Στην εισαγωγή της «Κριτικής της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου» ο Κάρολος Μαρξ γράφει: Η θρησκευτική καχεξία είναι, κατά ένα μέρος, η έκφραση της πραγματικής καχεξίας και, κατά ένα άλλο, η διαμαρτυρία εναντίον της πραγματικής καχεξίας. Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου, είναι το πνεύμα ενός κόσμου απ’ όπου το πνεύμα έχει λείψει. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. (Μετάφραση Μπάμπης Λυκούδης, Εκδόσεις Παπαζήση)

Από εκεί προήλθε και η περίφημη φράση «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού», της οποίας τη λέξη «όπιο» λανθασμένα καταλαβαίνουμε ως τρόπο νάρκωσης. Όμως, το 1843-1844, το όπιο χρησιμοποιούνταν ως αναλγητικό, οπότε αυτομάτως το νόημα της παραγράφου αλλάζει και αντιλαμβανόμαστε πως ο Μαρξ εννοεί πως ο καταπιεσμένος άνθρωπος στρέφεται στη θρησκεία για να ξεφύγει από τα δεινά της ζωής του και να σταματήσει να πονά, με την ελπίδα και την υπόσχεση ενός παραδείσιου κόσμου να τον περιμένει μόλις αποβιώσει.

Εκατόν σαράντα χρόνια αργότερα, στον 21ο αιώνα, με την άνοδο της τεχνολογίας, με την ποιότητα ζωής που έχουμε, τους νόμους της προοδευτικής και μοντέρνας κοινωνίας στην οποία ζούμε, ποια θα έπρεπε να είναι η θέση της θρησκείας στις ζωές μας; Είναι ναρκωτικό, αναλγητικό, εμμονή και προσκόλληση σε περιττές και ξεπερασμένες παραδόσεις; Φόβος για το μέλλον, για το άγνωστο, μια κραυγή αγωνίας ή μια υπαρξιακή ανάγκη που εμείς ως πλάσματα δεν μπορούμε να αποτινάξουμε;

 

Εν αρχή…

 

Από την ιστορία της τρίτης δημοτικού, όταν ακόμα μαθαίναμε για το δωδεκάθεο και τους άθλους του Ηρακλή, στις πρώτες σελίδες μάθαμε επίσης πως ο άνθρωπος δημιούργησε ιστορίες και μύθους για να δώσει εξηγήσεις στα φυσικά φαινόμενα που αδυνατεί να κατανοήσει. Κεραυνοί σημαίνουν πως ο Δίας έχει καβγαδάκι με την Ήρα, θαλασσοταραχή πως ο Ποσειδώνας δεν έχει κέφια (ή θέλει να τραμπουκίσει τον Οδυσσέα) και ούτω καθεξής. Πληροφορίες που αμέσως έρχονταν σε σύγκρουση με το μάθημα των θρησκευτικών όπου εκεί τις ιστορίες και τους μύθους τους αντιμετωπίζαμε ως γεγονότα δίχως την παραμικρή αμφιβολία.

Αν πιέσουμε το μυαλό μας να σκεφτεί, δεν είναι δύσκολο να εντοπίσουμε την αναγκαιότητα και σημαντικότητα της θρησκείας στην ιστορία της ανθρωπότητας. Θέλω να πω, όταν έχεις να κάνεις με βάρβαρους στο διπλανό χωριό, η επιρροή και οι κανόνες μιας «ανώτερης δύναμης» ήταν σημαντικοί παράγοντες για την υπακοή, την ασφάλεια και την ευημερία μιας κοινότητας. Τότε, όσο πιο κοντά στη φωτιά έμενες (που φωτιά μπορεί να σημαίνει και Θεός), τόσο αύξανες τις πιθανότητες επιβίωσής σου.

Ταυτόχρονα, θρησκεία δεν σήμαινε μόνο εξηγήσεις του ανεξήγητου, ούτε κανόνες ηθικής τους οποίους όλοι πρέπει να υπακούν για να ξεχωρίζουν από τα κτήνη, αλλά και κανόνες που πρέπει να υπακούν για τη σωτηρία της ψυχής τους στη μεταθανάτια ζωή. Κατά τις εποχές όπου οι άνθρωποι ήταν πιο απομακρυσμένοι από ποτέ, ήταν χρήσιμο να υπάρχουν δέκα εντολές ‒ με τη μία να είναι το «ου φονεύσεις».

Φυσικά με την πάροδο των αιώνων, μετά τους κανόνες ηθικής, η θρησκεία άρχισε να σημαίνει και κουλτούρα, θρησκεία άρχισε να σημαίνει και τέχνη. Μπορεί η δεύτερη εντολή να λέει «δεν θα κατασκευάσεις για σένα είδωλα και κανενός είδους ομοίωμα, δεν θα τα προσκυνάς ούτε θα τα λατρεύεις», αλλά ο άνθρωπος έχει την ανάγκη να ερμηνεύει τον κόσμο γύρω του με τον δικό του τρόπο· η θρησκεία αποτελεί πηγή έμπνευσης για χιλιετίες και αυτό έχει οδηγήσει τον άνθρωπο στην κατασκευή έργων τέχνης αντάξιων θεών… ή μάλλον αντάξιων του ίδιου μας του είδους;

 

Θρησκεία είναι ο άνθρωπος

 

Η θρησκεία έχει πάρει διάφορες μορφές ανά τους αιώνες, όλες με σκοπό την απήχηση στους πιστούς της, αλλά και για να παραμείνει γοητευτική στους νέους ανθρώπους. Αρχικά, αυτό ίσως είναι δύσκολο να το πιστέψει κάποιος, μια και κανείς δεν συσχετίζει έννοιες όπως «θρησκεία» και «μοντερνισμός», αλλά καταλαβαίνουμε πως είναι αλήθεια από τη στιγμή που οι άνθρωποι δεν εξασκούν την πίστη τους όπως θα έκαναν οι πιστοί δέκα αιώνες πριν. Αυτή η ελαστικότητα, αν και διακριτική, είναι αναπόφευκτη και κάτι που βλέπουμε σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης ύπαρξης, ιδίως όταν ταξιδεύουμε μακρύτερα στο μέλλον. Επίσης, προδίδει την πραγματική φύση της θρησκείας η οποία είναι ανθρώπινη.

Βλέπετε, το μεγαλύτερο ψέμα της θρησκείας είναι πως ο Θεός μας έπλασε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» του, ενώ στην πραγματικότητα έγινε το αντίστροφο· όλους τους θεούς εμείς τους φτιάξαμε. Το ανθρωποκεντρικό ενδιαφέρον μας, δημιούργησε θεότητες, οι οποίες παγκοσμίως είχαν ως σημείο αναφοράς εμάς. Ό,τι θετικό συνέβαινε στον κόσμο ήταν επειδή τους ευχαριστούσαμε και ό,τι αρνητικό επειδή μας τιμωρούσαν· αυτή ήταν η πρόχειρη ανθρώπινη λύση στον υπαρξιακό τρόμο που προκαλεί το άγνωστο και μια ζεστή φωλιά σε ένα χαοτικό και παγωμένο σύμπαν, στο οποίο μπορούμε να ρίχνουμε κλεφτές ματιές μονάχα τα βράδια, όταν κάποια αστέρια είναι ορατά στον ουρανό.

Το γεγονός, λοιπόν, ότι η θρησκεία είναι ελαστική είναι και αυτό που προδίδει την πραγματική της φύση, καθώς ό,τι δεν προσαρμόζεται χάνεται με το πέρας των αιώνων. Και από τη στιγμή που εμείς προσαρμόζουμε τη θρησκεία, αυτό μας δίνει εξουσία πάνω στη μορφή και στα πιστεύω των θεοτήτων που τις εκφράζουν. Το πραγματικό πρόβλημα έγκειται στη στιγμή που ο άνθρωπος αποφάσισε να βάλει διαμεσολαβητές μεταξύ του ίδιου και των θεών του. Ναι, όταν κανείς δεν ήξερε ανάγνωση είχαν λόγο ύπαρξης, όμως στις μέρες μας ποιος είναι ο σκοπός τους; Η απάντηση είναι απλή: να μεταφέρουν τον λόγο των θεών, άρα είναι και αυτοί που ελέγχουν το αφήγημά τους, με αποτέλεσμα να ελέγχουν άρχοντες και βασιλιάδες, και φυσικά ολόκληρους λαούς· να αποφασίζουν ποιο είναι το λάθος και ποιο το σωστό ανάλογα με τα συμφέροντά τους· και αυτή είναι η λέξη κλειδί: συμφέροντα.

Το πρόβλημα της θρησκείας δεν ξεκίνησε με την ύπαρξή της, ούτε με την ιδέα πως υπάρχει ένα φανταστικό πρόσωπο στους ουρανούς που κρίνει τις πράξεις μας, αλλά όταν οι άνθρωποι ξεκίνησαν να μετράνε ποιος έχει τον μεγαλύτερο θεό και οι διαφωνίες αυτές άρχισαν να αποτελούν αφορμές για αιματοχυσία. Όλοι αυτοί οι διαμεσολαβητές, αυτοί με το ένα πόδι στην εκκλησία και το άλλο στην κυβέρνηση, αιώνες χρησιμοποιούν τις αφορμές τους και μετράνε τα κέρδη τους πάνω σε πτώματα. Για τη μία πλευρά ένας θεός μπορεί να σημαίνει χαρά και αγάπη, και ο ίδιος θεός στην άλλη πλευρά να σημαίνει βόμβες και καμένη γη. Κι εμείς τι κάνουμε; Συνεχίζουμε να συμμετέχουμε σε ένα παιχνίδι χαλασμένου τηλεφώνου που παίζεται για αιώνες, αποδεχόμαστε την κατάσταση γιατί γεννηθήκαμε σε αυτήν και σηκώνουμε τα χέρια ψηλά λέγοντας «τι να κάνουμε, έτσι είναι τα πράγματα».

 

Η πίστη είναι προσωπική υπόθεση

 

Στον 21ο αιώνα που διανύουμε έχουμε εύκολη πρόσβαση στα πάντα και ειδικά σε ιστορίες. Αν κάποιον άνθρωπο τον βοηθάει η ιστορία του Ιησού και του δίνει κουράγιο μέσα στην ημέρα του αυτό είναι θαυμάσιο, αλλά πλέον δεν υπάρχει μόνο αυτή η ιστορία. Εκκλησία μπορεί να είναι το οτιδήποτε, από τον ναό ενός αγίου, μέχρι κάποιο συνέδριο για κινηματογράφο, για κόμιξ, βιντεοπαιχνίδια, ή απλώς μια δημοτική βιβλιοθήκη ‒ ο καθένας βρίσκει δύναμη στις ιστορίες που τον εκφράζουν περισσότερο και οι θρησκευτικές ιστορίες είναι απλώς αυτό: ιστορίες.

Η πίστη θα έπρεπε να είναι προσωπική υπόθεση του ατόμου, δεν είναι ταυτότητα και σίγουρα δεν είναι ομάδα, θα έπρεπε να μεταδίδεται με σεβασμό και αν δεν βρει ανταπόκριση, τότε αυτό θα πρέπει να είναι αποδεκτό. Οι προσηλυτιστικές τακτικές πρέπει να σταματήσουν. Πρακτικές όπως το βάπτισμα είναι απλώς ακόμα μια απόδειξη της ανθρώπινης χειραγώγησης και πλύσης εγκεφάλου –και όταν δεν είναι αυτό τότε είναι απλά μια συνήθεια. Αν ένα παιδί είναι αβάπτιστο, αυτό δεν εμποδίζει σε τίποτα τους γονείς του από το να ασκούν την πίστη τους και αν το παιδί μεγαλώσει και επιθυμήσει να ακολουθήσει, τότε μπορεί να βαπτιστεί αργότερα από επιλογή. Το ίδιο ισχύει και για την πρωινή προσευχή στο σχολείο, όπου τα μισά παιδιά μένουν με σταυρωμένα τα χέρια και τα υπόλοιπα κάνουν τον σταυρό τους από εξαναγκασμό. Ακόμα και το πιο μικρό χωριό έχει άτομα διαφόρων πίστεων και πεποιθήσεων, οπότε δεν θα ήταν προτιμότερο να κάναμε ενός λεπτού σιγή και ο καθένας να σκεφτόταν ό,τι του δίνει γαλήνη και δύναμη, παρά να επιβάλλονται προσευχές που δεν εκφράζουν το σύνολό του;

Ό,τι και να γράφουμε όμως τίποτα δεν θα αλλάξει αν οι πιστοί δεν πάρουν πίσω τους θεούς τους από εκείνους που ισχυρίζονται πως μεταφέρουν τα λόγια τους. Αυτοί που σαν Κέρβεροι φυλάνε τις πύλες του Παραδείσου, που στην πραγματικότητα είναι πύλες οι οποίες οδηγούν σε ένα άδειο οικόπεδο. Εννοείται πως δεν αναφέρομαι στον ιερέα της γειτονιάς, ο οποίος πάει στην εκκλησία του και κάνει τη λειτουργία του, αλλά σε αυτούς που έχουν μετατρέψει τα θεία σε εταιρείες, αυτούς που ακόμα μένουν σε παλάτια και ανάκτορα, αυτούς που ισχυρίζονται πως είναι κοντά στον λαό και πλένονται αμέσως μόλις ένας φτωχός τους αγγίξει. Οι θεοί δεν χρειάζονται λεφτά, δεν χρειάζονται θυσίες, δεν έχουν ανάγκη από βόμβες, τους είναι άχρηστες. Θα θέλουν πάντα ό,τι εμείς έχουμε διάθεση να τους δώσουμε, και μια σκέψη είναι αρκετή.

 

 

Ο Λευτέρης Αναγνωστόπουλος ασχολείται με τη συγγραφή και τη σκηνοθεσία. Από τις εκδόσεις Άνω Τελεία κυκλοφορεί το πρώτο του έργο, ένα δυστοπικό, νεο-νουάρ, μυθιστόρημα με τίτλο «Το Κόκκινο Δεξί Χέρι».