Η “ASTORIA“, η νέα μουσική παράσταση στο Θέατρο Παλλάς, μας μεταφέρει στη Νέα Υόρκη του Μεσοπολέμου, εκεί όπου οι Έλληνες μετανάστες του ’20 και του ’30 προσπαθούν να ριζώσουν, να αντέξουν, να υπάρξουν.

Όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης της Βασίλης Μαυρογεωργίου, «η “ASTORIA”, είτε ως τόπος είτε ως θέμα της παράστασης, λειτουργεί σαν ένα ζωντανό αρχείο μνήμης – όχι στατικό, αλλά διαρκώς εξελισσόμενο. Είναι σημείο αναφοράς της συλλογικής και της ατομικής μας ιστορίας. Είναι ανάμνηση και υπενθύμιση, τραγούδι και πόνος, χαρά αλλά και αναφορά σε όλα όσα αντέξαμε. Είναι οι κοινότητες που χτίστηκαν από το μηδέν, η αλληλεγγύη ανάμεσα σε αγνώστους που έγιναν οικογένεια. Και, πάνω απ’ όλα, είναι μια ιστορία επιβίωσης».

Στο κέντρο της, η Τασούλα: μια ηρωίδα που μεγαλώνει μέσα από απώλειες, που παλεύει να ανήκει, που βρίσκει στο τραγούδι έναν τρόπο να επιβιώσει. Τον ρόλο ερμηνεύει η Θεοδοσία Σαββάκη, σε διπλή διανομή με την Έβελυν Ασουάντ, σε μια συνθήκη που αναδεικνύει με τον πιο ενδιαφέροντα τρόπο τις διαφορετικές εσωτερικές διαδρομές της ίδιας ηρωίδας. Δεν είναι ποτέ μόνο προσωπική, αλλά βαθιά συνδεδεμένη με την ιστορία, την εκτόπιση και την ανάγκη για φωνή.

Μιλώντας με τη Θεοδοσία Σαββάκη, και παράλληλα με τον σκηνοθέτη της παράστασης Βασίλη Μαυρογεωργίου, η συζήτηση ξεφεύγει από τον ίδιο τον ρόλο και ανοίγει προς τη συλλογικότητα του θεάτρου, τη σπανιότητα τέτοιων μεγάλων παραγωγών σήμερα, αλλά και προς έναν κόσμο που συνεχίζει να μετακινείται, να εκτοπίζεται, να αγωνίζεται.

Η δική σου Τασούλα είναι τελικά μια ιστορία ενηλικίωσης ή μια ιστορία απώλειας;

Αισθάνομαι ότι είναι απολύτως αλληλένδετα – και χαίρομαι που στεκόμαστε σε αυτές τις δύο λέξεις. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που έχει βιώσει πολύ νωρίς τη φυσική απώλεια. Έχει χάσει τον πατέρα της σε ηλικία δέκα ετών, έχει χάσει τα αδέρφια της, και τώρα, σε δεύτερο χρόνο, καλείται να χάσει και τους τόπους. Να αποκοπεί από το περιβάλλον στο οποίο ζει. Να στερηθεί τη φύση που αγαπά. Να στερηθεί τη μητέρα της – να μην την ξαναδεί για δεκαετίες. Αυτό έχει μια τρομερή σκληρότητα. Και υπάρχει κι ένα νήμα που πηγαίνει πιο πίσω: οι γονείς της είναι Μικρασιάτες, άνθρωποι ήδη εκτοπισμένοι, που βρέθηκαν στον Πειραιά. Άρα η ιστορία της απώλειας δεν ξεκινά από εκείνη – την κουβαλά.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η Τασούλα αναπτύσσει μια τρομερή ικανότητα να αξιολογεί γρήγορα και να παίρνει αποφάσεις, ακόμη κι αν μοιάζουν σκληρές. Και μέσα από αυτές τις αποφάσεις καλείται να αποδεχτεί κι άλλες απώλειες – που πλέον προκύπτουν και από τις δικές της επιλογές. Και εκεί, νομίζω, γεννιέται η ενηλικίωση. Στην αποδοχή. Στην ευθύνη. Στο ότι κάποια στιγμή οι απώλειες δεν σου συμβαίνουν μόνο αλλά τις επιλέγεις κιόλας.

Από την πλευρά του σκηνοθέτη, η Τασούλα αποκτά μια ακόμη διάσταση. «Δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο· είναι ένα σύμβολο που συμπυκνώνει μια ολόκληρη εποχή», σημειώνει ο Μαυρογεωργίου. «Η Τασούλα δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο· είναι ένα “σύμβολο” που συμπυκνώνει μια ολόκληρη εποχή. Η ιστορία της δεν περιορίζεται ούτε στην επιβίωση ούτε στην απώλεια, είναι ένα πολυεπίπεδο αφήγημα μετάβασης. Εκπροσωπεί εκείνη τη γενιά που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το οικείο για το άγνωστο, να επαναπροσδιορίσει την έννοια του “ανήκειν” και να ξαναχτίσει τη ζωή αλλά και τον ίδιο της τον εαυτό από το τίποτα. Στην πορεία της διακρίνεται η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην ευαλωτότητα και τη δύναμη. Είναι τα κορίτσια που έφυγαν χωρίς επιλογή, που βρέθηκαν να διαπραγματεύονται τη μοίρα τους σ’ έναν κόσμο που δεν είχαν επιλέξει. Είναι όμως και οι άντρες της ίδιας ιστορίας, μια παράλληλη αφήγηση σιωπηλής θυσίας. Η Τασούλα είναι η απόδειξη ότι η ταυτότητα δεν είναι κάτι δεδομένο, αλλά κάτι που διαμορφώνεται μέσα από ρήξεις, μετακινήσεις και επαναπροσδιορισμούς.».

Η ιστορία αφορά τη μετανάστευση των Ελλήνων του ’20 και ’30. Ο κόσμος της ξενιτιάς και της μετανάστευσης σου είναι οικείος;

Νιώθω μια οικειότητα με την έννοια ότι αισθάνομαι πως οποιοσδήποτε μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να βρεθεί σε αυτή τη θέση. Ιδίως με όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στον κόσμο.

Έχω ένα έντονο αίσθημα αγωνίας, αλλά και αλληλεγγύης προς αυτούς τους ανθρώπους. Μου φαίνεται σαν θαύμα κάθε φορά που συναντώ κάποιον που μου λέει «ήρθα από τη Γάζα». Είναι σαν να έχω μπροστά μου ένα ζωντανό θαύμα. Συνδέομαι διαρκώς με ανθρώπους που έφτασαν εδώ εκτοπισμένοι. Και με βασανίζει η ανισότητα στην οποία υποβάλλονται σχεδόν αυτόματα.

Σε πιο προσωπικό επίπεδο, παρότι δεν είμαι ξενιτεμένη και έχω την ελευθερία να ζήσω όπου επιλέγω, νιώθω μια βαθιά νοσταλγία για την Κρήτη και τους δικούς μου ανθρώπους. Μου λείπει ο νότος, η θάλασσα, ο ήχος του νερού στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού, ο Λιβαδάρης – ένα χωράφι όπου τους έβρισκες σκαρφαλωμένους στις κερασιές.

Και υπάρχει κι ένας βαθύς φόβος που σχετίζεται με την απόσταση. Ο φόβος του να μην προλάβεις.

Τελικά, αυτό το σύμπαν της ξενιτιάς δεν είναι τόσο μακρινό όσο νομίζουμε;

Υπάρχει ένα βιβλίο με τίτλο «Αν το προσφυγικό ήταν πρόβλημα;» που λέει κάτι πολύ απλό: Οι άνθρωποι μετακινούνταν πάντα. Για να βρουν τροφή, για να επιβιώσουν. Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ότι το φαινόμενο εντείνεται λόγω του πολέμου, της απώλειας και της ανισότητας. Kαι το σημειώνω αυτό για όσους πιστεύουν πως είναι γόνοι κάποιας συγκεκριμένης «φυλής» κι όχι απλώς απόγονοι ενός είδους, το οποίο διαρκώς προσαρμόζεται για να επιβιώσει πάνω στη γη. Και εκεί φουντώνουν όλα: η φτώχεια, ο ρατσισμός, η εξώθηση στο περιθώριο, η αυθαίρετη ιεράρχηση των ζωών.

Γύρω μας, στις γειτονιές μας, υπάρχουν κοινότητες ανθρώπων που ήρθαν ως μετανάστες ή πρόσφυγες και είναι σαφές ότι δεν εντάσσονται. Ζουν απομονωμένοι, σε κλειστά σχήματα. Η Πολιτεία δεν μεριμνά επαρκώς, δεν δίνει ευκαιρίες, δεν τους συμπεριλαμβάνει στην παιδεία. Το έχω δει και στην πράξη, δουλεύοντας ως θεατροπαιδαγωγός σε δομές υποδοχής και εκπαίδευσης προσφύγων. Οι άνθρωποι αυτοί καταλήγουν να κάνουν τις πιο επικίνδυνες δουλειές, εκτεθειμένοι σε εργατικά ατυχήματα, υποαμειβόμενοι, συχνά αντιμέτωποι με ρατσισμό. Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και στους Έλληνες της Αστόρια. Η ιστορία επαναλαμβάνεται.

Όπως σημειώνει ο Βασίλης Μαυρογεωργίου, «η δύναμη αυτής της ιστορίας έγκειται ακριβώς στην επικαιρότητά της. Παρότι τοποθετημένη σχεδόν έναν αιώνα πριν, αντανακλά με ακρίβεια τις δυναμικές του παρόντος. Η μετανάστευση δεν ανήκει στο παρελθόν· είναι μια διαρκής πραγματικότητα που διαμορφώνει κοινωνίες και ανθρώπινες ζωές μέχρι σήμερα. Αυτό που την καθιστά ουσιαστική είναι η οικουμενικότητά της: δεν αφορά μόνο τους Έλληνες του ’20 και του ’30, αλλά ένα παγκόσμιο μοτίβο ανθρώπων που μετακινούνται – από ανάγκη ή από επιλογή – αναζητώντας ένα αλλιώτικο αύριο. Και ίσως το πιο αποκαλυπτικό είναι το πόσο λίγο έχουν αλλάξει ορισμένα πράγματα. Οι ίδιες αγωνίες, προσδοκίες και συγκρούσεις επανέρχονται, υπογραμμίζοντας ότι η μετανάστευση δεν είναι απλώς ένα θέμα επικαιρότητας -είναι μια διαχρονική ανθρώπινη συνθήκη που συνεχίζει να μας αφορά».

Υπήρξε κάτι στο έργο που σε συγκίνησε ιδιαίτερα όταν έκανες την πρώτη του ανάγνωση;

Θυμάμαι ότι όταν το διάβασα για πρώτη φορά, ήταν ξημερώματα και έκλαιγα. Είχα πει το «ναι» πριν καν ολοκληρώσω την ανάγνωση. Τώρα πια το κείμενο έχει γίνει ένα παλίμψηστο μέσα μου. Έχουν περάσει τόσες αναγνώσεις και πρόβες που δεν μπορώ να ανακαλέσω ακριβώς τι ήταν αυτό που με συγκλόνισε τότε. Σίγουρα η απώλεια έπαιξε ρόλο. Κάπου εκεί, κάτι μέσα μου άλλαξε.

Αυτό που με συγκινεί πολύ είναι ότι το έργο έχει πολλές χαρές, αλλά ταυτόχρονα κουβαλά και πολύ ισχυρά κοινωνικοπολιτικά στοιχεία. Υπάρχει, για παράδειγμα, μια ιστορία που εκ πρώτης όψεως μοιάζει παράπλευρη – ένα εργατικό ατύχημα – που τελικά αλλάζει τις ζωές όλων.

Και αυτό που δεν θέλω να ξεχνάω είναι ότι όλα όσα βλέπουμε: άνθρωποι που αγαπούν, που γελάνε, που παλεύουν, που κάνουν παιδιά… συμβαίνουν δίπλα στον υπόνομο. Στον χώρο όπου τους έχει τοποθετήσει το σύστημα ως μετανάστες.

Θεοδοσία Σαββάκη, Αριάδνη Καβαλιέρου
Θεοδοσία Σαββάκη, Γιάννης Τσουμαράκη

Το τραγούδι έχει πολύ κεντρικό ρόλο στην παράσταση. Αν και έχεις ασχοληθεί από νωρίς με την μουσική, για σένα, ως ηθοποιό, πόσο απαιτητικό είναι αυτό;

Η Τασούλα κάνει συνεχώς απόπειρες να ενταχθεί. Με διαρκές το αίτημα του ανήκειν. Και τρώει απανωτές κατραπακιές. Μοιάζει, όπως λέει και ο συγγραφέας μας, ο Κωνσταντίνος Σαμαράς, με έναν μποξέρ που, με ματωμένα δόντια, ξανασηκώνεται και συνεχίζει τον αγώνα ξανά και ξανά. Αυτό που τη διασώζει, που της ανοίγει ένα άλλο μονοπάτι επιβίωσης, είναι το τραγούδι. Εκεί βρίσκει φωνή και λόγο μέσα σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο και μέσα σε έναν κόσμο ξενιτεμένων, όπου οι άνθρωποι αυτοί αντιμετωπίζονται σχεδόν σαν αρουραίοι. Το τραγούδι γίνεται η μόνη ρωγμή σε αυτό το σκληρό περίβλημα που αναπτύσσει για να αντέξει. Και μόνο μέσα από αυτό έχουμε άμεση πρόσβαση στον συναισθηματικό της κόσμο.

Και για μένα προσωπικά, το τραγούδι ανοίγει τρόπους επιβίωσης. Όχι μόνο εργασιακά, αλλά κυρίως ψυχικά. Η δουλειά με τη φωνή έχει κάτι συμβολικό, αλλά ταυτόχρονα και κάτι απολύτως τεχνικό. Και με συγκινούν και τα δύο. Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι ο λαιμός μας –εκεί όπου εδράζονται τα όργανα της φωνής– βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο, ανάμεσα στον νου και την καρδιά. Και μου είναι πολύ οργανικό, τραγουδιστικά, να λέω αυτό που σκέφτομαι και αυτό που αισθάνομαι.

Όλα αυτά τα χρόνια, μέσα από συνεργασίες με εξαιρετικούς συνθέτες και συναδέλφους, άρχισα να ψάχνω και να διαμορφώνω τον δικό μου ήχο. Και εδώ, με τη ζωντανή ορχήστρα επί σκηνής, ανοίγονται πολλαπλά επίπεδα απόλαυσης. Λέω τραγούδια που δεν θα επέλεγα εγώ. Και αυτό με έβαλε σε μια διαδικασία να αναζητήσω ένα διαφορετικό ηχόχρωμα. Να βρω έναν ήχο που να ταιριάζει στην αισθητική της εποχής και της ιστορίας. Αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον για μένα ως διαδικασία.

Έχεις μουσικές σπουδές; Πώς ξεκίνησε αυτή η σχέση σου με τη μουσική;

Ναι, ξεκίνησε από παιδί. Έπαιζα σαξόφωνο στη Φιλαρμονική και αργότερα φοίτησα στο Μουσικό Σχολείο Ρεθύμνου. Μετά ήρθα στην Αθήνα για σπουδές, στο Ωδείο Αθηνών, στη Σχολή Βεάκη. Η μουσική είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου.

Παρόλα αυτά, ήμουν πολύ ντροπαλή. Δεν ήμουν το παιδί που τραγουδούσε μπροστά στον καθρέφτη. Αντιθέτως, είχα μεγάλη συστολή. Και γι’ αυτό το ταξίδι της φωνής μου είναι τόσο πολύτιμο. Γιατί εξελίσσεται παράλληλα με την προσπάθειά μου να βρω τη δική μου ταυτότητα. Η φωνή μου ήταν πολύ πιο συγκρατημένη, πιο «μαζεμένη». Σταδιακά άρχισε να ανοίγει. Είναι ένα ταξίδι διαρκές. Δεν τελειώνει ποτέ. Έχει να κάνει με το να παρατηρείς τον εαυτό σου: πώς είσαι σε διαφορετικές ψυχικές καταστάσεις, πώς αλλάζει η φωνή σου όταν μιλάς σε έναν άνθρωπο που αγαπάς ή σε κάποιον που σε δυσκολεύει. Είναι μια συνεχής διαδικασία ανακάλυψης.

Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον Βασίλη Μαυρογεωργίου; Πώς δουλέψατε μαζί;

Η συνεργασία ήταν εξαιρετική. Είναι ένας άνθρωπος με μονίμως χαμογελαστά μάτια, πολύ οξυδερκής, που παίρνει γρήγορα αποφάσεις και βρίσκει άμεσα λύσεις. Είναι ευγενικός και ενθαρρυντικός με τους συνεργάτες του και είμαι πραγματικά ευγνώμων για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε.

Είχαμε ελάχιστο χρόνο για να δουλέψουμε κάτι τόσο απαιτητικό. Το κείμενο γραφόταν παράλληλα με τις πρόβες, οι μουσικές προέκυπταν την ίδια στιγμή, και υπήρχε και διπλή διανομή, άρα ο χρόνος για την καθεμία από εμάς ήταν ουσιαστικά μισός.

Κι όμως, μέσα σε αυτό, ο Βασίλης μου αποκάλυψε έναν ανάποδο τρόπο να διαβάζω τα πράγματα. Εκεί που περιμένεις μια κατεύθυνση, σε οδηγεί στο αντίθετο. Και αυτό λειτουργούσε εξαιρετικά – όχι μόνο για μένα, αλλά και για όλους τους συμπαίκτες μου. Μου έδωσε χώρο αφειδώλευτα. Και για μένα, που είμαι αρκετά εγκρατής και παλεύω συχνά με αυτή τη φωνή στο κεφάλι που λέει «μην ενοχλήσεις», αυτός ο χώρος ήταν βαθιά απελευθερωτικός.

Στην περίπτωση της διπλής διανομής, βλέποντας και την Έβελυν Ασουάντ, νιώθεις ότι οι δύο Τασούλες είναι διαφορετικές;

Ναι, είναι διαφορετικές. Και αυτό ήταν από την αρχή κάτι πολύ καθησυχαστικό από τον Βασίλη: ότι θα υπάρχει μια κοινή σκηνοθετική γραμμή, αλλά η καθεμία θα έχει τη δική της εσωτερική διαδρομή, τη δική της αντίληψη για την πορεία της Τασούλας. Γιατί οι αναφορές μας είναι βαθιά ιδιωτικές. Το υλικό που φέρνει ο καθένας είναι δικό του – και με αυτό πορεύεται. Οπότε είναι αναπόφευκτο να προκύπτουν διαφορετικές ερμηνείες.

Κάπως έτσι είναι και στη μουσική. Ακούς το ίδιο έργο από διαφορετικές ορχήστρες και ηχεί αλλιώς, ενώ η ουσία παραμένει η ίδια.

Το μόνο που με στενοχωρεί είναι ότι έχουμε κάνει όλο αυτό το ταξίδι μαζί, αλλά η παρουσία της μίας αποκλείει την παρουσία της άλλης. Και κάπως, ενώ το έχουμε μοιραστεί, δεν θα το ζήσουμε ταυτόχρονα επί σκηνής.

Πώς είναι να δουλεύεις μέσα σε μια τόσο μεγάλη ομάδα; Πώς λειτουργεί αυτό το σύνολο;

Συγκεκριμένα εδώ, στο Παλλάς και στην “ASTORIA”, δουλεύουν 29 άνθρωποι, στο υποσκήνιο, στα παρασκήνια, απέναντι από τη σκηνή. Και ξέρουμε ότι όλα θα πάνε καλά. Οι άνθρωποι της παραγωγής είναι εκεί για ό,τι χρειαστούμε. Δεν υπερβάλλω. Είναι μια φροντίδα, μια αγάπη. Και εύχομαι κάπως όλο αυτό να καταλήγει στη σκοτεινή αίθουσα. Γιατί αυτή η προσπάθεια είναι απολύτως συλλογική.

Ο θίασος αυτός απαρτίζεται από προσωπικότητες που θαυμάζω. Και έχω την τύχη να τους παρακολουθώ και απ’ έξω, όταν κάνουν πρόβες με την Έβελυν. Είναι άνθρωποι αγαπητικοί, φροντιστικοί και βαθιά αλληλέγγυοι. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό για μένα. Να μπορώ να συναντιέμαι με τους ανθρώπους όσο πιο βαθιά γίνεται. Και εδώ αυτό συμβαίνει. Υπήρξε μια ομοψυχία που δημιουργήθηκε πολύ γρήγορα, για να μπορέσουμε όλοι μαζί να πούμε μια ιδιαίτερα απαιτητική ιστορία. Και μάλιστα σε μια δύσκολη στιγμή, όπου γύρω μας οργιάζει η πολεμική πραγματικότητα, παράγοντας νέες ιστορίες εκτοπισμού. Μέσα σε αυτό, το να είμαστε μαζί, να λειτουργούμε ως σύνολο, έχει μια ιδιαίτερη σημασία.

Πρόκειται για μια πολύ μεγάλη παραγωγή. Φαντάζομαι πως είναι από αυτές τις ευκαιρίες που δεν εμφανίζονται συχνά; Πώς το βίωσες όλο αυτό;

Γενικώς αυτό που αντιλαμβάνομαι για τη δουλειά μας είναι ότι αυτό που μπορώ να κάνω εγώ από την πλευρά μου είναι να εργάζομαι ακαταπαύστως. Να εξελίσσω τα εκφραστικά μέσα, να διαβάζω, να παρακολουθώ, να είμαι ενεργή. Να μελετάω και να προσπαθώ να βελτιώνω την κατάστασή μου διαρκώς. Και το υπόλοιπο είναι ένα τεράστιο κομμάτι αυθαιρεσίας της τύχης. Σε μεγάλο βαθμό νιώθω καμιά φορά ότι είναι σαν να παίζω ζάρια και δεν τα ρίχνω κιόλας. Απλώς γυρνάω να δω τι έχει πέσει.

Είμαι πολύ καλότυχη. Και ευγνώμων. Γιατί έχω σταθερά δουλειά, είμαι σε καταπληκτικές δουλειές με φανταστικούς συνεργάτες, υπέροχα κείμενα, υπέροχες μουσικές. Απλώς ο «αλγόριθμος» αυτού του επαγγέλματος δεν λειτουργεί απαραίτητα με κάποια λογική ακολουθία.

Σε μια τόσο μεγάλη παραγωγή, νιώθεις μεγαλύτερη ευθύνη ή υπάρχει τελικά ένα δίχτυ ασφαλείας;

Η ευθύνη που αναλαμβάνω είναι μία και καλή. Δεν λειτουργώ διαφορετικά ανάλογα με την κλίμακα. Πέφτω κάθε φορά με όλο μου το είναι. Έχω την καλοτυχία να εργάζομαι κυρίως σε μεγάλες παραγωγές και αυτό όντως αυξάνει την ασφάλεια γιατί χρειάζεται να μοιραστείς και να συντονιστείς με ακόμα περισσότερους ανθρώπους. Μεγεθύνονται οι δυνάμεις μας. Μακάρι το θέατρο να είναι μια πρόβα και για την κοινωνικοπολιτική μας ζωή. Η συλλογικότητα που απαιτείται για να προκύψει το θέατρο… μακάρι να απλώνεται και έξω από αυτό.

Τι είναι αυτό που σε φοβίζει περισσότερο στο παρόν μας;

Με φοβίζει ότι εξακολουθούμε να έχουμε παραδώσει τα ηνία σε λίγους. Και ότι το συλλογικό παραμένει πολύ πιο αργοκίνητο από τα μεμονωμένα συμφέροντα.

Βγαίνοντας από το θέατρο τα βράδια, μυρίζω καπνογόνα. Και είναι παράξενο: βρίσκεσαι κλεισμένος σε έναν κόσμο και όταν βγαίνεις, νιώθεις ότι όλη αυτή η εμπόλεμη πραγματικότητα έχει φτάσει μέχρι εδώ. Ταυτόχρονα, παρακολουθούμε τα πάντα μέσα από μια οθόνη. Και αυτό δημιουργεί απόσταση. Δεν μας ωθεί στο να συναντηθούμε.

Αυτό που με τρομάζει περισσότερο είναι ότι δεν σταματάμε. Ότι δεν «πέφτουν οι διακόπτες». Ότι συνεχίζουμε την καθημερινότητά μας ενώ άνθρωποι θανατώνονται για συμφέροντα που δεν αφορούν τις κοινωνίες και τους λαούς.

Και σκέφτομαι καμιά φορά κάτι που είχε πει ο Καστοριάδης – ότι πριν τον Μάη του ’68, τίποτα δεν προμήνυε την εξέγερση που θα ερχόταν. Και προσπαθώ να κρατηθώ από αυτό.

Με τι θα ήθελες να φύγει ο θεατής από την παράσταση;

Με ένα χαμόγελο, με μια μελαγχολία, με μια ζεστασιά. Νιώθω ότι υπάρχει ένα κράμα. Υπάρχει η συγκίνηση της μουσικής – και μάλιστα μιας μουσικής που μας είναι οικεία, βαθιά συνδεδεμένη με τον πολιτισμό μας.

Μου αρέσει να σκέφτομαι ότι το ρεμπέτικο διασώθηκε χάρη στους μετανάστες στην Αμερική. Χιλιάδες ελληνικά τραγούδια ηχογραφήθηκαν εκεί, σε μια εποχή που στην Ελλάδα υπήρχε λογοκρισία. Οπότε αυτό που συνέβη στην Αστόρια πολιτισμικά, είναι ένα σπάνιο φαινόμενο και ένα μεγάλο δώρο.

Αυτό το κομμάτι της μουσικής σίγουρα κινητοποιεί το θυμικό του θεατή. Αλλά υπάρχει και κάτι πιο βαθύ. Το αίσθημα του ανήκειν. Ο αγώνας της επιβίωσης. Η αλληλεγγύη. Η απώλεια. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας. Θίγονται πολλά. Και όλα συμβαίνουν μέσα σε συνθήκες σκληρές, με ανθρώπους που εργάζονται, παλεύουν, ζουν ο ένας δίπλα στον άλλον. Και νομίζω ότι στο τέλος μένει ένα γλυκόπικρο αίσθημα. Κάτι που δεν μπαίνει εύκολα σε λόγια.

Info

ASTORIA | Θέατρο Παλλάς