«Εμένα, πάντα μου φαινόταν ότι το πρόβλημα είναι η ανθρωπότητα εν γένει» -Χένρικ Ίψεν
[Βλέποντας την Έντα Γκάμπλερ] αισθάνθηκα έλεος και φόβο, σαν το έργο να ήταν αρχαία ελληνική τραγωδία» -Όσκαρ Ουάιλντ [επιστολή προς Earl Lytton, Μάιος 1891]*
Ο Δημήτρης Καραντζάς συναντήθηκε για πρώτη φορά με το σκηνικό σύμπαν του Ίψεν το 2016, όταν σκηνοθέτησε στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης το «Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί». Το αινιγματικό, μεταφυσικό σχεδόν κρυπτικό κύκνειο άσμα του συγγραφέα που έγραψε το 1899, ήταν η παράσταση που σηματοδότησε την επιστροφή της Ρένης Πιττακή στη σκηνή του Υπογείου μετά από απουσία 15 ετών. Μια καλλιτεχνική επιλογή που φαντάζει απρόσμενη, αν σκεφτεί κανείς ότι το έργο αποτελεί έναν απολογισμό, του βίου, μια σκηνική διαθήκη και ο σκηνοθέτης δεν είχε ακόμα κλείσει τα 29 του χρόνια.
Θα ξανασυναντηθεί φέτος με την ιψενική γραφή εντάσσοντάς την σε μια σειρά σκηνικών εγχειρημάτων με κεντρικό άξονα τη θέση της γυναίκας στο πατριαρχικό πλαίσιο του δυτικού κόσμου. Σκηνοθετική εκκίνηση αυτής της θεματικής το εξαιρετικό «Λεωφορείο ο Πόθος». Ο σημαντικός σκηνοθέτης θα επιχειρήσει μια τολμηρή, διεισδυτική και απρόσμενη παραστασιακή ανάγνωση του έργου θέτοντας αφενός ένα ευρύ φάσμα ερωτημάτων σε σχέση με το γυναικείο ζήτημα και αφετέρου δίνοντας μια τελείως απρόσμενη οντολογική διάσταση στον αινιγματικό χαρακτήρα της ηρωίδας. Έναν από τους πιο πολυπαιγμένους δραματικούς γυναικείους χαρακτήρες στην ιστορία του δυτικού θεάτρου που παραμένει ακόμα και σήμερα ένας ανεπίλυτος γρίφος τροφοδοτώντας τη σκηνή με σκηνοθετικές εικασίες.
Το έργο
Η Έντα Γκάμπλερ (1890) είναι το τελευταίο από τα ρεαλιστικά έργα του ιδιοφυούς συγγραφέα. Η έκδοσή της τον βρίσκει στον κολοφώνα της δόξας του και το έργο θα παίζεται σε όλη την Ευρώπη την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Όμως, δεν υπήρξε από την έναρξη της σκηνικής του ζωής δημοφιλές. Ίσως, μάλιστα, να ήταν το έργο με την πιο απογοητευτική υποδοχή από όλα τα ιψενικά έργα, και η αποτυχία του έμοιαζε απόλυτη και προδιαγεγραμμένη. Έπειτα, σιγά-σιγά κάτι αρχίζει να αλλάζει και όλο και περισσότερα ευρωπαϊκά θέατρα το συμπεριλαμβάνουν στο ρεπερτόριό τους. Ο γριφώδης ρόλος της Έντα σαγηνεύει όλο και περισσότερες σημαντικές ηθοποιούς που θέλουν να υποδυθούν την αινιγματική ηρωίδα, και το κοινό αγαπά να βλέπει δημοφιλείς ηθοποιούς να την ερμηνεύουν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεταστροφής είναι ένα απόσπασμα κριτικής του έργου από τους Sunday Times στα πρώτα χρόνια της θέασής του: «Για τα δικά μας μάτια η Έντα Γκάμπλερ αποτελεί ένα εξαιρετικό έργο τέχνης. Ένα έργο τέχνης που περιμένουμε να προκαλέσει βαθιά αίσθηση σε όσους το προσεγγίσουν από την οπτική ενός αληθινού, ζωντανού χαρακτήρα σε αληθινή επαφή με τα γεγονότα, τις αισθήσεις και τις πιθανότητες της ανθρώπινης εμπειρίας, αντί μιας επιφανειακής παρατήρησης μιας συνήθους κοινωνικής αλληλεπίδρασης μέσα από τετριμμένους θεατρικούς κώδικες. Ο Ίψεν έχει έναν τρόπο να πηγαίνει στη ρίζα των πραγμάτων […]. Αλλά η ζωή με τις αναρίθμητες αποχρώσεις και τις ασυνέπειές της είναι πάντα ενδιαφέρουσα και ο Ίψεν δείχνει το θαύμα και τον πόνο της, ίσως καταλήγοντας μόνο στον παράγοντα της μοναξιάς. Αλλά εκεί είναι που αποδεικνύεται μάστορας της τέχνης του: επειδή η ματιά του είναι καθαρή, και η εντύπωση που προκαλεί είναι ολοκληρωμένη και σαφής. Στην Έντα Γκάμπλερ μας δίνει μια τυπική τραγωδία της σύγχρονης ζωής και στην αλλόκοτη, ευαίσθητη, εγωκεντρική ηρωίδα του παρουσιάζει μία από τις πιο υπέροχες και γοητευτικές στη λεπτότητά τους απεικονίσεις γυναικών στην ιστορία της θεατρικής δημιουργίας».
Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά
Μια διεισδυτική, τολμηρή και απρόσμενη σκηνοθετική κατάθεση επιχειρεί ο Δημήτρης Καραντζάς με σημαντικές αρετές και αδιόρατες αδυναμίες που εντοπίζονται κυρίως στις σκηνικές συνδέσεις. Η σκηνοθεσία του θα δημιουργήσει ισχυρά σκηνικά στιγμιότυπα (παραστασιακά, συμβολικά, αισθητικά, ιδεολογικά) που όμως προβάλλουν σθεναρή αντίσταση στην ένταξή τους σε μια αδιάλειπτη παραστασιακή ροή. Ο σκηνοθέτης θα επιχειρήσει μια διεισδυτική σπουδή της οντολογικής απελπισίας που κρύβεται πίσω από την «πλήξη» του βίου που διαποτίζει την ηρωίδα. Μιας συνθήκη ζωής όπου η επίφαση του ζωτικού ψεύδους καλύπτει τον ζόφο.
Ο Λέβμποργκ, παλιός έρωτας της Έντα, πρώην αλκοολικός και ακαδημαϊκός αντίπαλος του συζύγου της -αφού διεκδικούν την ίδια θέση στο Πανεπιστήμιο- βρίσκεται στην πόλη. Έχει γράψει ένα συνταρακτικό βιβλίο. Ο σύζυγός της σε μια στιγμή ηθικής αδυναμίας θα το υφαρπάξει. Η Έντα θα το βρει και θα το κάψει. Μια επικείμενη εγκυμοσύνη που την παραλύει, ένας περίγυρος που τη συντρίβει και τον απεχθάνεται. Μια εύθραυστη δανειοληπτική συνθήκη και ένας εκβιασμός από τον δικαστή Μπρακ που απειλεί την ευζωία τους. Ο θάνατος του πρώην εραστή της θα λειτουργήσει ως καταλύτης και θα τη συντρίψει.
Ο σκηνοθέτης θα βασίσει το παραστασιακό του οικοδόμημα σε αυτή τη διελκυστίνδα μεταξύ ζωτικού ψεύδους και αποσοβημένης ζοφερής αλήθειας, ήδη από την εναρκτήρια σκηνή. Η δράση διαδραματίζεται στο υπό ανακαίνιση, ημιτελές σαλόνι (χαρακτηριστικός σκηνικός χώρος του αστικού δράματος). Μόνο ο τοίχος με τα όπλα του στρατηγού Γκάμπλερ (που αποτελούν την εμμονική απασχόληση της Έντα) έχει ολοκληρωθεί. Σημαντική λεπτομέρεια της παράστασης: ο Δημήτρης Καραντζάς έχει αφαιρέσει από τον τοίχο το πορτρέτο του στρατηγού Γκάμπλερ -πατέρα της Έντα- που ο συγγραφέας του έχει προσδώσει νευραλγικούς συμβολισμούς και που ο σκηνοθέτης διαχέει σε άλλα σημεία της παράστασής του.
Σε σχέση με το συμβολικό κομμάτι του ιψενικού δράματος ο P. Lewis θα υπογραμμίσει εύστοχα: «Ακόμη και τα φαινομενικά ρεαλιστικά έργα του Ίψεν περιέχουν μεγάλες δόσεις συμβολισμού. Ο Ίψεν αναφέρθηκε στις συμβολικές ιδιότητες των έργων του ως “η φλέβα του αργυρομεταλλεύματος στο βουνό”. Στην Έντα Γκάμπλερ, τα δαφνοστεφανωμένα μαλλιά του Λέβμποργκ, το χειρόγραφο που θεωρεί “παιδί του”, ακόμη τα πιστόλια του στρατηγού Γκάμπλερ, παίρνουν όλα σχεδόν μαγικές ιδιότητες, θυμίζοντας τα παλαιότερα ποιητικά δράματα του Ίψεν και δείχνοντας μπροστά στις μυθικές εξερευνήσεις του όψιμου έργου του. Η αυτοκτονία της Έντα, όπως και η αναχώρηση της Νόρας από το σπίτι στο Κουκλόσπιτο, δείχνει την πιθανότητα μιας αυτοκαταστροφικής, ριζοσπαστικής, ρομαντικής δράσης που μπορεί να ξεπεράσει τον καθημερινό, ρεαλιστικό κόσμο της ζωής της μεσαίας τάξης».
Ο σκηνοθέτης θα αξιοποιήσει το συμβολικό υπόβαθρο του ιψενικού δράματος επαναδιατυπώνοντας σκηνικά αυτούς τους συμβολισμούς προσδίδοντάς τους μια εύστοχη επανανοημοδότηση. Ενδεικτικά αναφέρω :Το κόκκινο φόρεμα της Έντα, ένα αιμάτινο ένδυμα που προικονομεί την αυτοχειρία. Και που -στο β΄μέρος του έργου- θα το αντικαταστήσει με το χαρακτηριστικό μαύρο φόρεμα που συνήθως φορά η ηρωίδα, ως ένδειξη πένθους για τον θάνατο του Λέβμποργκ, του πρώην εραστή της και επιβεβλημένης ενηλικίωσης. Η απόφαση της αυτοχειρίας είναι πλέον ειλημμένη.
«Η ποντικότρυπα» μια μικρή πορτούλα που οδηγεί στον προσωπικό της χώρο, όπου η ηρωίδα χωράει μόνο διπλωμένη και που όταν η πόρτα είναι ανοιχτή αποκαλύπτει τμήμα του «ακέφαλου» σώματός της. Κυρίως τις γενετήσιες περιοχές της. Σε ένα εύστοχο εικονοποιημένο σχόλιο της πατριαρχικής αντίληψης για τη γυναικεία οντότητα η «ποντικότρυπα» ως κρυψώνα, ως τόπος που υφαίνει τα καταστροφικά της σχέδια, συμβολίζει το πλαίσιο ζωής, στο οποίο η ηρωίδα δεν χωρά. Από το οποία περισσεύει. Αντιστοίχως τα όπλα του στρατηγού- οι φορείς της μόνης «ωραίας» πράξης που αναγνωρίζει η ηρωίδα: αυτή της εθελούσιας εξόδου.
Οι συντελεστές
Το σκηνικό της Μαρίας Πανουργιά ενισχύει αποφασιστικά το σκηνοθετικό όραμα. Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη αποδεικνύονται αποκαλυπτικά για τα μύχια χαρακτηριστικά των ηρώων. Μια άκρως ενδιαφέρουσα ενδυματολογική σπουδή. Η μoυσική του Γιώργου Ραμαντάνη συνηγορεί στις παραστασιακές ατμόσφαιρες και στις ψυχολογικές διακυμάνσεις των ηρώων. Η κίνηση του Τάσου Καραχάλιου αποδεικνύεται δυσανάγνωστη, κυρίως το σπασμωδικό κινητικό ιδίωμα με το οποίο ντύνει κινησιολογικά την κεντρική ηρωίδα.
Οι «χειροποίητοι» φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη άκρως εύστοχοι συντελούν αποφασιστικά στις ατμόσφαιρες της παράστασης. Από τους πιο ενδιαφέροντες φωτισμούς της φετινής θεατρικής χρονιάς.
Οι ερμηνείες
Η Τζωρτζίνα Δαλιάνη πλάθει μια ιδιότυπη Γιουλιάνε Τέσμαν με χιούμορ, σπαραγμό και ενδιαφέρουσες αποχρώσεις. Η Ιωάννα Δεμερτζίδου κινείται σε συμβατικές υποκριτικές περιοχές αποδυναμώνοντας τον πολύ ενδιαφέροντα ρόλο της Τέα Έλβστεντ. Αντιστοίχως ο Έκτορας Λιάτσος εξαντλείται σε μια επιδερμική εκδοχή του Άιλερτ Λέβμποργκ. Ο Φιντέλ Ταλαμπούκας στηρίζεται στις ιδιότυπες υποκριτικές του ποιότητες και πλάθει έναν άκρως ενδιαφέροντα Γέργκεν Τέσμαν. Μια δισυπόστατη ερμηνεία ανάμεσα στο γελοίο και το σπαρακτικό. Ο Χρήστος Λούλης, ως δικαστής Μπρακ, κινείται σε δικές του γνώριμες υποκριτικές περιοχές δημιουργώντας μια αξιοπρόσεκτη σπουδή στη διαβρωμένη κυνική ισχύ.
Η Έντα Γκάμπλερ της Ανθής Ευστρατιάδου είναι εξαιρετική. Υποκριτική ακρίβεια, έξοχοι εσωτερικοί ρυθμοί, εμπύρετες αντιθετικές συναισθηματικές ποιότητες. Ταυτόχρονα κατορθώνει να παρουσιάζεται αντιφατική, νευρωτική, σαρκαστική, αυτοκαταστροφική, κυνική, αδηφάγα, εύθραυστη, απελπισμένη και παγιδευμένη. Δεν μπορεί να απαλλαγεί από το νεκρό επώνυμό της, ούτε από τη νεκρωμένη ανατροφή της. Δεν μπορεί να απαλλαγεί από τη νεκρωμένη ζωή της. Η εθελουσία έξοδος της είναι η μόνη διαφυγή. Μοιάζει ως η μοναδική έκλαμπρη στιγμή της ζωής της. Μια σημαντική ερμηνευτική κατάθεση που εγγράφεται στην ιστορία του ρόλου.
Εξαιρετικές στιγμές της παράστασης:
Η σκηνική απόδοση της αυτοκτονίας. Το αίμα της που διαπερνά και διαποτίζει τον τοίχο με τα πιστόλια του στρατηγού και ο σημειολογικός συσχετισμός της με το πορφυρό ένδυμα που φορά η ηρωίδα στις πρώτες πράξεις.
Η σκηνική αποτύπωση των ιψενικών τριγώνων ως γεωγραφία σωμάτων, αλλά και ως ψυχικές σκηνικές ατμόσφαιρες.
Το ερειπωμένο ψυχικό τοπίο της ηρωίδας που φωτίζεται από το καταθλιπτικό φως της ηλεκτρικής θερμάστρας. Μια εμπνευσμένη σκηνοθετική σύλληψη. Μια έξοχη σκηνική εικόνα.
Η ανατροπή του τέλους. Ο κυνισμός με τον οποίο αντιμετωπίζεται η αυτοκτονία της Έντα, όχι μόνο από τον Δικαστή -που λέει την τελευταία φράση του έργου-, αλλά και από τον νωθρό σύζυγό της. Η ζωή συνεχίζεται αδιατάρακτα σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σαν να μην υπήρχε καμία συναισθηματική εγγραφή μέσα τους από εκείνη.
…Συνοψίζοντας
Μια γενναία, διεισδυτική και απρόσμενη σκηνική ανάγνωση του πολυπαιγμένου έργου με καίριους συσχετισμούς σχετικά με τη θέση της γυναίκας. Υψηλές οι σκηνοθετικές ποιότητες με ισχυρά σκηνικά στιγμιότυπα. Με μια δυσκολία σύνδεσής τους σε αδιάλειπτη ροή. Ατμοσφαιρικοί οι «χειροποίητοι» φωτισμοί κι ενδιαφέροντες οι σκηνογραφικοί και ενδυματολογικοί κώδικες.
Οι ερμηνείες έχουν ιδιαίτερο υποκριτικό ιδίωμα και μία έξοχη υποκριτική σπουδή του πολυπαιγμένου ρόλου από την Ανθή Ευστρατιάδου.
*Η φράση αντλήθηκε από το πρόγραμμα της παράστασης «Έντα Γκάμπλερ» του Αμφιθεάτρου 2009, επιμέλεια προγράμματος: Μαρία Ε. Βασιλειάδου)
Info παράστασης:
Έντα Γκάμπλερ | Θέατρο Προσκήνιο












