειρήνη του Αριστοφάνη, δεν θέλω να προδώσω άλλα. Θέλω να σας πω ότι η παράσταση τελειώνει με μια ζωώδη φωνή, γιατί αυτό γινόμαστε πια κτήνη και καθισμένοι σε λούπα μέσα στο σκοτάδι και την απόγνωση επιμένοντας να φτάσουμε την ουτοπία και πάμε πάλι από την αρχή, γιατί αποτύχαμε ως είδος. Και πάμε πάλι από την αρχή και πάλι από την αρχή ίσαμε να φτάσουμε στις σπηλιές, στους Νεάντερταλ. Το μόνο που ’χω να πω είναι ένα μεγάλο συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές που έτυχε ν’ αναφέρω ή όχι τα ονόματά τους. Ήταν μια πραγματική απόλαυση να παρακολουθείς αυτή την παράσταση που μία σε συγκινούσε, μία σε έκανε να προβληματίζεσαι και μία σε έκανε να ξεκαρδίζεσαι.

Φεύγοντας είπα είθε ο Καραθάνος και ο Φοίβος με την παρέα τους να επισκεφθούν όλες τις κωμωδίες του Αριστοφάνη, άμα είναι να απολαμβάνω ως θεατής τέτοιο αποτέλεσμα. Να τη δείτε την Ειρήνη, όχι γιατί θα πάψουν οι πόλεμοι, αλλά γιατί θα δείτε πώς είναι μια καθαρή κωμωδία δίχως εύκολα αστεία, δίχως σάτιρα επικαιρότητας αλλά επικαιρότητα ενταγμένη στο ίδιο το έργο. Έχω δει πολύ αρχείο παραστάσεων και ειδικά του Θεάτρου Τέχνης και μπορώ να σας πω πάλι και να σας φανώ υπερβολικός, ότι αυτή η παράσταση είχε κάτι από την αύρα του τότε Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν. Αυτή τη ματιά, την «ντόμπρα» πάνω στην κωμωδία του Αριστοφάνη και το κοίταγμα, το κατάματα στη σημερινή την κοινωνία.

Την Παρασκευή ήμουν βρεγμένος και κρύωνα, το Σάββατο ήμουν λουσμένος με ένα φως που έβγαινε από μέσα μου και ζέσταινε το σώμα μου. Αυτό κάνει μια ωραία κωμωδία, μια «κεντημένη» παράσταση, δεν σε κάνει μόνο να γελάς, σε κάνει να νιώθεις ζωντανός. Ζωντανός κι ας ξέρεις ότι άμα ανοίξεις την τηλεόραση θα δεις να μιλάνε μόνο για νεκρούς. Σιχάθηκα να μετράμε νεκρούς, πτώματα και φτωχούς, σιχάθηκα να βλέπω τη χώρα μου να μην γλεντά αλλά να την γλεντάνε. Δεν σας φοβόμαστε να το ξέρετε κι άμα είχαμε κι άλλες τέτοιες κωμωδίες που δυστυχώς δεν έχουμε θα φέρναμε τούμπα τον κόσμο σας όλο. Κι ας είναι μάταιο πια έτσι όπως καταντήσαμε να ζούμε. Δεν πρέπει να σας φοβόμαστε εμείς, αλλά εσείς. Η κωμωδία πάντα θα κερδίζει τη μετριότητά σας.