Κάθε καλοκαίρι, για λίγες ημέρες, τα Χανιά αλλάζουν ρυθμό. Οι δρόμοι γεμίζουν χορευτές από κάθε γωνιά του κόσμου και οι παραστάσεις ξεχύνονται έξω από τις θεατρικές σκηνές, κατακλύζοντας πλατείες, γειτονιές και δημόσιους χώρους. Κι όμως, η πιο ουσιαστική μεταμόρφωση δεν συμβαίνει εκεί. Συμβαίνει στους ανθρώπους. Στους εθελοντές που εργάζονται αθόρυβα πίσω από κάθε δράση. Στους κατοίκους που αγκαλιάζουν το φεστιβάλ σαν να είναι δική τους υπόθεση. Στους καλλιτέχνες που επιστρέφουν κάθε χρόνο γιατί αισθάνονται ότι επιστρέφουν σε μια κοινότητα. Και σε μια πόλη που μοιάζει να ανακαλύπτει, ξανά και ξανά, μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού της.

Αυτή είναι και η μεγαλύτερη επιτυχία του Dance Days Chania. Εκτός από έναν διεθνή θεσμό σύγχρονου χορού, δημιούργησε μια κοινότητα με ένα κοινό καρδιοχτύπι.

Όταν η κρίση γίνεται έμπνευση και αφετηρία

Η ιστορία του ξεκινά το 2011, σε μια από τις δυσκολότερες περιόδους για τον ελληνικό πολιτισμό. Οι επιχορηγήσεις είχαν σχεδόν εκλείψει, οι καλλιτεχνικές ομάδες αναζητούσαν τρόπους να επιβιώσουν και η αβεβαιότητα είχε γίνει καθημερινότητα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μια συνάντηση του Σωματείου Ελλήνων Χορογράφων γέννησε μια διαφορετική σκέψη.

«Ο χορός πρέπει να ταξιδεύει. Δεν είναι στατική τέχνη», μου λέει η καλλιτεχνική διευθύντρια του φεστιβάλ, Σοφία Φαλιέρου.

Η ιδέα ήταν απλή αλλά τολμηρή: ο σύγχρονος χορός να βγει από τα μεγάλα αστικά κέντρα, να συναντήσει νέους ανθρώπους, να ανοίξει έναν διάλογο με την τοπική κοινωνία. «Το είχαμε ανάγκη. Θέλαμε να δώσουμε ξανά μια ελπίδα στον κόσμο», λέει.

Έτσι γεννήθηκε το πρώτο Dance Days Chania. Ένα τετραήμερο με τέσσερις ομάδες, τρεις εθελοντές, μια μικρή οικονομική ενίσχυση 700 ευρώ από τον Δήμο Χανίων και την αμέριστη στήριξη του Συλλόγου Εκφραστικού Χορού «Συν-Κίνηση». Τότε, δίχως ακόμα όνομα. Οι καλλιτέχνες φιλοξενούνταν στα σπίτια των διοργανωτών, ανάμεσα σε οικογένειες, παππούδες και γιαγιάδες. Δεν υπήρχαν οι υποδομές ενός μεγάλου διεθνούς φεστιβάλ. Υπήρχε όμως κάτι πιο ουσιαστικό: η πίστη ότι ο πολιτισμός γεννιέται μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις.

Η ανταπόκριση ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Το τετραήμερο έγινε οκταήμερο. Οι αιτήσεις συμμετοχής άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Οι ίδιοι οι καλλιτέχνες διέδιδαν την εμπειρία τους και τα Χανιά άρχισαν να αποκτούν θέση στον διεθνή χάρτη του σύγχρονου χορού.

Ένας θεσμός που χτίστηκε με επιμονή

Δεκαέξι χρόνια μετά, το Dance Days Chania έχει φιλοξενήσει περισσότερους από 240 χορογράφους, 459 χορευτές και χορεύτριες, 203 παραστάσεις, 23 πρωτότυπες site-specific παραγωγές, 136 σεμινάρια, 31 εργαστήρια, τρία διεθνή residencies και τρία επιστημονικά συνέδρια, ενώ κάθε χρόνο δέχεται περισσότερες από 750 αιτήσεις συμμετοχής. Οι αριθμοί εντυπωσιάζουν. Δεν εξηγούν όμως το σημαντικότερο.

Συναντώντας τη Σοφία Φαλιέρου καταλαβαίνει κανείς ότι για εκείνη ο χορός δεν είναι μόνο μια μορφή τέχνης. Είναι ένας τρόπος να δημιουργούνται σχέσεις. Αφουγκράζεται την κοινωνία, αγαπά βαθιά τον τόπο της και αντιμετωπίζει κάθε δυσκολία χωρίς θεατρινισμούς. Όταν οι συνθήκες το απαιτούν, βάζει πλάτη και συνεχίζει. «Η μεγαλύτερη πρόκληση», λέει, «είναι ότι στήνεις ολόκληρο το πρόγραμμα χωρίς καμία έκπτωση, χωρίς να ξέρεις αν θα έχεις την οικονομική υποστήριξη που χρειάζεται. Και μετά πρέπει να είσαι συνεπής απέναντι σε όλους».

Σοφία Φαλιέρου | Φώτο: SOUTH Space for Photography

Ένα φεστιβάλ που δεν τελειώνει όταν πέφτει η αυλαία

Αν και βρέθηκα στα Χανιά μόλις τρεις ημέρες, ήταν αρκετές για να καταλάβω ότι το Dance Days Chania δεν ορίζεται από τη διάρκειά του. Οι παραστάσεις μπορεί να κρατούν λίγες ημέρες, όμως το φεστιβάλ ζει ολόκληρο τον χρόνο. Το αντιλαμβάνεσαι στις μικρές καθημερινές ιστορίες που δεν θα βρουν ποτέ θέση στο επίσημο πρόγραμμα. Στους εθελοντές κάθε ηλικίας που κινούνται αθόρυβα, χωρίς να διεκδικούν τίποτα για τον εαυτό τους. Στους ανθρώπους που αφήνουν για λίγες ημέρες την καθημερινότητά τους στην Αθήνα ή σε άλλες πόλεις για να βρίσκονται από την πρώτη μέχρι την τελευταία ημέρα της διοργάνωσης. Στην αίσθηση ότι ο καθένας αισθάνεται πως έχει προσωπική ευθύνη για την επιτυχία της.

Η μεγαλύτερη δύναμη του φεστιβάλ είναι ακριβώς αυτοί οι άνθρωποι. Μια κοινότητα που χτίστηκε σταδιακά και που σήμερα λειτουργεί σχεδόν οργανικά. Η προσωπική προσφορά εδώ δεν θεωρείται ούτε υποχρέωση ούτε ηρωισμός. Είναι μια πράξη φροντίδας. Αν χρειαστεί να επισκευαστεί ένα σκηνικό αντικείμενο λίγα λεπτά πριν από μια παράσταση, κάποιος θα το αναλάβει. Αν ένα κοστούμι σκιστεί, θα βρεθούν χέρια να το ράψουν. Αν παρουσιαστεί οποιοδήποτε πρόβλημα, πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα πει «το αναλαμβάνω».

Μέρος της ομάδας των εθελοντών Φώτο: SOUTH Space for Photography

Ίσως η πιο συγκινητική έκφραση αυτής της φιλοσοφίας να είναι η ομάδα σύγχρονου χορού «Συν-Κίνηση», που αποτελείται από γυναίκες άνω των 65 ετών. Συναντιούνται σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, ερευνούν, αυτοσχεδιάζουν, δοκιμάζουν, γελούν, μοιράζονται εμπειρίες. Δεν συναντώνται μόνο για να χορέψουν. Έχουν δημιουργήσει μια παρέα, μια σχέση ζωής. Και όταν έρχεται το φεστιβάλ, βρίσκονται εκεί με την ίδια φυσικότητα που θα βοηθούσαν έναν δικό τους άνθρωπο.

Αυτή η αντίληψη διαπερνά ολόκληρο το Dance Days Chania. Τα εκπαιδευτικά του προγράμματα, το Open Studio που ανοίγει τη δημιουργική διαδικασία στο κοινό, τα residencies και τα εργαστήρια με σημαντικούς δημιουργούς, μετατρέπουν το φεστιβάλ σε έναν τόπο ανταλλαγής γνώσης και εμπειριών.

Όταν ο χορός συνομιλεί με την πόλη και την εποχή του

«Δεν επιλέγουμε παραστάσεις μόνο για την αισθητική τους αξία. Αναζητούμε έργα που έχουν κάτι να πουν για τον κόσμο στον οποίο ζούμε», μου είχε πει νωρίτερα η Σοφία Φαλιέρου. Αυτό συνοψίζει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη φιλοσοφία του Dance Days Chania. Εδώ ο σύγχρονος χορός δεν αντιμετωπίζεται ως μια αυτάρεσκη μορφή έκφρασης που απευθύνεται αποκλειστικά σε ένα μυημένο κοινό. Αντίθετα, γίνεται εργαλείο διαλόγου. Συνομιλεί με τη νευροδιαφορετικότητα, με τη μνήμη της πόλης, με τις ανθρώπινες σχέσεις, με την εξουσία, την αποτυχία, τη μοναξιά και την ανάγκη του ανθρώπου να συνδεθεί με τον άλλον.

Αυτό που εντυπωσιάζει είναι πως, παρά τις διαφορετικές αισθητικές αφετηρίες τους, οι δημιουργοί δεν χρησιμοποιούν τον χορό ως αυτοσκοπό. Το σώμα γίνεται η γλώσσα μέσα από την οποία αφηγούνται ιστορίες που δύσκολα χωρούν σε λέξεις.

Η ίδια ξεχωρίζει ιδιαίτερα τις site-specific παραγωγές που ενεργοποιούν τον δημόσιο χώρο. Το Khalli il Kooti – Άσε Κάτω το Κουτί των Δημήτρη Ναβρά και Έλλης Βασσάλου μετατρέπει τη Σπλάντζια σε μια περιπατητική χορογραφία μνήμης, φέρνοντας στο προσκήνιο τις αόρατες ιστορίες των Χανιωτών μουσουλμάνων, των Χαλικούτηδων και των σύγχρονων μορφών εκτοπισμού.

Greece, La Chania, Crete: Arab Quarter, rue de la Barracks, a Bamboula, African musician and dancer, 1906; (add.info.: Greece, La Chania, Crete: Arab Quarter, rue de la Barracks, a Bamboula, African musician and dancer, 1906); Photo © Lux-in-Fine.

Αντίστοιχα, το NEST της Marie Gyselbrecht μετατρέπει ένα αυτοκίνητο σε σκηνή και αφορμή για έναν στοχασμό πάνω στην ιδιωτικότητα, την ασφάλεια και τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ελευθερία και την ευαλωτότητα.

REDSQUID_Marie Gyselbrecht ©Gaspar Morer

Βρέθηκα στα Χανιά μόνο τις τρεις τελευταίες ημέρες του φεστιβάλ. Ήταν όμως αρκετές για να καταλάβω ότι ο σύγχρονος χορός μπορεί να κάνει κάτι που λίγες μορφές τέχνης καταφέρνουν με τόση αμεσότητα: να σε βάλει, έστω και για λίγο, στη θέση του άλλου, να σε αναγκάσει να αναμετρηθείς με τις δικές σου σχέσεις και να κοιτάξεις την ανθρώπινη εμπειρία από μια διαφορετική οπτική.

Night Walk poleidoskop: Η ενσυναίσθηση ως εμπειρία

Η πρώτη παράσταση που με ακολούθησε πολύ μετά το τέλος της ήταν το Night Walk poleidoskop της ελβετικής compagnie O. Μια περιπατητική performance στους δρόμους των Χανίων, αλλά κυρίως μια άσκηση ενσυναίσθησης.

Για περίπου σαράντα λεπτά, το κοινό ακολουθεί τρεις χορευτές μέσα στη νύχτα, φορώντας ακουστικά που άλλοτε απομονώνουν και άλλοτε ενισχύουν τους ήχους της πόλης. Φωτεινές πηγές προσαρμοσμένες στα σώματά τους, επαναλαμβανόμενες κινήσεις, σκιές και αντανακλάσεις δημιουργούν ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο τοπίο. Τίποτα δεν είναι σταθερό και οικείο.

Compagnie O Φωτο: Nikolas Kokovlis

Περισσότερο όμως από την αισθητική της δύναμη, η παράσταση με έκανε να αναρωτηθώ για κάτι που δεν είχα ξανασκεφτεί. Πώς ακούγεται η πόλη για έναν νευροδιαφορετικό άνθρωπο; Πώς αλλάζει η ένταση των ήχων, των εικόνων και των ερεθισμάτων; Πώς βιώνεται η καθημερινότητα όταν οι αισθήσεις λειτουργούν διαφορετικά;

Λίγες ώρες αργότερα, συζητώντας με τη δημιουργό της παράστασης, τη Marie Alexis, έμαθα ότι το Night Walk poleidoskop αποτελεί το πρώτο μέρος ενός τετραετούς καλλιτεχνικού έργου αφιερωμένου στη νευροδιαφορετικότητα.

«Θέλαμε να χτίσουμε γέφυρες ανάμεσα σε νευροδιαφορετικούς και νευροτυπικούς ανθρώπους. Η τέχνη μπορεί να γίνει ένας τρόπος να βιώσει κανείς κάτι που είναι πολύ δύσκολο να εξηγηθεί με λόγια», μου είπε.

Η αισθητηριακή εμπειρία ήταν η αφετηρία αυτής της έρευνας, καθώς αποτελεί ένα στοιχείο που συναντάται σε πολλούς νευροδιαφορετικούς ανθρώπους. Κάποιοι είναι υπερευαίσθητοι στους ήχους, άλλοι στη θερμοκρασία, άλλοι στο φως ή στην αφή. Δεν υπάρχει μία εμπειρία, αλλά ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών τρόπων αντίληψης του κόσμου.

Η Marie Alexis δεν έχει καμία πρόθεση να εξηγήσει αυτή τη διαφορετικότητα. Επιχειρεί κάτι πιο δύσκολο: να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε ο θεατής να την πλησιάσει βιωματικά. Δεν βγήκα από την παράσταση πιστεύοντας πως κατάλαβα τι σημαίνει να ζεις ως αυτιστικός άνθρωπος. Έφυγα όμως έχοντας συνειδητοποιήσει πόσο λίγο είχα αναρωτηθεί έως τότε πώς μπορεί να βιώνει ο άλλος τον ίδιο κόσμο που εγώ θεωρώ δεδομένο. Το κεφάλι μου πονούσε από τη φασαρία και τους μπερδεμένους ήχους, τα μάτια μου έκαιγαν από τα παιχνίδια του φωτός. Το μόνο που ήθελα ήταν να απομακρυνθώ, να κλειστώ για λίγο σε μια γωνιά ηρεμίας και γαλήνης.

La Mecànica de l’Infortuni: Η ανθεκτικότητα του σώματος

Αν το Night Walk poleidoskop με κάλεσε να δω τον κόσμο μέσα από την εμπειρία του άλλου, το La Mecànica de l’Infortuni των Clémentine Telesfort και Lisard Tranis με έκανε να κοιτάξω προς τα μέσα. Να σκεφτώ τις δικές μας αντιδράσεις απέναντι στην ατυχία, τις μικρές καθημερινές ματαιώσεις και τον τρόπο που το σώμα καταγράφει όσα πολλές φορές αρνούμαστε να παραδεχτούμε.

Οι δύο δημιουργοί μιλούν για τους «μηχανισμούς αντιμετώπισης» που όλοι αναπτύσσουμε όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια δύσκολη κατάσταση. «Άλλοι γελούν όταν αγχώνονται. Άλλοι κρύβονται. Άλλοι γίνονται ακόμη πιο εξωστρεφείς. Όλοι ενεργοποιούμε μηχανισμούς άμυνας», μου εξήγησαν μετά την παράσταση.

Παρακολουθώντας το έργο, ένιωσα να συγκινούμαι βαθιά. Σαν να ξεδιπλωνόταν μπροστά μου ολόκληρος ο κύκλος μιας ανθρώπινης σχέσης. Κάθε σχέσης.

Η πρώτη περίοδος της ανακάλυψης. Η καθημερινότητα που εγκαθίσταται αθόρυβα. Η επανάληψη, ο κορεσμός, οι πρώτες απογοητεύσεις και οι μικρές κρίσεις που φέρνει ο χρόνος. Και ύστερα εκείνη η στιγμή όπου δύο άνθρωποι καλούνται να αποφασίσουν αν θα ξαναβρούν ο ένας τον άλλον ή αν θα αποδεχτούν πως ο κύκλος ολοκληρώθηκε. Δεν ξέρω αν αυτή ήταν η πρόθεση των δημιουργών. Ήταν όμως η δική μου εμπειρία ως θεατή.

Clementine Lisard “La Mecànica de l’Infortuni” Φωτο: Nikolas Kokovlis
Clementine Lisard “La Mecànica de l’Infortuni” Φωτο: Nikolas Kokovlis

Η μεγάλη του δύναμη, βρισκόταν και στη δραματουργία. Ο χορός εδώ δεν έμοιαζε με μια αφηρημένη κίνηση αλλά με αφήγηση μιας ιστορίας που μας αφορά. Κάθε χειρονομία, κάθε παύση, κάθε σωματική αντίδραση αποκτά θεατρικό βάρος, χωρίς ποτέ να χάνει την ποιητικότητά της.

Όταν τους ρώτησα πού τελειώνει η καθημερινή κίνηση και πού αρχίζει ο χορός, η απάντησή τους ήταν τόσο απλή όσο και αποκαλυπτική: «Ο χορός είναι κίνηση με συνείδηση.»

«Αυτή τη στιγμή», μου είπαν, «καθώς μιλάμε, τα σώματά μας κινούνται συνεχώς. Δεν χορεύουμε. Αν όμως αποκτήσουμε πλήρη επίγνωση αυτής της κίνησης, τότε αυτή μπορεί να γίνει χορός.»

Για εκείνους, ο σύγχρονος χορός δεν είναι ένα σύνολο βημάτων. Είναι μια κατάσταση ύπαρξης. Μπορεί να γεννηθεί από μια απλή χειρονομία, από ένα βλέμμα ή από μια στιγμή σιωπής. Αυτό που αλλάζει δεν είναι η πράξη, αλλά η ποιότητα της προσοχής που της αφιερώνουμε.

Γι’ αυτό και οι παραστάσεις τους παραμένουν τόσο προσιτές. Δεν απευθύνονται μόνο σε όσους γνωρίζουν τη γλώσσα του σύγχρονου χορού. «Ο θεατής μάς εμπιστεύεται την προσοχή του. Αυτό είναι το συμβόλαιο μιας παράστασης», λένε. Και πράγματι, το La Mecànica de lInfortuni δεν ζητά από τον θεατή να κατανοήσει τον χορό. Του ζητά να αναγνωρίσει τον εαυτό του.

Bolero: Η δημιουργία ως πεδίο σύγκρουσης

Από όλες τις παραστάσεις που παρακολούθησα, το Bolero του Jarkko Mandelin ήταν ίσως η πιο απρόβλεπτη. Από την πρώτη στιγμή σε αιφνιδιάζει. Γεμάτο χιούμορ, σαρκασμό και μια εντυπωσιακή σωματική δεξιοτεχνία που κάνει τις πιο απαιτητικές ακροβατικές κινήσεις να μοιάζουν σχεδόν αβίαστες. Δύο άνδρες βρίσκονται επί σκηνής και για αρκετές στιγμές έχεις την αίσθηση πως παρακολουθείς δύο ελεύθερα πουλιά να κινούνται στον αέρα. Μια αίσθηση ελευθερίας που σύντομα ανατρέπεται.

Kinetic Orchestra “Bolero” Φωτο: SOUTH Space for Photography
Kinetic Orchestra “Bolero” Φωτο: SOUTH Space for Photography

Με το εύρημα μιας ανοιχτής πρόβας, ο χορογράφος διακόπτει συνεχώς τη δράση. Παρεμβαίνει, διορθώνει, ειρωνεύεται, σχολιάζει. Σαν ένας stand-up comedian χωρίς σενάριο, που αυτοσχεδιάζει, βομβαρδίζει τους δύο χορευτές με παρατηρήσεις, υποδείξεις και προσβολές. Το κοινό γελά. Σταδιακά όμως το γέλιο γίνεται αμηχανία.

Πού σταματά η δημιουργική καθοδήγηση και πού αρχίζει η κατάχρηση εξουσίας; Πόσο εύθραυστη είναι η ισορροπία ανάμεσα στην απαίτηση για καλλιτεχνική τελειότητα και στον σεβασμό προς τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί σου; Το Bolero αφήνει αυτά τα ερωτήματα να αιωρούνται πάνω από τη σκηνή, εκεί όπου η δημιουργία, η εξάρτηση, η εμπιστοσύνη και η σύγκρουση συνυπάρχουν.

Ξεκινά ως μια ευφυής κωμωδία για τα παρασκήνια της δημιουργίας και καταλήγει να γίνεται ένα σχόλιο πάνω σε κάθε ανθρώπινη σχέση όπου η αγάπη, η εξουσία, η ευθύνη και η ανάγκη για αναγνώριση συνυπάρχουν σε μια διαρκή, εύθραυστη ισορροπία.

Όταν το σώμα μαθαίνει να μιλά

Ύστερα από τις παραστάσεις, τις συζητήσεις με τους χορογράφους και τις διαφορετικές προσεγγίσεις γύρω από το σώμα, μια μικρή έκθεση παιδικών έργων ήρθε να συμπυκνώσει όσα είχα ζήσει αυτές τις τρεις ημέρες και να κλείσει μέσα μου τον κύκλο του φεστιβάλ.

Στο φουαγιέ του Θεάτρου «Μίκης Θεοδωράκης» παρουσιάζονταν δημιουργίες παιδιών που συμμετείχαν στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Το δικό μου σώμα μιλά». Μπήκα θεωρώντας ότι θα δω μια όμορφη σχολική δράση. Βγήκα έχοντας διαβάσει μικρές προσωπικές εξομολογήσεις.

«Τα χέρια μου θέλουν να αγκαλιάζουν.»

«Τα πόδια μου θέλουν να χορεύουν.»

«Το σώμα μου λέει να φύγω από εκεί που δεν περνάω καλά.»

Ανάμεσα στα χρώματα, τις ζωγραφιές και τις παιδικές χειρονομίες εμφανίζονται λέξεις όπως «άγχος», «φόβος», «μοναξιά». Παιδιά δημοτικού μιλούν για όσα πολλές φορές οι μεγάλοι δυσκολευόμαστε να εκφράσουμε. Για το σχολείο, για την εικόνα τους απέναντι στους άλλους, για τη βία, για την ανάγκη να ανήκουν, να ακουστούν, να αγκαλιαστούν.

Μέρος της έκθεσης «Το δικό μου σώμα μιλά» Φωτο: Nikolas Kokovlis

Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα, που υλοποιείται σε όλη τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, δεν αποβλέπει στη δημιουργία των αυριανών χορευτών. Επενδύει σε κάτι βαθύτερο: στη διαμόρφωση ανθρώπων που θα μπορούν να αναγνωρίζουν τα συναισθήματά τους, να ακούν το σώμα τους και να σέβονται την εμπειρία του άλλου.

Εδώ και τέσσερα χρόνια, περισσότεροι από 1.800 μαθητές και 80 εκπαιδευτικοί έχουν συμμετάσχει στα βιωματικά εργαστήρια του προγράμματος, το οποίο συνδιοργανώνεται με τη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Χανίων και τον Δήμο Χανίων. Μέσα από τον χορό και τη σωματική έκφραση, τα παιδιά καλλιεργούν την ενσυναίσθηση, την αλληλεγγύη και τη δυνατότητα να αναγνωρίζουν τη βία πριν εκείνη βρει χώρο να εκφραστεί.

Μπροστά σε εκείνες τις ζωγραφιές γινόταν για ακόμη μία φορά φανερό ότι ο πολιτισμός δεν αρχίζει από τη σκηνή. Χτίζεται αθόρυβα μέσα στις σχολικές αίθουσες, στο βλέμμα ενός παιδιού που μαθαίνει να αναγνωρίζει τι του λέει το σώμα του. Που ανακαλύπτει ότι το σώμα δεν είναι μόνο κάτι που κινείται, αλλά ένας τρόπος να αισθάνεσαι, να επικοινωνείς και να καταλαβαίνεις τον κόσμο.

Όταν έφτασα στα Χανιά, πίστευα ότι είχα έρθει για να παρακολουθήσω ένα φεστιβάλ χορού. Φεύγοντας, είχα γνωρίσει κάτι μεγαλύτερο: μια κοινότητα που γεννήθηκε μέσα στην κρίση, μεγάλωσε χάρη στην προσωπική προσφορά και συνεχίζει να επενδύει στους ανθρώπους της, από τις γυναίκες της «Συν-Κίνησης» μέχρι τα παιδιά των σχολείων.

«Ο χορός πρέπει να ταξιδεύει», μου είπε η Σοφία Φαλιέρου. Στα Χανιά, δεκαέξι χρόνια τώρα, μαζί του ταξιδεύουν η γνώση, η φροντίδα, η μνήμη και η πίστη ότι η τέχνη μπορεί ακόμη να μας φέρνει πιο κοντά.