Η αρκουδότρυπα είναι μια μικρή σπηλιά στο βουνό. Και οι άνθρωποι του χωριού τη συνόδευαν πάντα με περίεργες ιστορίες και δοξασίες. Αλλά η Αργυρώ και η Αννέτα, φίλες από πάντα, δεν είναι πια κοριτσάκια για να δίνουν σημασία σε κάτι τέτοια και να φοβηθούν να την επισκεφθούν. Έτσι τουλάχιστον λένε δίνοντας θάρρος η μία στην άλλη, σήμερα που αποφάσισαν να πάνε βόλτα ξεμακραίνοντας απ’ το χωριό. Όπως κοιτάς από κοντά την αρκουδότρυπα, η είσοδός της έχει σχήμα αιδοίου. Μπορεί για αυτό να διέδιδαν εις βάρος της τις φήμες οι ντόπιοι, μπορεί από εκεί να ξεκινά η υποψία για τη μυστηριακή της φύση. 

Η Αννέτα ανακοινώνει στην Αργυρώ τα δυσάρεστα. Τα δυσάρεστα για την Αργυρώ τουλάχιστον. Θα φύγει απ’ το χωριό, θα αλλάξει ζωή. Το τεστ βγήκε θετικό, είναι έγκυος, θα πάει να ζήσει στη Λάρισα με τον Γιώργο που πήρε μετάθεση. Όχι μόνη της μαζί του όμως. Κάθε άλλο. Θα πάει να ζήσει με τον Γιώργο και τη μαμά του. Και επειδή ο Γιώργος, σε αντίθεση με τη μαμά του και την Αννέτα, δουλεύει κιόλας, θα πάει να ζήσει περισσότερο με την πεθερά της, την οποία ούτως ή άλλως δεν συμπαθεί, και λιγότερο με εκείνον. 

Η Αννέτα κινδυνεύει να εγκλωβιστεί εφεξής σε μια ζωή που θα την πνίξει, η Αργυρώ δεν ένιωθε μεν εγκλωβισμένη στο χωριό της και τα κατσίκια της, κινδυνεύει όμως τώρα εξαιτίας της φυγής της καλύτερης της φίλης να εγκλωβιστεί σε μια μοναξιά που θα την ματαιώνει και θα τη σκοτεινιάζει. Και μάλλον το γεγονός ότι η Αννέτα ετοιμάζεται να φύγει λειτουργεί απελευθερωτικά και για τις δύο. Όταν ο χρόνος που είχες στη διάθεσή σου τελειώνει, όταν κάτι αναπόδραστο είναι μπροστά, όταν δεν μπορείς να πεις όχι ακόμα, ας περιμένω λίγο ακόμα, ας το αφήσω για την επόμενη φορά, όταν δεν σε παίρνει άλλο να παραδοθείς στην οικεία ασφάλεια του φόβου και του δισταγμού, τότε είναι η ώρα να πάνε τα πράγματα σε άλλο επίπεδο.

Βράδυ, σε μια άδεια και σκοτεινή εκκλησία, η Αργυρώ και η Αννέτα το έχουν σκάσει από την παρέα τους, οι δυο κοπέλες είναι πρόσωπο με πρόσωπο, είναι έτοιμες να φιληθούν αλλά δεν φιλιούνται, με τη θαμπή εικόνα του Χριστού στο φόντο να τις παρατηρεί κάπως (αλλά εδώ που τα λέμε όχι και στα αλήθεια πια, αποδυναμωμένος πια, είναι ο ίδιος Χριστός που διακοσμεί μισοκανονικά – μισοειρωνικά το πορτοφολάκι της Αννέτας στο οποίο βάζει και τους μπάφους της, είναι ο ίδιος Χριστός με τα κόκκινα μάτια στην αφίσα που έχει στο δωμάτιό της).

Και κάπου εδώ, όσο κοιτάζονται στην εκκλησία και λένε άλλα, όσο είναι μια ανάσα η μία από την άλλη και λένε άλλα, διαδραματίζεται η καλύτερη κατά τη γνώμη μου σκηνή της «Αρκουδότρυπας». Υπάρχει μια ένταση σε αυτό που δεν λέγεται με λόγια, σε αυτό που εκπέμπεται, σε αυτό που αναστέλλεται για μια ακόμη φορά, σε αυτό που είναι πάρα πολύ δυνατό μέσα στην καθεμία τους, αλλά δεν εξωτερικεύεται. Θα υπάρξουν και οι εξωτερικεύσεις στην ταινία, δεν θα μείνουμε στην αυτοσυγκράτηση και την καταπίεση της επιθυμίας, αλλά έχεις την αίσθηση ότι υπολείπονται σε ένταση, ίσως γιατί, ναι, τα φιλιά μπορεί να πραγματώνουν, αλλά κάθε πραγμάτωση δεν είναι μόνο μια πλήρωση, είναι και μια εκτόνωση: από τη στιγμή που ξεκινάει ένα φιλί, ένα μέρος της συσσωρευμένης ως τότε επιθυμίας σου αρχίζει ικανοποιούμενο να εκλύεται και να φεύγει. Εκεί όμως, λίγο πριν φιληθείς, τη στιγμή που το θες, είναι που βρίσκεται όλη η επιθυμία μαζεμένη στο κεφάλι σου, στην καρδιά σου, στο σώμα σου. 

Από τα πιο πετυχημένα ευρήματα της «Αρκουδότρυπας» είναι ότι δεν θα δούμε ποτέ το πρόσωπο του Γιώργου. Και βασικά εκτός από επιτυχημένο είναι και τίμιο. Γιατί δεν είναι στα αλήθεια χαρακτήρας της ταινίας, δεν έγινε καμία προσπάθεια να αναπαρασταθεί ένας αληθινός άνθρωπος. Ο Γιώργος δεν είναι πρόσωπο, είναι σύμβολο. Είναι ένας ακόμη άντρας που είναι κακός χωρίς να το ξέρει ο ίδιος, είναι κακός γιατί εκπροσωπεί και ενσαρκώνει την πατριαρχία, ακόμα και η δουλειά του είναι συμβολική (είναι αστυνομικός), ακόμα και το περιπολικό του λειτουργεί ως σύμβολο.  

Και παρότι ο ένας εκ των δύο δημιουργών της «Αρκουδότρυπας», ο Στέργιος Ντινόπουλος, έχει οικογενειακή καταγωγή από την Τύρνα (ή Ελάτη) Τρικάλων (το χωριό των ηρωίδων το οποίο κατονομάζεται κιόλας αρκετές φορές στην ταινία), εμένα το μέρος δεν μου φαίνεται να λειτουργεί ως τόπος, αλλά κι αυτό με τη σειρά του ως σύμβολο. Το “Digger” του Τζώρτζη Γρηγοράκη ή το «Πίσω από τις Θημωνιές»  της Ασημίνας Προέδρου ήταν δυο ελληνικές ταινίες που ένιωθες ότι ο τόπος ήταν τόπος κι ότι οι άνθρωποι ζούσαν στα αλήθεια εκεί, αλληλεπιδρώντας οργανικά με τους περιορισμούς της επαρχίας και με τις τοπικές κοινωνίες. Οι ιστορίες που παρακολουθούσαμε εκεί ζούσαν και ανέπνεαν στους τόπους τους και σε σχέση με τον περίγυρο τους. Από την άλλη βέβαια, μπορεί εδώ να μην έχουμε να κάνουμε με βιωμένο τόπο, έχουμε όμως ένα εξαιρετικό τοπίο, το οποίο κινηματογραφείται με μερικά πραγματικά υπέροχα πλάνα. 

Συνολικότερα η ταινία έχει εκ των προτέρων αποφασίσει να μας διηγηθεί μια ιστορία που η καθεμιά, ο καθένας και το καθετί συμβολίζουν κάτι, σε μια τράπουλα στημένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να περάσουν με σαφήνεια στο κοινό τα εντελώς σωστά μηνύματα και να νιώσουν όλοι από κοινού, κοινό και συντελεστές, ότι βρίσκονται στη σωστή πλευρά της προόδου. Όσο όμως κι αν ισχύει αυτό κι όσο κι αν θεωρείς ότι δεν διακυβεύεται δραματουργικά και καλλιτεχνικά στα αλήθεια κάτι, λίγο να κάνεις το λάθος να βγεις από την ιντερνετική ή την ευρύτερη φούσκα σου και να διαβάσεις σχόλια για την αφίσα ή τη σύνοψη της ταινίας, και θα συνειδητοποιήσεις για μια ακόμη φορά κάτι που εξακολουθείς πεισματικά να ξεχνάς και να απωθείς: ότι έξω από τις φούσκες σου η αντιδραστική καφρίλα εξακολουθεί να κυριαρχεί και να θεριεύει.

Και παρότι, για να μην είμαστε άδικοι, η ταινία σε κάνει να νοιαστείς αυθεντικά και για τις δύο πρωταγωνίστριες (τη Χαρά Κυριαζή και την Πάμελα Οικονομάκη), είναι ίσως ένας δεύτερος ρόλος, αυτός της πεθεράς (Σοφία Λινοσπόρη), που ακόμη κι αν μπήκε αρχικά στην εξίσωση ως σύμβολο της ενσωματωμένης πατριαρχίας, έχει λίγες ατάκες που του επιτρέπουν να αναπνεύσει ως κάτι που δεν είναι σκέτο σύμβολο, ως ένας άνθρωπος για παράδειγμα που σήμερα πέρασε την καλύτερη ημέρα της ζωής του εδώ και χρόνια. 

Οι τέσσερις τελευταίες ελληνικές ταινίες που είδα, τέσσερις ελληνικές ταινίες που παίχτηκαν μέσα στο 2026. το «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ» του Γιώργου Γεωργόπουλου, η “Gorgona” της Εύης Καλογηροπούλου, το «Μη γελάτε, θα σας δει ο κόσμος» του Νικόλα Δημητρόπουλου και τώρα η «Αρκουδότρυπα» της Χρυσιάννας Παπαδάκη και του Στέργιου Ντινόπουλου, περιέχουν είτε σε πρώτο είτε σε δεύτερο πλάνο ιστορίες γυναικών που σχετίζονται ερωτικά μεταξύ τους. Συμπτωματικό προφανώς μεν, αλλά αρκετά μεγάλη σύμπτωση για να αντισταθώ στον πειρασμό να την αναφέρω.  

Αυτοτελώς κρινόμενη η «Αρκουδότρυπα» έχει αρετές και μειονεκτήματα, αλλά πιο κρίσιμο εν προκειμένω θεωρώ το γενικότερο ζήτημα με τον ελληνικό κινηματογράφο και τις ταινίες που μας προσφέρει. Παίζουν ρόλο τα χρήματα (και η έλλειψή τους) στο πού θα τοποθετηθεί ο συγκριτικός πήχης; Φυσικά και παίζουν. Αλλά φοβάμαι ότι δεν φταίνε μόνο αυτά. Η προσωπική μου άποψη (που μπορεί και να μην σημαίνει και τίποτα, αλλά αυτήν έχω), είναι ότι ο πήχης δεν είναι ιδιαίτερα υψηλός.