Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν – ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε. […]
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν·
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

Ο Χαρταετός του Οδυσσέα Ελύτη

 

Μετά τους Ναυαγούς (2021/22), την πρώτη παραστασιακή απόπειρα που η Ηρώ Μπέζου υπέγραψε ως συγγραφέας και σκηνοθέτις (μαζί με τον Γ. Παπαδόπουλο) επανέρχεται εκ νέου στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης με τη νέα της παραστασιακή δημιουργία με τίτλο «Το Τέρας», όπου και πάλι έχει τόσο τη συγγραφική όσο και σκηνοθετική ευθύνη.

Σε μια μικρή πόλη έχει τρεις ημέρες να ξημερώσει μετά από ένα αποτρόπαιο γεγονός. Η πραγματικότητα όπως την γνώριζαν οι κάτοικοί της έχει διαρραγεί ανεπίστρεπτα. Βρισκόμαστε στο δάσος όπου δύο παιδικές φίλες αναζητούν την κοινή τους φίλη που έχει εξαφανιστεί μετά τα φρικιαστικά γεγονότα. Γεγονότα που η ίδια έχει προκαλέσει. Μια γυναίκα που σε όλη της τη ζωή υπήρξε καλή, ήσυχη και πειθήνια. Και που ξαφνικά υπόκειται σε μια ακούσια μεταμορφωτική διαδικασία αδιανόητης ισχύος που προκαλεί αποτροπιασμό αλλά ταυτόχρονα και έκπληξη, θαυμασμό και λύπη στα προσφιλή της πρόσωπα (έχει προστεθεί και ο αδερφός της σε αυτούς που την αναζητούν). Αν και οι γονείς της υπό το βάρος της κατακραυγής έχουν φύγει από την πόλη και έχουν εγκαταλείψει την κόρη τους στην τύχη της, οι φίλες της και ο αδερφός της παρά τον τρόμο τους δεν παύουν να αισθάνονται για αυτήν τρυφερότητα και αγάπη. Μπροστά στα μάτια τους, σαν αποκύημα της φαντασίας τους, θα αποκαλυφθεί με την τερατώδη της μορφή που όμως θα είναι πιο ανθρώπινη, πιο ελεύθερη, πιο συνειδητοποιημένη, εγγύτερα στον βαθύτερο, αόρατο μέχρι τώρα εαυτό της. Η Αυγή θα αρχίσει να αχνοφαίνεται μετά από τρεις αξημέρωτες νύχτες. Η τερατοειδής μεταμόρφωση θα ξεθεμελιώσει οδυνηρά τους παλιούς όρους ζωής και θα οδηγήσει σε μια οδυνηρή αλλά αναγεννητική διαδικασία.

Η Ηρώ Μπέζου θα αναφέρει μεταξύ άλλων στο σκηνοθετικό της σημείωμα: «”Το τέρας” διαδραματίζεται σε μια μικρή πόλη που κανείς δεν γνωρίζει και σε μια εποχή που δεν μας αφορά. Θα τολμούσα να το ονομάσω “σουρεαλιστικό” γιατί αυτό με αποδεσμεύει από την ανάγκη εκλογίκευσης των στοιχείων του».

Το θεματικό μοτίβο του τερατώδους και η «λειτουργία των τερατωδών μορφών» (*) είναι συνηθισμένες και προσφιλείς σε κάθε έκφραση και έκφανση του παλίμψηστου του ανθρώπινου πολιτισμού:

«Τα τέρατα υπήρξαν ανέκαθεν ένα σημαντικό κομμάτι της κουλτούρας κάθε λαού και αποτελούσαν κάποιο σύμβολο ή ένδειξη για ένα σπουδαίο γεγονός. Οι αρχαίοι Έλληνες κάθε αφύσικο ον το αποκαλούσαν τέρας και θεωρούσαν ότι αποτελεί προειδοποίηση ή οιωνό, οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν τον όρο monstra για να δηλώσουν τα θεϊκά σημάδια, στο Μεσαίωνα η χριστιανική θρησκεία συνέδεσε τα τέρατα με το θεϊκό στοιχείο και αργότερα ο όρος απέκτησε κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις. Η τέχνη ανά τους αιώνες συχνά απεικονίζει τερατώδεις φιγούρες που, πέρα από την τρομακτική τους όψη, εκφράζουν κάτι βαθύτερο για την εποχή τους», θα υποστηρίξει η Τάνια Νεοφύτου στην εξαιρετική διατριβή της «Το τερατώδες στην ευρωπαϊκή δραματουργία του 20ού αιώνα».

 


Κείμενο – σκηνοθεσία


«Η αφετηρία είναι τα προσωπικά βιώματα», θα πει η σκηνοθέτις, «με την έννοια ότι ξεκίνησε από μια ανάγκη δική μου να ξορκίσω κάποια πράγματα που συνέβαιναν ή κάποια πράγματα που ένιωθα, αλλά δεν αναπαριστά γεγονότα πραγματικά. Έχει έναν συμβολικό χαρακτήρα. Μου είναι λίγο δύσκολο να μιλάω για αυτό, γιατί δεν ξέρω ακριβώς πώς να το ορίσω, επειδή έχει κάτι που θα μπορούσες να το πεις σουρεαλιστικό. Είναι ένα παραμύθι. Κι ενώ έχει μια σκοτεινιά, η δική μου πρόθεση είναι να έχει και μια αχτίδα φωτός, γιατί αλλιώς δεν θα είχε και κανένα νόημα για μένα να αφηγηθώ αυτήν την ιστορία. Έχει αρκετό χιούμορ, γιατί έτσι κι αλλιώς ένα παραμύθι και κάτι που μπαίνει σε κάτι πιο ασυνείδητο, είναι αστείο να το βλέπεις από μια απόσταση. Και η διαδικασία δουλειάς με τους ανθρώπους τώρα είναι πολύ αποκαλυπτική» (ΜΑΡΙΑ ΜΟΥΡΕΛΑΤΟΥ 12.4.25, Το Βήμα).

Πραγματικά, η κειμενική κατάθεση της Ηρώς Μπέζου αποπειράται να ενδυθεί τα χαρακτηριστικά του παραμυθιού. Όχι ιδιαίτερα εύστοχα αφού το παραμύθι προέρχεται από τα σκοτεινά και αρχέγονα έγκατα του Μύθου. Καταγωγική αφετηρία απλησίαστη που η γραφή της συγγραφέως δεν καταφέρνει να αγγίξει. Διαφαίνεται, επίσης, μια προσπάθεια απλουστευτικής ενσωμάτωσης στοιχείων που σχετίζονται αφενός με την έννοια του «ανοίκειου» όπως αναλύεται από τον Freud, ιδίως σε μια από τις εκφάνσεις του, όπου το γνωστό και οικείο λαμβάνει μια άγνωστη ως τώρα ανοίκεια μορφή που ταυτίζεται με το άγνωστο, το ανοίκειο και ταυτόχρονα, δυσοίωνο, φρικτό και τρομακτικό: «Το ανοίκειο είναι εκείνο το είδος του τρομακτικού το οποίο ανάγεται σε κάτι που ήταν κάποτε πολύ γνωστό και για πολύ καιρό οικείο.», έχει σημειώσει ο Freud.

«Το ανοίκειο συνδέεται με την επιστροφή από το ασυνείδητο παλιών σκέψεων και συναισθημάτων, κάποτε οικείων, που απωθήθηκαν, διαψεύστηκαν και είναι απρόσιτα από την συνείδηση. Συνδέονται με παιδικά συμπλέγματα ή τραυματικές καταστάσεις που ο ψυχισμός έχει εξορίσει σε περιοχές απρόσιτες. Είναι σαν ξαφνικά να εμφανίζεται ένας άλλος εαυτός μας, το διπλό μας, ο σωσίας μας, τον οποίον είχαμε ξεχάσει, αγνοούσαμε πια την ύπαρξη του και ο οποίος όταν, απρόσκλητος, “άγνωστος” επανέρχεται, μας τρομάζει.», έχει γράψει ο ψυχίατρος Σάββας Σαββόπουλος.

Και αφετέρου, με τη «Μεταμόρφωση» του Κάφκα, κυρίως στην ταύτιση της υψηλής ηθικής ποιότητας των δύο χαρακτήρων των τερατοειδών πλασμάτων που στραγγαλίζονται ψυχικά σε μια οικογένεια της «οποίας κουβαλούν το βάρος» και από την οποία εγκαταλείπονται ανελέητα: «Ο Samsa, που έχουμε κάθε λόγο να εκτιμούμε πως αποτελεί το πιο ευγενικό και εκλεπτυσμένο μέλος της οικογένειάς του, αλλά και του περίγυρού του που παρουσιάζεται στη διήγηση, τελικά δε θα αποφύγει να έρθει σε ρήξη με όλους αυτούς τους ανθρώπους, και να γίνει αντιληπτός ως κάτι απόκληρο και περίεργο, μια χαμένη υπόθεση». (Συμβολισμοί στη Μεταμόρφωση του Franz Kafka Κ.Χαλκόπουλος 20/08/2014, Fractal).

 

 

Η Ηρώ Μπέζου θα προτείνει παραστασιακά μια ανατροπή του καφκικού τέλους καθώς η τερατοειδής μεταμόρφωση δεν καταστρέφει «το τέρας» όπως το καφκικό έργο αλλά το αναγεννά. Παρά το ατελέσφορο του παραστασιακού εγχειρήματος, και με το ελαφρυντικό ότι η λογοτεχνία του τερατώδους είναι μια απαιτητική και δύσκολη λογοτεχνική κατηγορία, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η σκηνοθέτις αποπειράται μια από ψυχής, έντιμων και ειλικρινών προθέσεων κειμενική και παραστασιακή κατάθεση. Η σκηνική της προσπάθεια δεν μπορεί παρά να γίνει σεβαστή. Αυτό όμως δεν αναιρεί μια σωρεία κειμενικών, δραματουργικών αλλά και σκηνοθετικών αδυναμιών που καθιστούν την παράσταση ένα εσωστρεφές, κλειστό κύκλωμα που αδυνατεί να συνδεθεί με τους θεατές και παραμένει ερμητικά κλειστό, χωρίς ροή διασύνδεσης και διαύλους επικοινωνίας με τους φυσικούς του αποδέκτες που είναι το κοινό.

 

 

Οι συντελεστές


Οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου και η μουσική του Φάνη Ζαχόπουλου επιβαρύνουν τη δυσκολία σύνδεσης των θεατών με το θέαμα. Το βαθύ σκότος των φωτισμών δεν ενισχύει την ατμόσφαιρα του τερατώδους αλλά σχεδόν εμποδίζει να έχουν οι θεατές εικόνα των μορφών των ηθοποιών. Συνθήκη θέασης αποθαρρυντική και κουραστική.

Η ζωντανή μουσική επί σκηνής σχεδόν καλύπτει τις φωνές των ηθοποιών και συχνά με τους διαπεραστικούς της ήχους αποπροσανατολίζει και αποσυντονίζει. Η ζωντανή παρουσία του μουσικού Γιώργου Σταυρίδη φοβάμαι ότι δεν έχει καίρια συνεισφορά στο σκηνικό συμβάν.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ιωάννα Πλέσσα είναι ανέμπνευστα και χωρίς χαρακτήρα. Η δε μεταμόρφωση «του τέρατος» εξόφθαλμα επιφανειακή.

Οι τρεις βασικοί συντελεστές της παράστασης, με το ηχητικό και εικαστικό σύμπαν που δημιουργούν, επιτείνουν την έλλειψη σύνδεσης θεάματος με τους θεατές και συντελούν καθοριστικά στο ατελέσφορο του παραστασιακού εγχειρήματος.

 

 

Οι ερμηνείες


Οι ηθοποιοί του παραστασιακού εγχειρήματος δείχνουν βαθιά πίστη στην σκηνοθέτη τους καθώς και στο κοινό τους σκηνικό εγχείρημα. Ο Γιάννης Παπαδόπουλος επιδεικνύει μέτρο, απλότητα, χιούμορ και τρυφερότητα στην υποκριτική του κατάθεση ως αδερφός του «τέρατος».

Η Κατερίνα Νταλιάνη ως φίλη που έχει το απόθεμα αγάπης και θάρρους, ώστε να αναζητήσει «το τέρας», ελπίζοντας στην επιστροφή στην προτεραία κατάσταση, και τελικά χάνει τη ζωή της, επιλέγει μια υποκριτική γραμμή που περικλείει χιούμορ, παιδική αμεσότητα και ελαφράδα. Είναι εύστοχη και ευθύβολη. Υπερισχύει όμως η εξωστρέφεια έναντι του βάθους.

Η Στέλλα Βογιατζάκη στον ρόλο της δεύτερης φίλης του «τέρατος» μας αποκαλύπτει μεγαλύτερο εύρος ρεαλιστικής βιογραφίας με διάφορες πληροφορίες για την πραγματική ζωή (ότι ετοιμάζεται να παντρευτεί, ότι υπέβοσκε μια ερωτική έλξη με τον αδερφό του «τέρατος», ότι έχει έναν σκύλο που τον αγαπά πολύ, τις γλάστρες και τα λουλούδια της που εκείνος τα καταστρέφει κλπ) ζωής που όμως συμπλέκεται με την υπερβατική εμπειρία. Στην υποκριτική της κατάθεση υποκύπτει σε πεπαλαιωμένες και μονοσήμαντες υποκριτικές ποιότητες που αφαιμάζουν τις δυναμικές του ρόλου.

Η Δήμητρα Βλαγκοπούλου στον ρόλο της Μαρίας (το «τέρας») παρά τα ελλείμματα της κειμενικής ύλης, παρά τις γενικές παραστασιακές αδυναμίες δημιουργεί μια συγκινητική διαρκή μεταμορφωτική ερμηνευτική διαδικασία, σωματική, ψυχική, πνευματική, συναισθηματική μέχρι που στη σκηνή δεν απομένει τίποτα άλλο παρά μόνο ένα Φως. Μια υποκριτική κατάθεση υψηλής εμβέλειας.

 

 

…Συνοψίζοντας


Μια σκηνικά ατελέσφορη εξαιτίας των κειμενικών, σκηνοθετικών και σκηνικών αδυναμιών παραστασιακή απόπειρα παρά τις ειλικρινείς προθέσεις και τη γνήσια, συγκινητική ευαισθησία της δημιουργού Ηρώς Μπέζου που όμως φωτίζεται από την εξαιρετική ερμηνευτική ποιότητα της Δήμητρας Βλαγκοπούλου.


(*) από τη διατριβή της Τ. Νεοφύτου «Το τερατώδες στην ευρωπαϊκή δραματουργία του 20ού αιώνα»

 

 

 

Info παράστασης: