«Ήθελα να ξεκινήσω μια επανάσταση, χρησιμοποιώντας την τέχνη για να χτίσω το είδος της κοινωνίας που η ίδια οραματίστηκα» – Yayoi Kusama

Η εμβληματική καλλιτέχνιδα, Γιαγιόι Κουσάμα, αποχαιρέτησε τον κόσμο τούτο. Πλήρης ημερών θα έλεγε κάποιος· πλήρης εμπειριών, έργου, προσφοράς και χειροκροτήματος θα έλεγα εγώ, ακόμα κι αν αυτό το τελευταίο άργησε πολύ να έρθει.

Γιατί για πολλά χρόνια το έργο της παρέμεινε στο περιθώριο και η ίδια πάλευε με την απόρριψη, αλλά και με τα τραύματα και τις παραισθήσεις που την ακολουθούσαν από την παιδική της ηλικία. Για πολλά χρόνια έζησε μακριά από την αναγνώριση που αργότερα θα γνώριζε, αναζητώντας στην τέχνη έναν τρόπο να διαχειριστεί έναν κόσμο που συχνά έμοιαζε να ξεπερνά τα όρια του πραγματικού.

Οι βούλες, τα δίχτυα, οι καθρέφτες, οι κολοκύθες και η εμμονική επανάληψη, που σήμερα συγκροτούν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα εικαστικά λεξιλόγια στον κόσμο, δεν γεννήθηκαν ως ένα ευφυές καλλιτεχνικό branding. Υπήρχαν πολύ πριν η Κουσάμα γίνει παγκόσμιο φαινόμενο. Οι ρίζες τους βρίσκονται στην παιδική της ηλικία, στις παραισθήσεις που βίωνε από μικρή και στην ανάγκη της να δώσει μορφή σε όσα την κατέκλυζαν. Η επανάληψη έγινε τρόπος να τα ελέγξει. Και, σταδιακά, τρόπος να εξαφανίσει μέσα τους ακόμη και τον ίδιο της τον εαυτό.

Οραματίστηκε έναν δικό της κόσμο που ξεκίνησε από μια μικρή βούλα για να επεκταθεί στο άπειρο. Ανέπτυξε το δικό της λεξιλόγιο, ένα ξεχωριστό σύμπαν χωρίς αρχή και τέλος, χαμένο στις τεθλασμένες του χρόνου και στις αντανακλάσεις του φωτός, που ελάχιστοι αρχικά κατάλαβαν. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει συχνά με τους μεγάλους καλλιτέχνες; Το 1975, στο αυτοβιογραφικό δοκίμιο Odyssey of My Struggling Soul, θα γράψει: «Δεν θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτέχνιδα. Ακολουθώ την τέχνη για να διορθώσω τη δυσλειτουργία που ξεκίνησε στην παιδική μου ηλικία».

Η Κουσάμα ήταν Γιαπωνέζα, αλλά θα μπορούσε να είναι πολίτης οποιασδήποτε χώρας του κόσμου. Το έργο της ξεπέρασε γεωγραφίες, πολιτιστικές ταυτότητες και καλλιτεχνικά κινήματα, για να δημιουργήσει τελικά μια επικράτεια αποκλειστικά δική της. Από μια μικρή βούλα στο άπειρο. Από την αφάνεια στην κορυφή. Και τώρα, στη μνήμη.

Yayoi Kusama, Infinity Mirror Room – Phalli’s Field, 1965 YAYOI KUSAMA, Courtesy: Ota Fine Arts, Victoria Miro

Μια τραυματική, σκληρή και οδυνηρή παιδική ηλικία

Η Γιαγιόι Κουσάμα γεννήθηκε το 1929 στο Ματσουμότο της Ιαπωνίας, σε μια εύπορη οικογένεια εμπόρων σπόρων και φυτών. Από μικρή αγαπούσε να ζωγραφίζει, όμως η επιθυμία της να γίνει καλλιτέχνις συνάντησε τη σθεναρή αντίδραση της οικογένειάς της. Η μητέρα της δεν ενέκρινε την ενασχόλησή της με την τέχνη και, όπως έχει αφηγηθεί η ίδια η Κουσάμα, της άρπαζε τα σχέδια πριν προλάβει να τα ολοκληρώσει. Ανάμεσα στις πρώτες αναμνήσεις της βρίσκονται ήδη οι κουκκίδες: σχέδια που δημιουργούσε στο χαρτί με τα δάχτυλά της, πολύ πριν τα polka dots γίνουν ένα από τα διασημότερα εικαστικά μοτίβα της σύγχρονης τέχνης.

Πίσω από την οικονομική άνεση της οικογένειας, ωστόσο, το σπίτι ήταν ένας τόπος έντασης και ανασφάλειας. Ο πατέρας της είχε εξωσυζυγικές σχέσεις και η μητέρα της, σύμφωνα με τις αφηγήσεις της Κουσάμα, την έστελνε να τον παρακολουθεί. Εμπειρίες που η ίδια θα συνέδεε αργότερα με την αποστροφή και τον φόβο της απέναντι στη σεξουαλικότητα και οι οποίες θα επανέρχονταν, μεταμορφωμένες πια, στο έργο της.

Περίπου από την ηλικία των δέκα ετών άρχισε να βιώνει έντονες παραισθητικές εμπειρίες. Λουλούδια της μιλούσαν, μοτίβα πολλαπλασιάζονταν μπροστά στα μάτια της, λάμψεις εμφανίζονταν στο οπτικό της πεδίο και κουκκίδες απλώνονταν πάνω στα αντικείμενα, στο δωμάτιο, ακόμη και στο ίδιο της το σώμα. Η ζωγραφική έγινε ένας τρόπος να καταγράψει αυτό που της συνέβαινε, να δώσει σχήμα και όρια σε έναν προσωπικό κόσμο που έμοιαζε να τα χάνει.

Και ύστερα ήρθε ο πόλεμος. Στην εφηβεία της, η Ιαπωνία βρισκόταν ήδη στη δίνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η δεκατριάχρονη Κουσάμα επιστρατεύτηκε μαζί με άλλα κορίτσια για να εργαστεί σε εργοστάσιο παραγωγής αλεξίπτωτων για τον ιαπωνικό στρατό. Δούλευαν για πολλές ώρες μέσα σε συσκότιση, υπό τον διαρκή φόβο των αεροπορικών επιδρομών. Η βία, ο φόβος και η καταπίεση που γνώρισε τόσο μέσα στο σπίτι όσο και στην Ιαπωνία του πολέμου θα τροφοδοτούσαν αργότερα την έντονα αντιπολεμική διάσταση του έργου και των performances της.

Μετά τον πόλεμο κατάφερε να σπουδάσει παραδοσιακή ιαπωνική ζωγραφική Nihonga στο Κιότο. Η αυστηρότητα όμως της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης και οι κανόνες μιας ζωγραφικής που ένιωθε ότι την περιόριζε σύντομα την απογοήτευσαν. Το βλέμμα της είχε ήδη στραφεί αλλού: προς την ευρωπαϊκή και κυρίως την αμερικανική πρωτοπορία.

Κάπου εκεί συνέβη μία από εκείνες τις μικρές συμπτώσεις που μπορούν να αλλάξουν μια ολόκληρη ζωή. Η Κουσάμα είδε σε ένα βιβλίο έργα της Georgia O’Keeffe. Εντυπωσιάστηκε τόσο ώστε, χωρίς να τη γνωρίζει, αποφάσισε να της γράψει. Έστειλε στην ήδη διάσημη Αμερικανίδα ζωγράφο μια επιστολή μαζί με μερικές ακουαρέλες της, ζητώντας τη συμβουλή της για το πώς μια νέα Γιαπωνέζα καλλιτέχνις θα μπορούσε να βρει τον δρόμο της στον κόσμο της τέχνης. Η O’Keeffe της απάντησε. Χρόνια αργότερα η Κουσάμα θα θυμόταν ακόμη την καλοσύνη και τη γενναιοδωρία εκείνης της απάντησης. Σε μια εποχή κατά την οποία μια νεαρή γυναίκα από την επαρχιακή Ιαπωνία δύσκολα μπορούσε να φανταστεί μια ανεξάρτητη καλλιτεχνική ζωή στην άλλη άκρη του κόσμου, αυτή η μικρή στιγμή μάλλον την ενέπνευσε και την όπλισε με την αίσθηση ότι η φυγή ήταν πράγματι δυνατή.

Το 1957 εγκατέλειψε την Ιαπωνία, αρχικά για το Σιάτλ, και τον επόμενο χρόνο έφτασε στη Νέα Υόρκη. Πριν φύγει, η μητέρα της τής έδωσε χρήματα και, σύμφωνα με την αφήγηση της ίδιας της Κουσάμα, της είπε να μην ξαναπατήσει ποτέ το πόδι της στο σπίτι.

Ήταν 29 ετών όταν έφτασε στο Μανχάταν. Είχε μαζί της εκατοντάδες σχέδια και ζωγραφικά έργα, ελάχιστα χρήματα και μια σχεδόν εμμονική αποφασιστικότητα να γίνει καλλιτέχνις. Μόνη, με ελάχιστα αγγλικά και ακόμη λιγότερα χρήματα, τα οποία, σύμφωνα με τις αφηγήσεις της, είχε ράψει μέσα στο κιμονό της, η Κουσάμα διέσχισε τον Ειρηνικό.

Yayoi Kusama, Kusama in her studio, New York, c. 1961 YAYOI KUSAMA

Τα δύσκολα χρόνια της Αμερικής

Στη Νέα Υόρκη βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν κόσμο της τέχνης ανταγωνιστικό, ανδροκρατούμενο και σκληρό. Ήταν γυναίκα, Γιαπωνέζα και σχεδόν άγνωστη σε μια εποχή που στο προσκήνιο κυριαρχούσαν άνδρες καλλιτέχνες.

Ζούσε με ελάχιστα χρήματα και δούλευε αδιάκοπα. Εκεί άρχισε να δημιουργεί τα περίφημα Infinity Nets, τεράστιους καμβάδες καλυμμένους από εκατοντάδες, χιλιάδες μικρές επαναλαμβανόμενες πινελιές. Η επανάληψη που την ακολουθούσε από παιδί είχε πλέον μετατραπεί σε μια εντελώς προσωπική εικαστική γλώσσα.

Σύντομα άρχισε να γίνεται γνωστή στους κύκλους της νεοϋορκέζικης πρωτοπορίας. Ο Ντόναλντ Τζαντ, πριν ακόμη γίνει ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του μινιμαλισμού, υπήρξε φίλος και υποστηρικτής της και έγραψε θετικά για την πρώτη της έκθεση με Infinity Nets στη Νέα Υόρκη. Στον ίδιο κόσμο κινούνταν ο Άντι Γουόρχολ, ο Κλάες Όλντενμπουργκ και άλλοι καλλιτέχνες που σύντομα θα γίνονταν μεγάλα ονόματα της αμερικανικής τέχνης.

Για την Κουσάμα, όμως, αυτή η γειτνίαση είχε και μια πικρή πλευρά. Σε όλη της τη ζωή υποστήριζε ότι ιδέες που είχε παρουσιάσει πρώτη επανεμφανίζονταν λίγο αργότερα στο έργο ανδρών συναδέλφων της, οι οποίοι απολάμβαναν πολύ μεγαλύτερη αναγνώριση. Αναφερόταν ιδιαίτερα στον Όλντενμπουργκ και στον Γουόρχολ. Το κατά πόσο μπορούμε να μιλήσουμε κάθε φορά για αντιγραφή παραμένει αντικείμενο συζήτησης στην ιστορία της τέχνης· αναμφισβήτητη, ωστόσο, είναι η δυσκολία μιας νεαρής Ασιάτισσας καλλιτέχνιδας να διεκδικήσει ισότιμη θέση μέσα στην αμερικανική σκηνή των δεκαετιών του 1950 και του 1960.

Παράλληλα, το έργο της άρχισε να εγκαταλείπει τον καμβά. Στα Accumulations κάλυπτε καρέκλες, παπούτσια, έπιπλα και άλλα καθημερινά αντικείμενα με δεκάδες μαλακές, φαλλόμορφες προεξοχές. Το 1965, με το Infinity Mirror RoomPhallis Field, χρησιμοποίησε καθρέφτες για να πολλαπλασιάσει αυτές τις φόρμες προς κάθε κατεύθυνση. Ήταν η αρχή των περίφημων Infinity Mirror Rooms που πολλές δεκαετίες αργότερα θα προκαλούσαν ουρές έξω από τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου.

Yayoi Kusama, The End of Summer, 1980 YAYOI KUSAMA, Courtesy: Sammlung Goetz, Munich

Η Κουσάμα είχε αφήσει πίσω της την ασφυκτική πραγματικότητα μιας πατριαρχικής μεταπολεμικής Ιαπωνίας για να βρεθεί στην Αμερική την ώρα που μια ολόκληρη γενιά αμφισβητούσε όσα μέχρι τότε θεωρούνταν δεδομένα. Η αντικουλτούρα, το Flower Power, η σεξουαλική απελευθέρωση και κυρίως το τεράστιο αντιπολεμικό κίνημα απέναντι στον πόλεμο του Βιετνάμ δεν έμειναν έξω από το έργο της. Η τέχνη έγινε για εκείνη και μέσο ακτιβισμού.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 η Κουσάμα πέρασε ακόμη πιο αποφασιστικά στον δημόσιο χώρο. Οργάνωνε happenings με γυμνά σώματα καλυμμένα με τις χαρακτηριστικές της βούλες, αντιπολεμικές δράσεις και performances που στρέφονταν ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, στον συντηρητισμό και στην καταπίεση της σεξουαλικότητας. Πλατείες, πάρκα, ακόμη και χώροι κοντά σε εμβληματικά μνημεία της Νέας Υόρκης μετατρέπονταν αιφνιδιαστικά σε σκηνές των δράσεών της.

Για πολλούς ήταν σκανδαλώδης. Για άλλους, αθεράπευτα αυτοδιαφημιζόμενη. Η ίδια, όμως, αντιμετώπιζε τη δημόσια εικόνα της ως μέρος της καλλιτεχνικής της πρακτικής. Το σώμα, οι βούλες, η επανάληψη, η εξαφάνιση της ατομικότητας μέσα στο σύνολο συνδέονταν με την ιδέα που ονόμαζε self-obliteration: την κατάλυση των ορίων του εαυτού και τη διάλυσή του μέσα σε ένα μεγαλύτερο, δυνητικά άπειρο σύμπαν.

Narcussus Garden. Courtesy Ota Fine Arts, David Zwirner and Victoria Miro, Photo: Robert Benson

Το 1966 εμφανίστηκε απρόσκλητη στην 33η Μπιενάλε της Βενετίας με ένα έργο που σήμερα θεωρείται εμβληματικό: τον Narcissus Garden. Στο γρασίδι έξω από το ιταλικό περίπτερο τοποθέτησε περίπου 1.500 ασημένιες, καθρεφτένιες σφαίρες, δημιουργώντας μια λαμπερή επιφάνεια που αντανακλούσε τον χώρο και τους επισκέπτες. Η ίδια, φορώντας χρυσό κιμονό, άρχισε να τις πουλά στους περαστικούς για δύο δολάρια την καθεμία, δίπλα σε μια πινακίδα που έγραφε “YOUR NARCISSISM FOR SALE”. Οι διοργανωτές σύντομα της απαγόρευσαν να συνεχίσει τις πωλήσεις. Ήταν ένα σχόλιο προφητικό πάνω στον ναρκισσισμό, στην εμπορευματοποίηση της τέχνης και στην ίδια την αγορά που ακόμη δεν είχε αποδεχτεί πλήρως την Κουσάμα -την αγορά που, δεκαετίες αργότερα, θα πλήρωνε εκατομμύρια για τα έργα της.

Πίσω όμως από την προκλητική δημόσια παρουσία υπήρχε μια γυναίκα που αντιμετώπιζε σοβαρές ψυχικές και σωματικές δοκιμασίες. Η ίδια έχει μιλήσει για περιόδους εξάντλησης, νοσηλείες και απόπειρες αυτοκτονίας. Παρά τη δημιουργική της ένταση, η καριέρα της δεν γνώρισε τότε την απογείωση των ανδρών καλλιτεχνών της γενιάς της. Το 1973, ύστερα από περίπου δεκαπέντε χρόνια στην Αμερική, επέστρεψε στην Ιαπωνία. Η επιστροφή δεν ήταν θριαμβευτική. Στην πατρίδα της το όνομά της είχε συνδεθεί περισσότερο με τα σεξουαλικά happenings και τα σκάνδαλα της Νέας Υόρκης παρά με την πρωτοποριακή φύση του έργου της. Ασχολήθηκε για ένα διάστημα με το εμπόριο τέχνης και έγραψε μυθιστορήματα, διηγήματα και ποίηση για να επεξεργαστεί κυρίως υπαρξιακές αγωνίες, τη σεξουαλικότητα, τον θάνατο και το ψυχικό τραύμα.

Το 1977 εισήχθη οικειοθελώς στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Seiwa στο Τόκιο, όπου επέλεξε να συνεχίσει να ζει για το υπόλοιπο της ζωής της. Το εργαστήριό της βρισκόταν σε μικρή απόσταση. Για δεκαετίες ακολουθούσε σχεδόν καθημερινά την ίδια διαδρομή: από το νοσοκομείο στο στούντιο και από το στούντιο πίσω στο νοσοκομείο. Η τέχνη είχε γίνει πλέον κάτι πολύ περισσότερο από επάγγελμα. Ήταν ο τρόπος της να παραμένει στη ζωή.

Untitled, Yayoi Kusama

Η μεγάλη επιστροφή μιας παραγνωρισμένης πρωτοπόρου

Με την επιστροφή της στην Ιαπωνία, η Κουσάμα σχεδόν εξαφανίστηκε από το διεθνές προσκήνιο. Η ιστορία της μεταπολεμικής τέχνης γραφόταν για χρόνια γύρω από ονόματα όπως ο Warhol, ο Judd και ο Oldenburg, ενώ η γυναίκα που είχε βρεθεί δίπλα τους και είχε πειραματιστεί τόσο νωρίς με την επανάληψη, την εγκατάσταση, την performance και τη δημιουργία εμβυθιστικών περιβαλλόντων παρέμενε σε μεγάλο βαθμό στο περιθώριο.

Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν δύο δεκαετίες για να αρχίσει η μεγάλη επανεκτίμηση. Καθοριστική στιγμή υπήρξε το 1989, όταν το Center for International Contemporary Arts στη Νέα Υόρκη παρουσίασε μεγάλη αναδρομική έκθεση του έργου της. Μια νεότερη γενιά επιμελητών, ιστορικών και καλλιτεχνών άρχισε να κοιτάζει ξανά όσα είχε δημιουργήσει ήδη από τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 και να αντιλαμβάνεται πόσο μπροστά από την εποχή της υπήρξε.

Η ουσιαστική επιστροφή, όμως, θα γίνει το 1993. Σε ηλικία 64 ετών, η Κουσάμα επιλέχθηκε να εκπροσωπήσει επίσημα την Ιαπωνία στην Μπιενάλε της Βενετίας. Ήταν μια στιγμή με τεράστιο συμβολικό βάρος. Είκοσι επτά χρόνια μετά την απρόσκλητη εμφάνισή της με τον Narcissus Garden, επέστρεφε στον ίδιο θεσμό όχι πια ως παρείσακτη, αλλά ως επίσημη εκπρόσωπος της χώρας που κάποτε είχε δυσκολευτεί να αποδεχτεί τόσο την ίδια όσο και το έργο της.

Στο ιαπωνικό περίπτερο δημιούργησε ένα περιβάλλον με καθρέφτες και τις χαρακτηριστικές κίτρινες κολοκύθες της, καλυμμένες με μαύρες βούλες. Η κολοκύθα, μια μορφή που θυμόταν από τα παιδικά της χρόνια στο Ματσουμότο και την οποία αγαπούσε για το ταπεινό, χιουμοριστικό και παράξενο σχήμα της, άρχισε πλέον να γίνεται ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της τέχνης της. Από εκεί και πέρα, η πορεία της αντιστράφηκε θεαματικά. Μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις επανέφεραν το έργο της στο διεθνές προσκήνιο και μουσεία άρχισαν να επανεξετάζουν τη θέση της στην ιστορία της μεταπολεμικής τέχνης.

Photo: Tracey Wong

Σημαντικοί μουσειακοί σταθμοί επισφράγισαν αυτή την επανεκτίμηση. Το 1998, η έκθεση Love Forever: Yayoi Kusama, 1958–1968, που οργανώθηκε από το Los Angeles County Museum of Art και παρουσιάστηκε, μεταξύ άλλων, στο MoMA της Νέας Υόρκης, έστρεψε ξανά το βλέμμα στα καθοριστικά νεοϋορκέζικα χρόνια της, αναδεικνύοντας τη συμβολή της στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής πρωτοπορίας. Το 2012, μια μεγάλη διεθνής αναδρομική, που ταξίδεψε από την Tate Modern στο Whitney Museum, παρουσίασε έξι δεκαετίες δημιουργίας και κατοχύρωσε πλέον τη θέση της στην ιστορία της σύγχρονης τέχνης.

Και το 2017, με το Yayoi Kusama: Infinity Mirrors στο Hirshhorn Museum της Ουάσιγκτον να σπάει ρεκόρ επισκεψιμότητας, η μουσειακή αποκατάσταση είχε ολοκληρωθεί: η παραγνωρισμένη πρωτοπόρα είχε πλέον μετατραπεί σε παγκόσμιο πολιτιστικό φαινόμενο. Δεν ήταν πλέον απλώς η εκκεντρική Γιαπωνέζα των happenings της Νέας Υόρκης, αλλά μια πρωτοπόρα που είχε βρεθεί, ήδη από τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, στα σημεία όπου συναντιούνταν και συγκρούονταν ο μινιμαλισμός, η pop art, η performance, η εννοιολογική τέχνη και η εγκατάσταση.

Παράλληλα, οι τιμές των έργων της στις δημοπρασίες άρχισαν να εκτοξεύονται. Η καλλιτέχνις που επί δεκαετίες αγωνιζόταν να γίνει ορατή μετατράπηκε σταδιακά σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και εμπορικά επιτυχημένες μορφές της σύγχρονης τέχνης.

Yayoi Kusama, Infinity Mirror Room — Love Forever, 1966/94 YAYOI KUSAMA, Courtesy: Ota Fine Arts

Όταν η πρωτοπορία γίνεται pop φαινόμενο

Τα Infinity Mirror Rooms γίνονται από τα πιο περιζήτητα έργα σύγχρονης τέχνης στον κόσμο. Οι επισκέπτες περιμένουν σε ουρές για να βρεθούν, έστω για λίγα λεπτά, μέσα σε αυτά τα μικρά δωμάτια με τους καθρέφτες να καταργούν τα όρια του χώρου και εκατοντάδες φωτεινά σημεία να επαναλαμβάνονται μέχρι εκεί όπου δεν μπορεί πια να φτάσει το βλέμμα. Οι εκθέσεις της καταγράφουν τεράστια προσέλευση και οι εικόνες τους κατακλύζουν τα social media. Η ειρωνεία εμφανής. Έργα που γεννήθηκαν από την επιθυμία της Κουσάμα να εξαφανίσει τα όρια του εαυτού μετατρέπονται, στην εποχή του Instagram, σε ιδανικό σκηνικό για την εικόνα του εαυτού. Εκεί όπου εκείνη αναζητούσε το self-obliteration, εκατομμύρια επισκέπτες σηκώνουν το κινητό για να φωτογραφίσουν τον εαυτό τους. Και αυτό επιβεβαιώνει τελικά τη μεγάλη δύναμη του έργου της.

Ακόμη και όταν κάποιος δεν γνωριζει τίποτε για τις παραισθήσεις της Κουσάμα όταν μπει σε ένα Infinity Mirror Room, θα βιώσει για λίγες στιγμές αυτό που εκείνη επιδίωκε επί δεκαετίες: την απώλεια της αίσθησης των ορίων, την επανάληψη, τον πολλαπλασιασμό, την αμφιβολία για το πού τελειώνει το σώμα και πού αρχίζει ο χώρος.

Την ίδια στιγμή, η χαρακτηριστική εικαστική της γλώσσα πέρασε στη μόδα και στο design. Οι συνεργασίες της με τη Louis Vuitton μετέφεραν τις βούλες και τις κολοκύθες της σε τσάντες, ρούχα, βιτρίνες και γιγαντιαίες εγκαταστάσεις στις μητροπόλεις του κόσμου. Η ίδια η Κουσάμα, με την κόκκινη περούκα, τα έντονα ρούχα και τις βούλες της, έγινε μια εικόνα σχεδόν εξίσου αναγνωρίσιμη με τα έργα της.

Και η αγορά ακολούθησε. Έργα που κάποτε δυσκολευόταν να πουλήσει άρχισαν να καταρρίπτουν ρεκόρ στις δημοπρασίες, καθιστώντας τη μία από τις ακριβότερες εν ζωή γυναίκες καλλιτέχνιδες. Μουσεία σε όλο τον κόσμο διεκδικούσαν τις εκθέσεις της, ενώ το 2017 άνοιξε στο Τόκιο το Μουσείο Γιαγιόι Κουσάμα, αφιερωμένο αποκλειστικά στο έργο και την κληρονομιά της.

Φυσικά εδώ γεννιέται αναπόφευκτα ένα ερώτημα: μήπως η τεράστια επιτυχία της εικόνας της Κουσάμα επισκίασε τελικά τη ριζοσπαστικότητα της τέχνης της; Γιατί πίσω από τις χαρούμενες βούλες, τις φωτογενείς κολοκύθες και τα εκθαμβωτικά δωμάτια με τους καθρέφτες βρίσκεται μια πολύ πιο σύνθετη ιστορία. Η ιστορία μιας γυναίκας που αμφισβήτησε από πολύ νωρίς τα όρια ανάμεσα στη ζωγραφική, τη γλυπτική, την εγκατάσταση και την performance· που χρησιμοποίησε το γυμνό σώμα ως πολιτικό εργαλείο, μίλησε εναντίον του πολέμου και της κοινωνικής καταπίεσης και μετέτρεψε τις πιο επίμονες εικόνες του μυαλού της σε μια εικαστική γλώσσα που κανείς δεν μπορούσε πλέον να μπερδέψει με κάποια άλλη. Η παγκόσμια δημοφιλία της μπορεί να έκανε την Κουσάμα pop icon. Δεν ήταν όμως αυτή που την έκανε σπουδαία καλλιτέχνιδα. Είχε γίνει πολύ νωρίτερα, όταν ακόμη ελάχιστοι ήταν διατεθειμένοι να το αναγνωρίσουν.

Dancing Pumpkin. Courtesy of The New York Botanical Garden | Ota Fine Arts and David Zwirner, Photo: Robert Benson

Το θαύμα της Κουσάμα

Πίσω από όλα αυτά, η Κουσάμα συνέχισε να κάνει εκείνο που έκανε από παιδί: να δημιουργεί. Ακόμη και στα βαθιά γεράματα, η ζωγραφική παρέμενε μια καθημερινή για εκείνη αναγκαιότητα. Τα ώριμα έργα της γέμισαν με εκρηκτικά χρώματα, μάτια, πρόσωπα, οργανικές μορφές, κύτταρα, λουλούδια και αμέτρητα επαναλαμβανόμενα μοτίβα.

«Στα περισσότερα από εβδομήντα χρόνια μου ως καλλιτέχνις, στεκόμουν πάντα με δέος μπροστά στο θαύμα της ζωής», είχε πει. «Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αυτή η ισχυρή αίσθηση της ζωτικής δύναμης μέσα στην καλλιτεχνική έκφραση ήταν εκείνη που με στήριξε και μου έδωσε τη δύναμη να ξεπεράσω αισθήματα κατάθλιψης, απελπισίας και θλίψης. Με καθοδηγούσε πάντα η πίστη μου σε αυτή τη δύναμη».

Αυτή είναι και η καλύτερη απάντηση στο τι υπήρξε η τέχνη για τη Γιαγιόι Κουσάμα: ένας τρόπος να αντέξει την έντασή της. Να μετατρέψει τον φόβο σε εικόνα, την εμμονή σε επανάληψη, τη μοναξιά σε ένα σύμπαν που μπορούσε να χωρέσει τους πάντες. Ξεκίνησε από μια μικρή βούλα. Και δεν σταμάτησε ποτέ να την πολλαπλασιάζει. Μέχρι το άπειρο.

Kusama in flower obsession, Photo Uzuke Miyazake