«…αν ο κόσμος μια για πάντα ειπώθηκε: Αναγγελία.
Ποίηση ω Αγία μου – συγχώρεσέ με
αλλ’ ανάγκη να μείνω ζωντανός
να περάσω από την άλλην όχθη·»
Αντιφωνητής Μαρία-Νεφέλη – Οδυσσέας Ελύτης
Το έργο «Λεωφορείο ο Πόθος» του Τενεσί Ουίλιαμς
«Η εξέλιξη της ιστορίας ήταν ακόμα απροσδιόριστη, αλλά μου φαινόταν ότι έβλεπα μια γυναίκα να κάθεται σε μια καρέκλα περιμένοντας μάταια κάτι. Ίσως αγάπη. Οι ακτίνες του φεγγαριού έτρεχαν μέσα από το παράθυρο και αυτό υποδήλωνε την τρέλα. Έγραψα τη σκηνή και την τιτλοφόρησα “Η καρέκλα της Μπλανς στο φεγγάρι”».
Από αυτήν τη θαμπή εικόνα του νου του που περιγράφει ο Τενεσί Ουίλιαμς γεννήθηκε ένα από τα πιο συνταρακτικά θεατρικά έργα του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα που γρήγορα ενδύθηκε με την αχλή του μύθου, αλλά και με το βαρύ τίμημα της παραχάραξης του υλικού του. Ο Αμερικανός συγγραφέας θα παραδώσει έναν ανεκτίμητης, τέχνης και σπάνιων αποχρώσεων θεατρικό καμβά που όμως μέσα στα χρόνια επιχρωματίστηκε μονότονα και εμμονικά από το κακέκτυπο της μίμησης της θρυλικής κινηματογραφικής εκδοχής του.
Στις 3 Δεκεμβρίου του 1947 το «Λεωφορείο ο Πόθος» θα ξεκινήσει από το Μπρόντγουει την αμφιλεγόμενη, θυελλώδη αλλά αδιάκοπη και συναρπαστική διαδρομή του μέσα στον χρόνο. Έντονα αυτοβιογραφικό με κυτταρικούς σχεδόν δεσμούς μεταξύ της κεντρικής ηρωίδας και του συγγραφέα της -όπως θα υποστηρίξει ο ίδιος, συγκρίνοντας τον εαυτό του μαζί της- : «Μπορώ να ταυτιστώ απόλυτα με την Μπλανς», θα πει σε μια σκανδαλώδη για την εποχή συνέντευξη που παραχώρησε στον Robert Jennings. Λίγο αργότερα σε επιστολή του προς την ατζέντισσά του Audrey Wood, θα γράψει: «Ήμουν και είμαι ακόμα η Μπλανς [αλλά] έχω και έναν Στάνλεϊ μέσα μου».
Θα γράψει δώδεκα διαφορετικές εκδοχές. Και κάθε μία από αυτές με διαφορετικό τίτλο, όπως: “The Poker Night” ή “The Moth’. Και μέχρι να κατασταλάξει στη Νέα Ορλεάνη ως τόπο σκηνικής δράσης, θα σκεφτεί το Σικάγο, και μετά την Ατλάντα. Οι πολλές εκδοχές είχαν ως αποτέλεσμα να υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στα πρώτα κείμενα των εκδόσεων. Οι πρώτες αμερικανικές εκδόσεις υποκύπτοντας στη λογοκρισία μιας πουριτανικής νοοτροπίας θα απαλείψουν το γεγονός της ομοφυλοφιλίας του συζύγου της Μπλανς αλλοιώνοντας κατ’ ουσίαν το έργο.
Ο Τ. Williams γράφει το έργο για την Tallulah Bankhead, η οποία ωστόσο δεν έπαιξε τον ρόλο παρά το 1956. Η Jessica Tandy θα είναι η πρώτη που θα ενσαρκώσει την ηρωίδα. Θα ακολουθήσει η Vivien Leigh και το 1951 o Elia Kazan θα παραδώσει την κινηματογραφική εκδοχή του που έμελλε να γίνει θρυλική. Η καθηλωτική σεξουαλικότητα και ο πρωτόγονος ερωτισμός του Μάρλον Μπράντο και η ηλεκτρισμένη τους έλξη με την Vivien Leigh θα σαγηνεύσουν αλλά θα αποπροσανατολίσουν το κοινό από την ουσία του έργου δημιουργώντας ένα μυθικό αλλά «πλαστό» αποτύπωμα που θα επιχρωματίσει σε βάθος χρόνου κάθε πιθανή παραστασιακή εκδοχή του.
Έναν χρόνο μετά την παράσταση στο Μπρόντγουεϊ, το 1948 ο πρωτοπόρος αλλά και διορατικός Κάρολος Κουν θα μας γνωρίσει το έργο στην Ελλάδα με τη Μελίνα Μερκούρη στον ομώνυμο ρόλο και τον Βασίλη Διαμαντόπουλο στον ρόλο του Στάνλεϊ Κοβάλσκι. Το “Paper Moon” θα μεταβληθεί από τη μουσική ιδιοφυΐα του Μάνου Χατζιδάκι σε «Χάρτινο το Φεγγαράκι», τραγούδι που θα αυτονομηθεί της παράστασης χαράσσοντας δική του μεγαλειώδη τροχιά.
Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά
Ο Δημήτρης Καραντζάς με άοκνη έμπνευση, στιβαρή γνώση και θαυμαστή δεξιοτεχνία θα απαλλάξει το πρωτογενές έργο από τα επιχρωματισμένα υλικά της πολύχρονης παραχάραξής του, και θα το αποκαλύψει πάμφωτο. Και αυτή η πάμφωτη αποκάλυψη θα παράξει μια αριστουργηματική παράσταση. Μια παράσταση αναφοράς στο θεατρικό μας γίγνεσθαι. Μια πολύτιμη σκηνική επαναδιατύπωση, όπου η ευθύβολη ανάγνωση, η βαθιά ποίηση, η οξυδερκής καταγραφή του απόηχου της τότε κοινωνικής πραγματικότητας και η σύνδεσή της με το σήμερα την κατατάσσει ανάμεσα στις σημαντικότερες παραστάσεις που έχουν γίνει από τη γραφή του έργου μέχρι σήμερα.
Ο Δημήτρης Καραντζάς στη σκηνοθετική του κατάθεση ευαγγελίζεται τους στίχους του Ελύτη:
«αν ο κόσμος μια για πάντα ειπώθηκε: Αναγγελία.
Ποίηση ω Αγία μου – συγχώρεσέ με
αλλ’ ανάγκη να μείνω ζωντανός
να περάσω από την άλλην όχθη·»
Η παράσταση που καταθέτει αποτελεί Μέγα Καλλιτεχνικό Γεγονός.
Οι συντελεστές
Η ευθύβολη μετάφραση του Αντώνη Γαλέου σκληρή, άμεση, ζωντανή συντελεί σημαντικά στο τελικό παραστασιακό αποτέλεσμα (κάποιες μικρές διαφωνίες που διατηρώ, δεν έχει νόημα να ειπωθούν, γιατί θα αδικούσαν την όλη θετική εντύπωση).
Το σκηνικό της Μαρίας Πανουργιά είναι έξοχο. Σε συνδυασμό με τη μoυσική του Γιώργου Ραμαντάνη και τους φωτισμούς του Δημήτρη Κασιμάτη δημιουργούν ένα συνταρακτικό αποπνικτικό σκηνικό περιβάλλον. Ένα περιβάλλον άπνοιας και καθήλωσης. Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη συντονίζονται αρμονικά.
Οι ερμηνείες
Η ιδιοφυής σκηνοθετική σύλληψη -να βασίσει τις υποκριτικές συνισταμένες των ηθοποιών του σε αντιστικτικά δίπολα (Ευνίκη-Στιβ/ Μιτς- Στάνλεϊ / Μπλανς-Στέλλα)- μετατρέπεται από τους ηθοποιούς σε ερμηνευτική ισχύ μεγατόνων που μεταφέρεται στην πλατεία προκαλώντας ακραίες συναισθηματικές δονήσεις στους θεατές. Ακρίβεια αλληλεπίδρασης, έντονη αισθητική θέση, συναισθηματική βαθύτητα, ακρίβεια σκιαγράφησης διαπερνούν τις ερμηνευτικές ποιότητες ενός συνόλου ηθοποιών άρρηκτα και αρμονικά δεμένου.
Αναλυτικά:
Ευνίκη – Στιβ
Ο Γιάννης Κόραβος στον ρόλο του Στιβ και η Ιωάννα Ραμπαούνη στον ρόλο της Ευνίκης κατορθώνουν να δημιουργήσουν γλαφυρά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του μικρόκοσμου αυτής της γωνιάς στη Νέα Ορλεάνη. Οι εξαιρετικοί αυτοσχεδιασμοί (κυρίως) της Ιωάννας Ραμπαούνη σε ωθούν να αισθανθείς τον παλμό της πόλης, να φανταστείς τους γείτονες και τους περαστικούς, να ακούσεις τους θορύβους, να νιώσεις τις αλλαγές στη θερμοκρασία και τις φάσεις της ημέρας από το ξημέρωμα ως τη βαθιά νύχτα. Σχεδόν σαν να κατοικείς στη γειτονιά των «Ηλυσίων Πεδίων» .
Μιτς – Στάνλεϊ
Ο Βασίλης Μαγουλιώτης ως Μιτς μας προσφέρει μια βαθιά, τρυφερή, εύστοχη, ολοκληρωμένη υποκριτική κατάθεση -όαση στον ζόφο που τον περιβάλλει-. Αξιοποιεί δε στο έπακρο τη σκηνοθετική ευστροφία να παίζει αντιστικτικά στη βία του Άρη Μπαλή (Κοβάλσκι).
Ο Άρης Μπαλής ως Στάνλεϊ Κοβάλσκι καταθέτει μια ερμηνεία -σταθμό στην ιστορία του ρόλου κατορθώνοντας να ανασκευάσει μια σειρά από ερμηνευτικές ρέπλικες, αποκύημα της σαρωτικής σεξουαλικότητας και της καθηλωτικής σκηνικής σαγήνης που ασκούσε ο Μάρλον Μπράντο.
Σε μια σπάνια ερμηνευτική κατάθεση επαναπροσδιορισμού του ρόλου μας παρουσιάζει ένα ταξικά αδύναμο, κοινωνικά απαξιωμένο, φυλετικά ματαιωμένο αρσενικό που φιμώνει το τραύμα του που πυορροεί με κακοποιητική συμπεριφορά: σεξουαλική, λεκτική, σωματική στο μόνο μέρος της γης που μπορεί να την ασκήσει: στον σαθρό μικρόκοσμό του, όπου περιορίζεται η βάναυση επικυριαρχία του. Ταξικά οργισμένος και οικονομικά εξαθλιωμένος κηρύττει έναν ιερό, σιωπηλό αλλά αδυσώπητο και οργισμένο πόλεμο εναντίον (κυρίως) της υπερφίαλης, αλλοιωμένης και παρακμάζουσας αριστοκρατίας του Αμερικανικού Νότου.
Δεν ασελγεί μόνο ως αρσενικό του πατριαρχικού προτύπου. Ασελγεί σε μια πολιτισμική και οικονομική συνθήκη που τον συνθλίβει κάνοντάς τον να νιώθει παρίας. Αγωνίζεται να «εκπορθήσει» το Belle Rêve που υποσυνείδητα το εκλαμβάνει ως εχθρικό ταξικά σύμβολο. Αρχικά κλέβοντας με την ωμή σεξουαλικότητά του τη Στέλλα και αποκόβοντας την από το περιβάλλον της. Και υποχρεώνοντάς την να ζήσει στο δικό του τενεκεδένιο «βασίλειο», αφού εκείνη δέχτηκε να τον παντρευτεί. «Το σπίτι με τους κίονες» που η θέα του ακόμα και σε μια φωτογραφία τον παραλύει, τώρα μπορεί να γίνει δικό του βάσει νομικού πλαισίου. Αισθάνεται ότι η νίκη του θα είναι σαρωτική. Η είδηση ότι το Belle Rêve χάθηκε σε πλειστηριασμό λόγω χρεών εξοργίζει τον Στάνλεϊ, γιατί του στερεί τη φαντασίωση της ισοπεδωτικής επέλασης και επικράτησής του. Του απαγορεύει να θριαμβεύσει πάνω στα ερείπιά του. Υπαίτια για αυτήν την εξέλιξη θεωρεί την Μπλανς, η οποία μπαίνει πια στη θέση του εχθρού προς εξολόθρευση – ηθική, σωματική, πνευματική. Την πράξη του βιασμού της κουνιάδας του την ημέρα της γέννησης του γιου του την αντιλαμβάνεται σαν μια συμβολική πράξη ταξικής επικράτησης και συνέχειας του δικού του γένους.
Το σώμα της Μπλανς «η εχθρική γη» θα αφανιστεί, θα ισοπεδωθεί από την χυδαία πράξη ανεπίστρεπτα. Όπως και όλο το σαθρό οικοδόμημα της επικράτησής του. Η πράξη του βιασμού δεν αφανίζει μόνο την Μπλανς, ερειπώνει, ερημώνει και το δικό του «βδελυρό» βασίλειο. Το νέο μέλος της γενιάς του θα έρθει να κατοικίσει στα ερείπια μιας αποτυχημένης φαντασιακής ονείρωξης. Των σχέσεων, των ονείρων, των προοπτικών της.
Μπλανς – Στέλλα
Ο Δημήτρης Καραντζάς -ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία του έργου- δίνει μεγάλη έμφαση στην αδερφική σχέση των δύο γυναικών. Και στη βιογραφία της. Που αόρατη, υποβόσκουσα αλλά καθοριστική στοιχειώνει το παρόν τους, αλλά και καθορίζει το μέλλον τους. Μας αποκαλύπτει το «καταραμένο» Belle Rêve: μια απόρθητη ψυχική φυλακή από όπου η Στέλλα δραπέτευσε με βαρύ τίμημα και η Μπλανς παγιδεύτηκε για πάντα.
Ο εμπνευσμένος δημιουργός μας αποκαλύπτει ευάλωτες, απελπισμένες θηλυκότητες σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια επιβίωσης να προσφέρουν τον εαυτό τους ως σφάγιο στον βωμό μιας ασφάλειας που αποδεικνύεται κακοποιητική πραγματικότητα και λειτουργεί ως αντανάκλαση των περιγραμμάτων της ζωής. Υπ’ αυτό το πρίσμα η Δήμητρα Βλαγκοπούλου μεγαλουργεί σκηνικά ως Στέλλα Κοβάλσκι. Είναι από τις ελάχιστες φορές που ο ρόλος αυτός αποκτά υπόσταση και βιογραφία.
Η υποκριτική κατάθεση της Αλεξίας Καλτσίκη στον ρόλο της Μπλανς Ντυμπουά είναι μία από τις σημαντικότερες στην ιστορία του ρόλου. Σε διεθνή εμβέλεια. Ένα σκηνικό σπαρακτικό ποίημα. Ενσαρκώνει αυτό που πίστευε για τον ρόλο ο συγγραφέας του: «… ένα δαιμονικό πλάσμα, το μέγεθος του συναισθήματός της ήταν πολύ μεγάλο για να το συγκρατήσει».
Δημιουργεί μια Μπλανς πολυεπίπεδη, σπαρακτική και σπαρασσόμενη. Παίγνιο των ψευδαισθήσεών της. Δέσμια της ανατροφής της. Λυσσαλέα χειριστική. Με απελπισμένη προσκόλληση στην παρωχημένη σεξουαλικότητά της χρησιμοποιεί μια θραυσμένη σαγήνη ως σανίδα σωτηρίας. Συνδέει τη σεξουαλική επιθυμία με την καταστροφή. Το σώμα και η ψυχή της Μπλανς, ένα σωματοποιημένο Belle Rêve , θα αφανιστεί, θα ισοπεδωθεί από την χυδαία πράξη ανεπίστρεπτα.
Η υποκριτική εμβέλεια της Αλεξίας Καλτσίκη είναι τέτοιας έντασης που διαποτίζει τον θεατή ως τα μύχια της ψυχής του. Τον ακινητοποιεί. Τον παραλύει.Τον συνταράσσει. Τον εμπεριέχει. Ένας υποκριτικός θρίαμβος.
Στιγμές της παράστασης που ξεχωρίζουν
Οι υπέροχοι αυτοσχεδιασμοί της Ιωάννας Ραμπαούνη (Ευνίκης).
Η είσοδος της Αλεξίας Καλτσίκη (Μπλανς), που αποκτά διαστάσεις σπαρακτικής οντολογικής αλληγορίας.
Το βουβό πρόσωπο του Βασίλη Μαγουλιώτη (Μιτς) στην τελευταία σκηνή του πόκερ.
Ο συνταρακτικός τρόπος που απέδωσε σκηνοθετικά το φινάλε του έργου ο Δημήτρης Καραντζάς.
Συνοψίζοντας
Μια παράσταση ορόσημο.
Info παράστασης:
Λεωφορείο ο Πόθος του Τενεσί Ουίλιαμς | Θέατρο Προσκήνιο


















