Μία από τις πιο πρόσφατες ανακαλύψεις που θυμάμαι να με ενθουσιάζουν ήταν οι CHÓRES και η Ειρήνη Πατσέα, η μαέστρος της γυναικείας χορωδιακής κολεκτίβας. Ακούγοντάς τες, γεννήθηκε μέσα μου η επιθυμία να βιώσω αυτή τη συλλογική φωνή ζωντανά. Ξεφυλλίζοντας, λοιπόν, το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, στάθηκα στην παράσταση «CHΟREKA – Φωνές για τις σιωπές που μιλούν» του Χαράλαμπου Γωγιού. Ήταν η ιδανική ευκαιρία όχι μόνο να ακούσω τις CHÓRES στη σκηνή, αλλά και να συναντήσω ένα έργο που αντλεί την έμπνευσή του από τον ήχο της γυναικείας φωνής τη στιγμή που αυτή σπάει και μέσα από τη ρωγμή της μετατρέπεται σε κραυγή, μνήμη και συλλογική εμπειρία.

Μικρό Θέατρο Επιδαύρου λοιπόν. Μπαίνω στα backstage. Τα κορίτσια ντυμένα στα χρώματα του χρυσού, του λευκού και της πολύχρωμης ομαδικής λεπτομέρειας, ζεσταίνουν της φωνές τους. Βλέπω τα σαξόφωνα του Athenaeum Saxophone Quartet να μεταφέρονται με ευλάβεια και μπαίνοντας στην κεντρική σκηνή βλέπω το πιάνο, τα ντραμς, και το κοντραμπάσο στη θέση τους και σκέφτομαι ότι εκεί θα είναι η θέση του Yiannis Papadopoulos Trio. Έτσι αρχίζω να κάνω σενάρια στο μυαλό μου για το πώς τόση τζαζ θα χωρέσει στο έργο του Χαράλαμπου Γωγιού, ο οποίος οραματίστηκε πως οι μουσικές που δημιούργησε τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια για τις παραστάσεις θεατρικών του έργων όπως αυτά του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Μποστ, θα αναγεννηθούν σε ένα νέο σύγχρονο κράμα.

Και όσο εγώ σκεφτόμουν το πώς, το τι και το γιατί, τα φώτα κλείνουν και αυτή η «ταχυκαρδία της μέλλουσας τέχνης» όπως μου αρέσει να την αποκαλώ αρχίζει να συμβαίνει. Στον επιβλητικό χώρο του Μικρού Θεάτρου Αρχαίας Επιδαύρου, το γυναικείο χορωδιακό σύνολο CHÓRES, υπό τη μουσική διεύθυνση της Ειρήνης Πατσέα, αρχίζει να γεμίζει τη σκηνή και είναι η ενσάρκωση της καθαυτής συλλογικής φωνής της θηλυκότητας. Οι πρώτοι στίχοι αρχίζουν να απαγγέλλονται και μου θυμίζουν ψαλμωδίες. Μυσταγωγικό θέαμα με τους στίχους των αρχαίων τραγωδών να είναι πιο επίκαιροι από ποτέ. Αρχίζω να παρατηρώ τα κορμιά των κοριτσιών. Στην αρχή μοιάζουν με αρχαία ύλη που βγάζει αιθέριες κραυγές. Συγχρονισμένες μεταξύ τους, συγχρονισμένες με την Ειρήνη Πατσέα που έδινε απρόσκοπτά τον ρυθμό. Λίγη ώρα μετά πίσω από τις Chores εμφανίζεται σαν πρισματική φιγούρα η Μαρίνα Σάττι, αέρινη, λυρική, μια φωνή που αποδεδειγμένα υπηρετεί όποιο δρόμο διαλέξει. Το έργο συνεχίζει να εκτυλίσσεται και ομολογώ πως οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί του Περικλή Μαθιέλλη, η κινησιολογική επιμέλεια της Στεφανίας Σωτηροπούλου και ο ηχητικός σχεδιασμός του Brian Coon αναδεικνύουν στο απόλυτο τις φωνές, τις συνθέσεις, τα σώματα και την δραματουργία.

Πολύ όμορφα τα κομμάτια κατά τα οποία οι CHÓRES έβγαιναν μπροστά με την θεατρικότητα και την πρόζα που απαιτούνταν κάθε φορά. Χαρακτηριστικές είναι οι στιγμές που ο βαθύφωνος Τάσος Αποστόλου αναλάμβανε να καθοδηγήσει την ροή του έργου, από την αρχαϊκή ικεσία και την τραγική διαμαρτυρία ως τη βέβηλη σάτιρα και την αποφόρτιση. Αγαπημένο μου σημείο η σουρεαλιστική μεταφορά της Μήδειας και η στιγμή του ζεϊμπέκικου και οι αναφορές στην ελληνική κοινωνία του σήμερα. Σε εκρηκτική αντίστιξη, η μαγνητική Μαρίνα Σάττι απογείωσε το υλικό μέσα από ελεύθερες, αυτοσχεδιαστικές τζαζ μεταγραφές του Yiannis Papadopoulos Trio. Και κάπου εκεί σκέφτομαι το τρίπτυχο pop star-χορωδιακή μέθεξη-τζαζ ρευστότητα, μέσα στο οποίο η Μαρίνα Σάττι διαπρέπει.

Είναι δύσκολο να μεταφερθεί με λέξεις όλο το εύρος των εικόνων, των ήχων και των αναφορών που χώρεσε αυτή η βραδιά. Στον δικό μου απολογισμό, όμως, το CHΟREKA υπήρξε μια απρόσμενη, σουρεαλιστική και βαθιά σύγχρονη μουσική αφήγηση. Τα γυναικεία χορικά που συνέθεσε ο Χαράλαμπος Γωγιός συνάντησαν τη φιλοσοφία και τη συλλογική ενέργεια των CHÓRES, οι οποίες, με τη σειρά τους, έπαψαν να λειτουργούν απλώς ως χορωδία και μεταμορφώθηκαν σε Χορό: σε σώμα, φωνή και δραματουργικό φορέα, έχοντας μια πολύ ιδιαίτερη σκηνοθετική αλλά και ζωντανή, χειροπιαστή αλληλεπίδραση με τον Τάσο Αποστόλου. Αντιμετωπίζοντας τη σύνθεση ως δραματουργία, ο Χαράλαμπος Γωγιός ένωσε το αρχαίο με το σύγχρονο κι όταν τα φώτα έσβησαν, αυτό που έμεινε δεν ήταν μόνο η ανάμνηση μιας παράστασης, αλλά η αίσθηση πως είχα μόλις ακούσει τις σιωπές χιλιάδων ετών να αποκτούν φωνή. Αυτή ήταν, τελικά, η «ταχυκαρδία της μέλλουσας τέχνης».