Τον λησμονημένο Κάρλο Γκότσι ανέσυρε από τον μακρινό (πλέον) -τόσο χρονικά, αλλά κυρίως πολιτισμικά- 18ο αιώνα-ο Στάθης Λιβαθινός για να γιορτάσει τη συμπλήρωση 25 χρόνων παρουσίας της ομάδας του στο ελληνικό θέατρο. Μιας ομάδας που με τη σκηνική της δράση ανέτρεψε τα δεδομένα της θεατρικής τέχνης στη χώρα μας.
«Σκυλί που γαυγίζει στο φεγγάρι», θα αποκαλέσει περιπαιχτικά τον Κάρλο Γκότσι ο ορκισμένος λογοτεχνικός του εχθρός Κάρλο Γκολντόνι. Η μεταξύ τους σφοδρή φιλολογική διαμάχη θα αναστατώσει τη Βενετία και θα λάβει διαστάσεις λογοτεχνικού εμφυλίου. Λάτρης της commedia dell’ arte και επίδοξος αναβιωτής της, καθώς και υπέρμαχος της τοσκανικής διαλέκτου ο Γκότσι, ενώ μέγας θαυμαστής του μολιερικού ιδιώματος και της ενετικής διαλέκτου ο Γκολντόνι. Θα συγκρουστούν λυσσαλέα, σε μια διαμάχη που θα λήξει μετά τον θάνατό τους, με συντριπτική επικράτηση του δεύτερου, που η ποιότητα των έργων του δεν έχει ξεφτίσει ακόμα και συνεχίζουν να παίζονται στις ευρωπαϊκές σκηνές, ενώ τα μικρά ροκοκό συγγραφικά κομψοτεχνήματα του Γκότσι είναι σχεδόν ανενεργά, και προσφέρονται πλέον μόνο ως διασκευές για παραστάσεις παιδικού θεάτρου.
Η πορεία του έργου μέσα στον χρόνο
Είναι αλήθεια ότι το έργο αυτό «αποσκίρτησε» από το σώμα των έργων του Γκότσι και διέγραψε μια λαμπρή, αυτόνομη πορεία στην όπερα, ιδίως με τη μουσική του Τζάκομο Πουτσίνι, αλλά και στο θέατρο, προκάλεσε το ενδιαφέρον σημαντικών θεατρανθρώπων. Θα μεταφραστεί από τον Φρίντριχ Σίλερ που θα του προσδώσει ρομαντικό ύφος και θα ανέβει από τον Γκαίτε το 1802. Ο Μαξ Ράινχαρντ, θα το ανεβάσει το 1911.
O Ζακ Κοπώ θα παρουσιάσει τη δική του παραστασιακή εκδοχή το 1921 στις Βρυξέλλες, και για την επόμενη θεατρική περίοδο τη μεταφέρει στο περίφημο Vieux-Colombier ανταλλάσσοντας το φασματικό σύμπαν του παραμυθοδράματος με ένα σταθερό, ρεαλιστικό υπόβαθρο. Το 1921, ο Γεβγκένι Βαχτάνγκοφ θα ανεβάσει το έργο στη Μόσχα σε μια πρωτοποριακή εκδοχή του που θα μείνει ονομαστή. Την παράσταση αυτή θα δει ο Μπέρτολτ Μπρεχτ που αποφάσισε να γράψει τη δική του εκδοχή το 1953, αλλά δεν παίχτηκε παρά το 1969. Δεν θα έχει την ιδιότυπη σαγήνη του Γκότσι, ούτε τη ρομαντική γοητεία του Σίλερ, αλλά μια ειρωνική καταγγελτική διάθεση. Τέλος, το 2018 ο Μποπμ Ουίλσον, θα δώσει τη δική του εικονοκλαστική εκδοχή σκηνοθετώντας την ομώνυμη όπερα του Τζάκομο Πουτσίνι.
Απόδοση – Διασκευή
Το εξαιρετικά απαιτητικό εγχείρημα της απόδοσης – διασκευής επωμίστηκε ο Στρατής Πασχάλης, ο οποίος εργάζεται με πρωταρχικό στόχο το όφελος της θεατρικότητας και του σκηνικού εγχειρήματος. Θα διατηρήσει αλώβητο τον θεματικό πυρήνα του έργου και θα αναδείξει τις λυρικές ποιότητες του παραμυθοδράματος του αρχικού κειμένου. Με μια αντίληψη σκηνικής οικονομίας θα αφαιρέσει ρόλους που θεωρεί δευτερεύοντες και σκηνές που θεωρεί ότι πρέπει να απαληφθούν έτσι ώστε η πλοκή να μπορεί να αναδυθεί στο σήμερα. Θα διατηρήσει το γκροτέσκ κωμικό ιδίωμα και τον εξωτισμό.
Θα ενισχύσει την εκτεταμένη χρήση των μασκών – τύπων της commedia εδραιώνοντας την παρουσία τους στη διασκευή του, καθώς θα ενσωματώσει έναν εμβόλιμο μονόλογο του Τρουφαλδίνο στην Β’ πράξη. Και, θα «αναθέσει» στον ίδιο, τον τελευταίο μονόλογο του έργου αφαιρώντας τον από την Τουραντό (λογοτεχνική πράξη με την οποία θα διαφωνήσω). Ο σημαντικός ποιητής θα μιλήσει στον πρόλογο της έκδοσης της διασκευής για «σκηνικό παιχνίδι», για «θεαματική φαντασμαγορία», «για οικονομία και αφαιρετικότητα παράστασης», για το «παράξενο και μετέωρο» της πρωτότυπης δημιουργίας.
Θα αφιερώσει τη διασκευή του έργου στην αδικοχαμένη Ελένη Παπαδάκη που σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη θα ερμηνεύσει τον ρόλο της Τουραντό στην ομώνυμη παράσταση το 1937.
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία
Τι είναι αυτό που κινητοποίησε το σκηνοθετικό και δραματουργικό ενδιαφέρον του Στάθη Λιβαθινού, ώστε να σφραγίσει παραστασιακά τη σημαντική επέτειο της ομάδας του με τη διασκευή της «πριγκίπισσας Τουραντό», έργο που ο συγγραφέας της έγραψε το 1762;
Αισθάνομαι ότι αυτό που πραγματικά τον οδήγησε σε αυτήν την επιλογή είναι ότι το έργο προσφέρεται, ώστε ο εξέχων δημιουργός να γιορτάσει την επέτειο των 25 χρόνων από τη δημιουργία της ομάδας του υμνώντας τη δύναμη και τη μαγεία της θνησιγενούς τέχνης του θεάτρου και τιμώντας τους τεχνίτες της διατρέχοντας αιώνες καλλιτεχνικής δημιουργίας
Θα αποτίσει φόρο τιμής στη λαϊκή αυτοσχέδια ιταλική κωμωδία, σκηνοθετική πράξη-που κατά τη γνώμη μου- έχει τριπλό συμβολισμό:
Αρχικά, θα «δικαιώσει» σκηνοθετικά την -σχεδόν αυτοκαταστροφική- εμμονή του Κάρλο Γκότσι, στην αναβίωσή της, υπερθεματίζοντας του κειμένου, δίνοντας στην commedia dell’arte νευραλγική θέση στο σκηνικό του εγχείρημα.
Ακολούθως, θα υμνήσει τους ονομαστούς ηθοποιούς της commedia del’arte που είναι θαυμαστοί στο δυτικό θέατρο για τις ανυπέρβλητες καλλιτεχνικές τους ικανότητες, καθώς και την αντοχή, την αφοσίωση, τη γενναιότητά τους και ταυτόχρονα επειδή ταυτίζονται με την πρώτη οργανωμένη επαγγελματική έκφανση της συντεχνίας τους.
Και, τέλος θα δημιουργήσει ένα ευφρόσυνο, όσο και ιδιότυπο θέατρο εν θεάτρω, όπου οι εμβληματικοί ηθοποιοί της ομάδας του (Μαρία Σαββίδου, Βασίλης Ανδρέου και Άρης Τρουπάκης) θα υποδυθούν τις εμβληματικές μάσκες της αυτοσχέδιας κωμωδίας (Τρουφαλδίνο, Ταρτάλια, Πανταλόνε) και που αυτοί -ως είθισται -θα υποδυθούν αξιωματούχους του παλατιού στα ανάκτορα της Κίνας.
Θα καταστήσει τους ηθοποιούς-συνοδοιπόρους της ομάδας του, ως συνέχεια των πολυτάλαντων, ανθεκτικών, προγόνων της συντεχνίας των Υποκριτών της αυτοσχέδιας κωμωδίας, αποδίδοντάς τους σκηνικά εύσημα, τιμώντας τις ικανότητές τους. Απέναντί τους, θα αντιτάξει τις σχεδόν δαιμονιακές υποκριτικές ποιότητες του Νίκου Καρδώνη -αντίστοιχα εμβληματικού ηθοποιού από την ομάδα- στον οποίον θα αναθέσει, εκτός από τον ρόλο του Κινέζου αυτοκράτορα και τον μικρό ρόλο του Τιμούρ έκπτωτου Βασιλιά του Αστραχάν. Ρόλος καθοριστικός στην ύφανση της δραματουργίας του και των συνεκδοχών της, αφού παραπέμπει σκηνικά στον ρόλο του Χαμ από το «Τέλος του Παιχνιδιού» του Μπέκετ.
Τυφλός και αυτός, όπως ο Χαμ. Στη θέση του αναπηρικού αμαξιδίου του μπεκετικού ήρωα, θα τον κουβαλάει στην πλάτη του ο Βαρούχ, ως άλλος Κλοβ, υπηρέτης του Χαμ. Και τον μπεκετικό εγκλωβισμό στο κλειστοφοβικό δωμάτιο, θα τον αποδώσει κλείνοντάς τους στο διάφανο κουτί-φυλακή που έχει φιλοτεχνήσει η Ελένη Μανωλοπούλου. Ο Τιμούρ, όπως και ο Χαμ είναι αυταρχικός και εγωιστής από την εξουσία, τον πλούτο και τη δύναμη που πλέον έχει απολέσει. Σύνδεση ασυνήθιστη αλλά απολύτως εύστοχη δραματουργικά αφού, όπως θα υποστηρίξει η Edith Kern ότι μπορεί κάποιος «να δει το θέατρο του Μπέκετ -και ιδίως “το τέλος του παιχνιδιού” ως μέρος της παράδοσης της Commedia dell’Arte».
Πάνω σε αυτό το εμπνευσμένο δραματουργικό υπόβαθρο που αποτελεί δική του έμπνευση, ο Στάθης Λιβαθινός θα συνθέσει ένα εκλεπτυσμένο παραστασιακό καμβά. Θα απαλλάξει το έργο από την πομπώδη σκηνική μεγαλοστομία που του επέβαλλε η επίκτητη μπαρόκ ενδυμασία του εξαιτίας της οπερατικής προβεβλημένης εκδοχής του. Και θα αποκαλύψει αλώβητη και πάμφωτη τη ροκοκό αισθητική του πρωτογενούς υλικού: αιθέριες, λεπτές, χαριτωμένες σκηνικές εκφάνσεις. Αίσθηση παιγνιώδους ερωτοτροπίας. Διάσπαρτο φως. Έντονος εξωτισμός. Λεπταίσθητες και λεπτοδουλεμένες σκηνικές εκφάνσεις.
Συντελεστές
Σκηνικά – Κοστούμια: Πιστοί στο εύστοχο σκηνοθετικό όραμα η Ελένη Μανωλοπούλου (σκηνικά-κοστούμια) και ο Αλέκος Αναστασίου (φωτισμοί) θα δημιουργήσουν ένα έξοχο, λιτό, υπαινικτικό σκηνικό σύμπαν το οποίο περισσότερο παραπέμπει σε εγγενή στοιχεία του έργου (ροκοκό, εξωτισμός κ.λ.π) παρά τα αναπαριστά. Έξοχο σκηνικό σημείο αναφοράς η διάφανη προθήκη-εθελούσια φυλακή της Τουραντό.
Η ευφρόσυνη μουσική του Μιχάλη Κωτσόγιαννη (ο οποίος παίζει και μουσική επί σκηνής) ενισχύει εύστοχα τη σκηνοθετική γραμμή-ύμνο στην τέχνη του θεάτρου.
Ειδική μνεία στον Κωνσταντίνο Κολιούση (σχεδιασμός κομμώσεων – περούκες) και στην Olga Faleichyk (σχεδιασμός μακιγιάζ) η συνεισφορά τους στο σκηνικό αποτέλεσμα είναι και ουσιαστική και συγκινητική.
Ερμηνείες
Οι ερμηνευτικές καταθέσεις των Ειρήνης Λαφαζάνη (Ζελίμα, σκλάβα της Τουραντό) και Βαλέριας Δημητριάδου, (Αδέλμα, έκπτωτη πριγκίπισσα, σκλάβα της Τουραντό ερωτευμένη με τον Καλάφ) άχρωμες και χωρίς προσωπικό στίγμα, εξαντλούνται σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να ακολουθήσουν τον ρυθμό της παράστασης.
Ο Φοίβος Μαρκιανός (υπηρέτης του έκπτωτου πρίγκιπα) αναλώνεται σε μια εξωτερική ερμηνεία.
Ο Ταρτάλια του Βασίλη Ανδρέου, ο Πανταλόνε του Άρη Τρουπάκη (που έχουν ενσωματώσει και το δραματουργικό υλικό του Μπριγκέλλα) και ο Τρουφαλδίνο της Μαρίας Σαββίδου είναι έξοχοι. Η σκηνική τους συνύπαρξη είναι απολαυστική. Ο τρόπος που ο ένας διεισδύει στο υποκριτικό ιδίωμα του συμπαίχτη του είναι εντυπωσιακός.
Ο Νίκος Καρδώνης, ο χαρισματικός αυτός ηθοποιός, είναι απολαυστικός στον ρόλο του Κινέζου Αυτοκράτορα. Ρυθμός, σκηνικό χιούμορ, ευθύβολη ερμηνεία. Και, έξοχα συμβολικός στον ρόλο του Τιμούρ.
Μια μεστή, γενναιόδωρη, διαυγή υποκριτική κατάθεση μας επιφυλάσσει ο Βασίλης Ζαφειρόπουλος στον ρόλο του έκπτωτου πρίγκηπα Καλάφ. Ο ξένος, ο εκδιωχθείς, ο πλάνητας, ο ηττημένος, αποδεικνύεται ένας ακλόνητος πόλος υψηλής ηθικής υπόστασης και φορέας ενός ανόθευτου αισθήματος και μιας άτρωτης πίστης στην Αγάπη που καμία βία ή απειλή δεν μπορεί να αναχαιτίσει. Καμιά άρνηση δεν μπορεί να κλονίσει. Αυτός, ο άπατρις, ο ξεριζωμένος είναι λιγότερο εξόριστος και εκδιωχθείς από ότι η βίαιη, μοναχική, οργισμένη πριγκίπισσα.
Ο ανατρεπτικός και ευφάνταστος τρόπος που ο σκηνοθέτης δίδαξε τον ρόλο της Τουραντό στη νέα ηθοποιό Πολυξένη Παπακωνσταντίνου -η οποία ανταποκρίθηκε θαυμάσια- είναι ίσως από τα πιο ενδιαφέροντα και ξεχωριστά στοιχεία του παραστασιακού εγχειρήματος. Θα δημιουργήσει ένα παράξενο, εξωανθρώπινο πλάσμα, μοναχικό και αποσυνάγωγο που η σφοδρότητα των πράξεών της δεν πηγάζει τόσο από σκληρότητα, αλλά από φόβο. Τον φόβο της σύνδεσης με το Άλλο. Τον φόβο της ματαίωσης των συναισθημάτων της. Το εύρημα της «ελεύθερης» Τουραντό που αυτοεγκλωβίζεται στη διάφανη φυλακή της-προθήκη όπου γίνεται αντικείμενο παρατήρησης του έξω κόσμου πλάσματος και που απελευθερώνεται μόνο όταν αγαπήσει, είναι από τα πιο συγκινητικά του έργου. Υπέροχο εύρημα επίσης η μεταστροφή της. Όπου από ένα σημείο σταματά να αναζητά το όνομα του ξένου πρίγκηπα που την αγαπά για να τον νικήσει, αλλά για να μάθει ποιος την αγαπά, ταυτίζοντας το όνομά του με τον έρωτα και όχι με τη νίκη.
…Συνοψίζοντας
Μια ευφρόσυνη, λεπταίσθητη, δουλεμένη στην κάθε της λεπτομέρεια σκηνική δημιουργία. Ένας ύμνος στην τέχνη του θεάτρου και σε όσους σχετίζονται με αυτήν. Ατμόσφαιρα παραμυθιού, τρυφερό χιούμορ, σκηνική γλυκύτητα αλλά και ένας έξοχα εμπνευσμένος δραματουργικός καμβάς. Μια παράσταση που το δομικό της ιδίωμα ακουμπά στην commedia dell’ arte.
Η σκηνική χρήση του αλλόκοτου, του παράδοξου αλλά και του σαγηνευτικού και μιας ιδιότυπης φαντασίας που κρύβει μεταφυσικές προεκτάσεις, όπως και η υπερβατική τρυφερότητά του δημιουργούν ένα συναρπαστικό σκηνικό αφήγημα. Το λεπταίσθητο κωμικό ιδίωμα, η διάχυτη υφέρπουσα απειλή, η διεισδυτική ματιά που καλύπτεται από το πέπλο του μύθου, και ο γοητευτικός εξωτισμός του, το καθιστούν ένα έξοχο σκηνικό ποιητικό γεγονός.
Info παράστασης:
ΤΟΥΡΑΝΤΟ – η γυναίκα που μισούσε τους άντρες | Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας







