Στον απόηχο μιας σεζόν που τη διένυσε ως Στέλλα Κοβάλσκι, την οποία αγάπησε σε αυτή την τρελή κούρσα του «Λεωφορείου ο Πόθος», όπως λέει, σφραγίζοντας τη δεύτερη συνεργασία της με τον Δημήτρη Καραντζά σε κλασικό έργο, η Δήμητρα Βλαγκοπούλου πιάνει στα χέρια της το νέο κείμενο της Ηρώς Μπέζου, «Το τέρας» με φροντίδα τέτοια σαν να κρατά κάτι εξαιρετικά πολύτιμο και με συγκίνηση που συναντά την ψυχή της μαζί με τον δικό της πυρήνα.
Κάπως έτσι ξετυλίγεται μια υπαρξιακή συζήτηση για τέρατα, με εισαγωγικά ή χωρίς, μέσα μας αλλά και γύρω μας. Είναι τόσο άσχημα και τρομακτικά όπως μάθαμε από παιδιά να πιστεύουμε; Τι τα τρέφει; Πώς ζούμε μαζί τους τελικά;
Μιλώντας για το «τέρας» μέσα της, που κοίταξε κατάματα, τη μεταμόρφωση που ένιωσε στον απολογισμό, αλλά και το «πρόσωπό» του στην κοινωνία του τώρα, τους φόβους και τις ενοχές, η Δήμητρα Βλαγκοπούλου επιλέγει τον δρόμο της τέχνης για την καταλυτική της δράση της στη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του και τον κόσμο, συνειδητοποιώντας πως για εκείνη: «Στους ανθρώπους γυρνάει και ο φόβος και η μεγαλύτερη πηγή χαράς».
«Το τέρας» της Ηρώς Μπέζου
Από την πρώτη φορά που το διάβασα, μου έδωσε την αίσθηση που έχεις όταν μιλάς για ένα πολύ έντονο, σημαδιακό όνειρο ή μια ανάμνηση από κάτι που έχουμε ζήσει. Ο τρόπος που το περιγράφουμε πολλές φορές μπορεί να έχει στοιχεία που φαινομενικά είναι ασύνδετα ή κάποια μη λογικά, δίπλα σε άλλα πολύ κανονικά και ρεαλιστικά και ταυτόχρονα όλα αυτά ουσιαστικά αφηγούνται κάτι φοβερά αληθινό και προσωπικό.
Πρόκειται για την ιστορία μιας γυναίκας, για μια μεταμόρφωση που της συμβαίνει και είναι σαν αυτή η μεταμόρφωση να την οδηγεί σε μια πολύ μεγάλη απελευθέρωση, σε έναν νέο εαυτό, σαν να έρχεται ένα πολύ κομβικό γεγονός στη ζωή και αυτή η εσωτερική μεταμόρφωση συμβαίνει καθολικά και σου αλλάζει όλη την ύπαρξη, όλο τον κόσμο που σε περιβάλλει, σαν να τον βλέπεις πια με άλλα μάτια. Αυτή η διαδικασία σχετίζεται με ένα σκοτεινό κομμάτι που έχει ο καθένας, που μεγαλώνει μαζί με εσένα, ξεκινάει να διαμορφώνεται μέσα σου όταν είσαι ακόμα παιδί ίσως από όλα αυτά τα πρέπει, τα μη, τα όχι, μπαίνει μέσα σου και διαπερνάει όλες σου τις σχέσεις, τις σημαντικότερες, τις οικογενειακές, τις φιλικές, τις προσωπικές. Σηκώνει πολλά από τα βάρη σου, όμως είναι και το πιο βαθιά καταπιεσμένο και υπάρχει αυτή η στιγμή που στον καθένα μπορεί να είναι μια άλλη στιγμή στη διαδρομή του και μπορεί να συμβεί πάνω από μία φορές στη ζωή, να αρχίσει να ξαναγεννιέται κάποτε κάτω από άλλες περιστάσεις αλλά είναι ανάγκη να βγει στο φως και να απελευθερωθεί, να λυτρωθεί και να λυτρώσει και εσένα. Μια τέτοια στιγμή είναι σαν κι αυτές που ξανακοιτάς τον εαυτό σου πολύ αληθινά, το αναγνωρίζεις σαν κομμάτι σου και σταδιακά το αποδέχεσαι και πρέπει να το αποχωριστείς, το οποίο ταυτόχρονα μπορεί να είναι πολύ επώδυνο, μπορεί όμως να είναι και φοβερά απελευθερωτικό, γιατί έτσι μπορείς πια να προχωρήσεις ξανά ολόκληρος προς τα εμπρός.
Είναι σαν να απαιτεί μία εγκάρσια τομή. Αυτό που παρακολουθούμε μέσα σε αυτή την ιστορία δεν έχει ακριβώς μία γραμμικότητα γι’ αυτό θυμίζει όνειρο και τα στάδια αυτής της μεταμόρφωσης εμφανίζονται σε διάφορες εκφάνσεις της ζωής αυτού του προσώπου.
Η ιστορία ξεκινά ύστερα από τρεις ημέρες που ήταν νύχτα. Ο τόπος είναι συγκεκριμένος και είναι πια κατεστραμμένος, καμένος. Υποδηλώνει ότι υπάρχει μια απώλεια ζωής γύρω από αυτό το πρόσωπο γιατί προφανώς κάθε μεταμόρφωση έχει απώλεια. Στην πραγματικότητα όμως μια καμένη γη κάποια στιγμή και κάτω από συνθήκες θα υποστεί ξανά πιθανότατα μία μεταμόρφωση, μια αναγέννηση. Είναι αναπόφευκτο στάδιο. Παράλληλα υπάρχει και ένα ηχητικό περιβάλλον, το οποίο και αυτό τροφοδοτεί την αφήγηση και όλο αυτό το ονειρικό. Είναι κι αυτός ένας παρτενέρ, βοηθάει πολύ στο να ανασυρθούν τα πράγματα.
Επίσης υπάρχουν χαρακτήρες που συναντά αυτή η γυναίκα στη διαδρομή της, μαζί και μέσα από αυτούς ουσιαστικά συμβαίνει η δική της απελευθέρωση. Είναι πρόσωπα πολύ στενά συνδεδεμένα με τη Μαρία, την ηρωίδα, που την γνωρίζουν από τότε που ήταν παιδί, που καθόρισαν τη ζωή και τις μνήμες της. Τα πρόσωπα καθρεφτίζουν πολλές πτυχές, όλες αναγνωρίσιμες, που είναι σαν να κολυμπάς από τη μία στην άλλη και να αντιλαμβάνεσαι απόλυτα τις συνδέσεις που ταυτόχρονα υπάρχουν. Από τις ανθρώπινες σχέσεις άλλωστε διαμορφωνόμαστε και αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και τον εαυτό μας.
Με την Ηρώ παρόλο που έχουμε δουλέψει μαζί ως ηθοποιοί στο παρελθόν, τώρα είναι η πρώτη φορά σε δικό της κείμενο που το σκηνοθετεί η ίδια. Αισθάνθηκα κάτι διαφορετικό σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη συνεργασία. Επειδή το έργο αυτό το έχει γράψει και μας καθοδηγεί σ’ αυτό, νιώθω ότι έχω στα χέρια μου κάτι ξεχωριστά πολύτιμο και με τιμά πάρα πολύ που μου εμπιστεύεται κάτι τέτοιο. Αισθάνομαι ότι η φροντίδα που δείχνουμε όλοι προς αυτό, έχει μια άλλη ποιότητα. Οτιδήποτε δηλαδή δουλεύουμε συναντάμε την ίδια και είναι πάρα πολύ συγκινητικό. Έτσι γίνεται κάπως και για μένα πιο προσωπικό, το να συνδεθώ με αυτό ακόμα πιο προσεκτικά και λεπτά.
Το «τέρας» μέσα ΜΑΣ
Όλοι μας συχνά αυτό το κομμάτι της αλήθειας μας που μας φαίνεται άσχημο και σκοτεινό, μπορεί να το αισθανόμαστε σαν ένα τέρας. Όμως καταλαβαίνω ότι αυτή η αλήθεια ποτέ δεν μπορεί να είναι πραγματικά άσχημη. Νομίζω κρύβει όλη την ενοχή μας απέναντι σε αυτά τα κομμάτια μας, τα οποία όμως συνήθως τα βλέπουμε και τα βαφτίζουμε «τέρας», επειδή ακριβώς μας δυσκολεύουν και δεν μπορούμε να τα αποδεχτούμε. Παύουν να είναι τέρας, όταν τα αγκαλιάσουμε, τα συγχωρήσουμε, καταφέρουμε και τα αποδεσμεύσουμε, καταλάβουμε ότι ίσως δεν τα χρειαζόμαστε.
Για μένα είναι φοβερά παρήγορο και μέσα από το κείμενο της Ηρώς, ότι αυτά τα κομμάτια στη διάρκεια της ζωής μας και της πορείας μας και όσο προφανώς μας απασχολούν, μας αφορούν και ωριμάζουμε κι από την ίδια τη ζωή, μπορούμε να τα φροντίσουμε. Κάπως γίνεται και με αγάπη αυτό δηλαδή. Αυτή η μεταμόρφωση έχει και κάτι φοβερά φροντιστικό προς αυτό το τερατώδες κομμάτι.
Κάθε καινούργιο βίωμα επιδρά πάνω σε αυτό και το μεγαλώνει, το κρατά ζωντανό και ό,τι προστίθεται τρέφει αυτό το «τέρας». Ταυτόχρονα όμως μέσα σ’ αυτό υπάρχουν πάντα και κομμάτια που αγαπάμε, γι’ αυτό είναι δύσκολο να τα αντικρίσουμε, γιατί έχουμε συμπορευτεί μαζί τους πιθανότατα μια ζωή ή αγγίζει πολύ βαθιά πράγματα. Κάποιες εκφάνσεις του κοινωνικά μπορεί να μην είναι αποδεκτές ή μπορεί να είναι αποδεκτές αλλά θα στεναχωρήσουν, θα στοιχίσουν σε άλλους, θα πονέσουν ανθρώπους. Δηλαδή αυτό το τέρας πολλές φορές δεν το απελευθερώνουμε, δεν το αφήνουμε να αναπνεύσει και από την πολλή καταστολή, όταν πάρει αυτή την ανάσα σαν κομμάτι μέσα μας, αυτό μπορεί να έχει μεγάλο κόστος, μεγάλη ρήξη, μπορεί να έχει φοβερή απώλεια, να καταστραφεί ο κόσμος γύρω σου. Ουσιαστικά αυτό που συμβαίνει περνάει μέσα από καταστροφή και νομίζω αυτό είναι που πάντοτε μας κάνει να αναβάλλουμε, να μην το βλέπουμε, να θέλουμε να το απαρνηθούμε. Ο φόβος, η ενοχή. Και έχει να κάνει σίγουρα και με το ότι δεν συγχωρούμε τον εαυτό μας. Πέρα από την οποιαδήποτε καταπίεση κοινωνικά, νομίζω ότι το πιο μεγάλο βάρος είναι από εμάς τους ίδιους.
Το «τέρας» ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Το μεγαλύτερο «τέρας» αυτή τη στιγμή στην κοινωνία είναι το τέρας του καπιταλισμού, που τα ισοπεδώνει όλα, που μεγαλώνει μέρα με τη μέρα σαν να έχει πολλά κεφάλια. Αν το έφτιαχνα στη φαντασία μου θα ήταν πραγματικά ένα τέρας που καταβροχθίζει τα πάντα, που τα πατάει όλα, που τα λιώνει όλα, που το φοβούνται όλοι, αλλά μόνο αν είσαι κάπως κοντά του μπορεί και να σωθείς. Στην πραγματικότητα όμως σίγουρα δεν γλιτώνεις από αυτό το τέρας. Είναι pure τέρας, δεν είναι όνειρο, είναι μόνο εφιάλτης. Αυτή είναι η διαφορά της ιστορίας. Γιατί με μερικούς δαίμονες μπορούμε ίσως κάτι να κάνουμε αν θέλουμε, αν λέμε έστω ότι μπορούμε να ορίσουμε κάπως τον εαυτό μας ως οντότητες.
Το «τέρας» μέσα ΤΗΣ
Για μένα όπως και για όλους τους ανθρώπους νομίζω ότι είναι ένα συνονθύλευμα πραγμάτων. Αισθάνομαι ότι έχω αποχαιρετήσει κάποιο «τέρας» στην πιο πρόσφατη ενήλικη ζωή μου και μέσα από τη δουλειά… Κάποια πράγματα κατάφερα και τα αναγνώρισα. Τα κοίταξα κατάματα, τα αποχαιρέτησα και προχωρώ χωρίς αυτά. Εκ των υστέρων κι όχι όταν γίνονταν τα πράγματα αλλά στην επεξεργασία που έκανα και τον δικό μου απολογισμό αντιλήφθηκα το μέγεθος και τη μεταμόρφωση που συνέβη. Υποσυνείδητα ήταν έτοιμα να συμβούν. Είναι αρκετά επώδυνη διαδικασία, αλλά νομίζω πάντοτε όταν το φαντάζεσαι, νιώθεις ότι αυτός ο πόνος είναι κάτι που δεν αντέχεις. Όπως όμως συναντάμε στο κείμενο της Ηρώς, είναι ένας τέτοιος πόνος που τον πόνο τελειώνει, βγαίνει στην αντίπερα όχθη.
Αισθάνομαι δυστυχώς με τα ερεθίσματα που υπάρχουν, ότι πάντοτε θέλω να είμαι σε μια επιφυλακή σε σχέση με το αν κοιτώ τον εαυτό μου καθαρά. Δηλαδή θεωρώ ότι είναι κάτι το οποίο δεν πρέπει να σταματήσω. Είναι αέναη διαδικασία και πιστεύω ότι μπορεί να συμβεί αρκετές φορές στη ζωή των ανθρώπων, αλλά κάθε φορά θα είναι και κάτι διαφορετικό ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρισκόμαστε. Είναι σαν ενηλικίωση με κάποιο τρόπο, είναι τόσο μεγάλη αποκάλυψη που την αισθάνεσαι, αποτελεί αναφορά. Νομίζω έχεις λιγότερο φόβο στο να παραμείνεις ανοιχτός σε αυτή τη σχέση με τον εαυτό σου βλέποντας ότι δεν χάνεις, δεν κινδυνεύεις στην πραγματικότητα από αυτή την αλήθεια όταν τη δεις, μόνο να κερδίσεις έχεις με το να αντικρίσεις τα πράγματα όπως είναι.
«Στους ανθρώπους γυρνάει και ο φόβος και η μεγαλύτερη πηγή χαράς»
Η απώλεια πάντα με τρομάζει. Η απώλεια ανθρώπων αλλά και σχέσεων, δηλαδή πέρα από το κακό ή την ασθένεια ή τον θάνατο προφανώς, μιλάω και για πράγματα στα οποία επενδύω, σε ανθρώπους που αγαπώ, θέλω να έχω κοντά μου, σχέσεις που θεωρώ πολύτιμες. Αυτό στη δική μου μικρή ζωή είναι ο μεγαλύτερος φόβος, γιατί καταλαβαίνω ότι είναι το σημαντικότερο που έχω κιόλας για να μπορώ να προχωρώ και να είμαι χαρούμενη. Στους ανθρώπους γυρνάει και ο φόβος και η μεγαλύτερη πηγή χαράς. Και τη δουλειά μου την αγαπώ πολύ, αλλά αν δεν ένιωθα ότι βρίσκομαι σε ένα περιβάλλον όπου οι άνθρωποι που πλαισιώνουν τη ζωή μου και είναι κοντά μου, αν ένιωθα μόνη μου μέσα στον κόσμο, δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να χαρώ τίποτα άλλο.
Στην πραγματικότητα εκεί έχω στρέψει και τη μεγαλύτερη προσοχή μου, με νοιάζει και πιο πολύ απ’ όλα. Οπότε, κατά μία έννοια φοβάμαι κάτι στο οποίο δείχνω τη μεγαλύτερη μου φροντίδα. Οπότε, εντάξει, μπορεί να πάνε καλά τα πράγματα έτσι… Μερικές φορές με τρομάζει ότι αλλάζουμε οι άνθρωποι, μπορεί να με τρομάζει και ο ίδιος μου εαυτός, ότι μπορεί να με αιφνιδιάσει κάτι, κάποιο «τέρας». Με φοβίζει το να σταματήσει το βλέμμα μου να είναι στραμμένο με καθαρότητα έξω από μένα, πέρα από τον εαυτό μου, θέλω να μην με χάσω μέσα στη ζωή, μέσα στα πράγματα, να μην αλλοτριωθώ, αλλά ταυτόχρονα να μην χάσω το γύρω, το πού βρίσκομαι. Όσο υπάρχει αυτή η ισορροπία, ίσως τότε μπορείς να βλέπεις καθαρά και τον εαυτό σου και τους άλλους. Αυτή η ισορροπία νιώθω ότι με γειώνει στην πραγματικότητα. Κοιτάζοντας βέβαια τη λέξη πραγματικότητα με μια πιο ευρεία αίσθηση που χωράει και τη φαντασία και το υπερβατικό, που και αυτά τα αντιλαμβάνομαι ως μέρος της πραγματικότητάς μας, που έχει σουρεαλιστικά στοιχεία ούτως ή άλλως, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί. Δηλαδή δεν μπορούμε να μην παραδεχτούμε ότι όπως έχουν φτάσει να είναι τα πράγματα υπάρχει πραγματικά σουρεαλισμός.
Εννοείται υπάρχουν και οι στιγμές που κοιτώντας γύρω σου λες ας μην κοιτάξω καλύτερα. Μπορεί να συμβεί και καθημερινά. Μπορεί κάτι να διαβάσεις, κάτι να δεις, κάτι να μάθεις. Είναι μέρος της καθημερινότητας που μπορεί να χρειαστεί να κλείσεις ξαφνικά τα μάτια σου και τα αυτιά σου για κάτι το οποίο σε σοκάρει, σου είναι πάρα πολύ δύσκολο να το συλλάβεις και αυτόματα ένα σύστημα προστασίας θα λειτουργήσει. Απλά νομίζω πρέπει να δίνουμε έναν συγκεκριμένο χρόνο σε αυτόν τον μηχανισμό προστασίας που καλώς υπάρχει, διότι νομίζω δεν θα μπορούσαμε να υπάρξουμε οι άνθρωποι, δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουμε να ζούμε αλλιώς. Είναι μια άμυνα από την οποία περνάμε καθημερινά, πρέπει να την υπερβούμε και να προχωρήσουμε μαζί με το καινούργιο που έχουμε μάθει. Είναι πάρα πολύ δύσκολο, αλλά πάντοτε θα υπάρξει και κάτι όμως που μπορεί να ακούσεις και να μάθεις όχι μόνο από τους άλλους και η δική σου η ζωή να στο δώσει, είναι αυτά τα μικρά θαύματα που συμβαίνουν δίπλα μας και κάπως ισοσταθμίζεται…
Η τέχνη που απαλύνει τον φόβο – «Ένας δρόμος και ένα καταφύγιο μαζί»
Θέλω να πιστεύω ότι δεν έχει να κάνει μόνο με τις δουλειές. Πιστεύω ότι ένας άνθρωπος που στρέφεται προς την τέχνη σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης, αλλά ακόμα και ένας θεατής της τέχνης, προφανώς κάτι τον απασχολεί, το οποίο είναι βαθύ, κάτι ψάχνει. Σίγουρα η επαφή με την τέχνη βοηθά αυτή τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του αλλά και με τον κόσμο. Είναι μια γέφυρα που είναι κάπως ασφαλής, δηλαδή μπορεί να είναι πολύ ψηλή και από κάτω γκρεμός, αλλά αν περάσεις από εκεί δεν θα θα πάθεις κάτι, ενώ έξω στον κόσμο μπορείς να πάθεις κάτι. Ό,τι και να σου γυρίσει πίσω, ό,τι και να σου καθρεφτίσει μέσα σου, δεν έχεις να το φοβάσαι, έχει κάτι παρηγορητικό αυτό. Μπορεί να πυροδοτήσει μεγάλο κομμάτι του εαυτού σου και να το φέρει στην επιφάνεια. Για μένα έχει υπάρξει καθοριστική στο να πυροδοτήσει σκέψεις, αλλαγές, μετακινήσεις, μετατοπίσεις. Ο τρόπος που γίνεται εν προκειμένω στη δική μας τέχνη, μέσα από το παιχνίδι, μέσα από τη δημιουργία, είναι ένας πολύ υγιής τρόπος για να συμβούν όλα αυτά και ο πιο σύμφυτος νομίζω με τον άνθρωπο που είναι φύσει ένα δημιουργικό ον. Είναι ένας δρόμος και ένα καταφύγιο μαζί.





