Ο Θρίαμβος της Θέλησης (Triumph des Willens) είναι ταινία ναζιστικής προπαγάνδας που κυκλοφόρησε το 1935 σε σκηνοθεσία της Λένι Ρίφενσταλ και καταγράφει το Κομματικό Συνέδριο της Νυρεμβέργης του 1934. Θεωρείται η καλύτερη προπαγανδιστική ταινία όλων των εποχών λόγω των καινοτόμων τεχνικών που χρησιμοποίησε η Ρίφενσταλ κατά το γύρισμα, με πολλές απ’ αυτές τις τεχνικές να χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα στον κινηματογράφο και να έχουν εμπνεύσει γενιές καλλιτεχνών να δώσουν φωνή και κίνηση στα δικά τους κάδρα. Ο Θρίαμβος της Θέλησης είναι ένα καταπληκτικό ιστορικό αντικείμενο μελέτης και ένα καταπληκτικό μάθημα για το πώς τα κινηματογραφικά πλάνα μπορούν να μας επηρεάσουν.
Ταυτόχρονα, το επόμενο μάθημα που διδάσκει O Θρίαμβος της Θέλησης είναι ότι η καλή φωτογραφία και η δομή κάδρου δεν κάνουν απαραίτητα μια καλή ταινία. Ο κινηματογράφος είναι το αποτέλεσμα πολλών διαφορετικών τεχνών και γι’ αυτό κάθε έργο χρειάζεται ανάλυση για να δούμε τι λειτουργεί και τι όχι. Αν έχει κακιά σκηνοθεσία, πώς είναι το σενάριο; Αν δεν έχει καλό σενάριο, πώς ερμηνεύουν οι ηθοποιοί τους ρόλους τους; Τι καινούργιο μπορεί να προσφέρει ένας σκηνοθέτης σε ένα σενάριο που έχουμε δει εκατοντάδες φορές; Αν κάποιος δεν ενδιαφέρεται για το ιστορικό κομμάτι, O Θρίαμβος της Θέλησης είναι ένα τεράστιο χάσιμο του χρόνου του. Είναι πλάνα από παρελάσεις και ναζιστικοί χαιρετισμοί για δύο ώρες. Η Ρίφενσταλ καταφέρνει να αναδείξει το ψεύτικο μεγαλείο της Γερμανίας του Χίτλερ και να παραμυθιάσει το κοινό δείχνοντας στρατιώτες να παίζουν και να γελάνε, δίχως να υπάρξει ούτε μια στάλα αίματος ή πραγματικότητας στο κάδρο. Δεν υπάρχει ιστορία και η μόνη αφήγηση – αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί αφήγηση δηλαδή – είναι πως εδώ όλα λειτουργούν άψογα. Στον κόσμο της ταινίας, δεν υπάρχει πόνος και θλίψη κάτω από την ηγεσία του Χίτλερ, μόνο χαμόγελα, παρελάσεις και συμμετρία. Οι στρατιώτες του είναι σαν παιδάκια που παίζουν και γελούν. Γιατί κάποιος να μην θέλει να ζει έτσι; Και πράγματι, αυτό αναρωτιούνται πολλοί. Στα σχόλια στο YouTube κάτω από την ταινία πολλοί θέλουν να γυρίσουν πίσω και να αναβιώσουν εκείνες τις εποχές. Βλέπουν την ταινία και αισθάνονται ασφάλεια. Ξεκάθαρα η Ρίφενσταλ κάνει καλά τη δουλειά της.
Και αφού μιλήσαμε για την αντικειμενικά καλύτερη ταινία που έχει να προσφέρει η ακροδεξιά προπαγάνδα, ας μιλήσουμε τώρα για την χειρότερη, απελπισμένη, μοντέρνα εκδοχή της. Θυμάστε πριν από μερικούς μήνες που μιλήσαμε για τους φιδέμπορες του διαδικτύου; Αποφάσισαν να δουν την ταινία που τους πρότεινε πολύ διακριτικά ο Ίλον Μασκ με το να την ανεβάσει ολόκληρη στο X και τη λάτρεψαν! Τώρα λένε, «αν δεν είναι προπαγάνδα όλες οι ταινίες με τους γκέι που μας αναγκάζουν (παύση για ειρωνεία) να βλέπουμε, ούτε αυτό είναι». Σωστοί; Όχι.
Ο Ούβε Μπολ είναι ένα γνωστό όνομα στον χώρο του κινηματογράφου για το πόσο καταπληκτικά κακός σκηνοθέτης είναι, αλλά ταυτόχρονα έχει καταφέρει να κάνει πάνω από τριάντα ταινίες και πολλές είναι μεταφορές αγαπημένων βιντεοπαιχνιδιών όπως το Far Cry, το Alone in the Dark, το Postal ή το Bloodrayne. Σε πολλές απ’ αυτές, όπως και σε αυτή που θα συζητήσουμε σήμερα, παίζουν και γνωστοί ηθοποιοί κιόλας. Πριν από μερικά χρόνια το να συζητάς για ταινίες του Ούβε Μπολ ήταν ένα μεγάλο αστείο στο διαδίκτυο. Είναι από εκείνες τις εποχές που μπορείς να κοιτάξεις κάπως ρομαντικά το παρελθόν και να γνωρίζεις πως όντως τα πράγματα ήταν όπως τα θυμάσαι. Μιλάμε για έναν σκηνοθέτη που έχει προκαλέσει τους κριτικούς των ταινιών του σε αγώνα πυγμαχίας. Ο ίδιος ξέρει πολύ καλά τι είναι και το εκμεταλλεύεται σε κάθε ευκαιρία. Όμως πλέον έχουμε 2026 και επειδή η alt-right δεν μπορεί να κρυφτεί για πολύ έπρεπε να αναδείξει ακόμα έναν σταρ, οπότε ο Μπολ κατάφερε να κάνει και επίσημα την χειρότερη ταινία του, αλλά ταυτόχρονα γι’ αυτόν ίσως την πιο κερδοφόρα.
Τα ψέματα του “Citizen Vigilante“
Τα ψέματα του Citizen Vigilante ξεκινάνε από τον τίτλο, αλλά και από την ίδια την περιγραφή της ταινίας που μπορεί κάποιος να βρει στο διαδίκτυο. «Ένας άντρας παίρνει τον νόμο στα χέρια του κυνηγώντας εγκληματίες. Η σταυροφορία του μπορεί να τον έκανε σταρ στα σόσιαλ μίντια, αλλά τον φέρνει και σε σύγκρουση με τον τοπικό αρχηγό της αστυνομίας». Αν αυτή η περιγραφή φαίνεται έστω και λίγο γνώριμη εδώ είναι ένα καλό σημείο να αναφέρουμε πως ο αρχικός τίτλος της ταινίας ήταν «Ο Σκοτεινός Ιππότης», αλλά η Warner Bros. τους έριξε άκυρο και κατέληξαν στο Citizen Vigilante, αλλά θα επιστρέψουμε σε αυτόν σε λίγο.
Η ταινία ξεκινάει και στα πρώτα λεπτά τεράστια γράμματα στην οθόνη μάς ενημερώνουν ότι βρισκόμαστε στην «ΕΥΡΩΠΗ», κάτι που ίσως φανεί ξεκαρδιστικό σε όποιον έχει βασικές γνώσεις γεωγραφίας, αλλά η αλήθεια είναι πως το κουτοπόνηρο μυαλό του Ούβε Μπολ ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Στην «ΕΥΡΩΠΗ» που όλοι μιλάνε αγγλικά λοιπόν, μια ξανθιά μητέρα βγαίνει από το παντοπωλείο με το παιδί της και εκεί ένας μετανάστης την βρίσκει και της καρφώνει ένα μαχαίρι στον λαιμό. Δεν της κλέβει τα ψώνια, δεν της παίρνει το πορτοφόλι, την δολοφονεί και τρέχει κουνώντας το μαχαίρι απειλητικά στους περαστικούς. Αργότερα, ένα δελτίο ειδήσεων μας ενημερώνει πως οι επιθέσεις μεταναστών αυξάνονται μέρα με τη μέρα και πως όλοι έχουν παγώσει από τον φόβο τους. Οι γονείς φοβούνται να αφήσουν τα παιδιά τους να παίξουν έξω, οι γυναίκες φοβούνται να κυκλοφορήσουν μόνες τους, στη χούντα είχαμε δρόμους και κοιμόμασταν με ανοιχτά παράθυρα, όλα τα γνωστά. Αφού κανείς δεν υπάρχει για να προστατέψει τους αθώους λευκούς που πληρώνουν τους φόρους τους από τους κακούς μαύρους, όλοι οι πολίτες έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στον «Πολίτη Εκδικητή» που δεν κουράζει το μυαλουδάκι του με πολλές σκέψεις και σαν καλό Αμερικανάκι πυροβολεί όποιον τον κοιτάξει στραβά.
Ο Άρμι «για τα λεφτά τα κάνεις όλα» Χάμερ, αφού έχει κατηγορηθεί από πολλές γυναίκες για σεξουαλική και συναισθηματική κακοποίηση, είχε χρόνια να βρει δουλίτσα και για να επιστρέψει στο προσκήνιο πρωταγωνιστεί εδώ ως Μάκιλ Σάντερς, ένας πρώην Αμερικανός στρατιώτης, ο οποίος κληρονομεί το μεσιτικό γραφείο του πατέρα του και επειδή πλέον δεν έχει ανάγκη να δουλέψει περνάει τον ελεύθερο χρόνο του κυνηγώντας μετανάστες. Και για όσους δεν έχουν κάνει ακόμα τη σύνδεση· ναι, αν και η ταινία λέγεται “Citizen Vigilante”, ο Σάντερς δεν είναι citizen της «ΕΥΡΩΠΗΣ», αλλά είναι και ο ίδιος ένας μετανάστης και όπως μας ενημερώνει η ταινία βρίσκεται στην «ΕΥΡΩΠΗ» παράνομα κιόλας.
Όπως η ταινία δεν έχει πλοκή και ιστορία, παρά μόνο δικαιολογίες για τις δολοφονίες μεταναστών, έτσι και ο Σάντερς δεν είναι ένας τρισδιάστατος χαρακτήρας, παρά μια κούκλα βιτρίνας. Ο Χάμερ δεν ερμηνεύει κάποιον ρόλο, απλά γουρλώνει τα μάτια του, περπατάει και μονολογεί τόσο πολύ γιατί ο χαρακτήρας του λατρεύει τον ήχο της φωνής του. Ένα από τα πράγματα που τον βλέπουμε να κάνει συστηματικά στον ελεύθερο χρόνο του είναι να βλέπει βίντεο στο ίντερνετ από ανθρώπους που τον λατρεύουν και τον συγχαίρουν για τις πράξεις του. Είναι ένα ανδρείκελο μίσους, που αν ήταν παιχνίδι στο κουτί του και το πάταγες για να μιλήσει θα ανακύκλωνε τη ρατσιστική ρητορική που η ακροδεξιά λατρεύει να επαναλαμβάνει.
Ο ίδιος ο Σάντερς είναι μια μελέτη για τον φανταστικό «ήρωα» που εκθειάζει η ακροδεξιά. Μιλάμε για έναν χαρακτήρα που κάνει κήρυγμα σε παιδιά ότι πρέπει να πληρώνουν το εισιτήριο του λεωφορείου τους και για τις επιπτώσεις που μπορεί να υπάρξουν στην κοινωνία αν δεν το κάνουν. Τα παιδιά βέβαια είναι τόσο σατανικά που η ταινία για να δικαιολογήσει την παραβατική τους συμπεριφορά, τα έχει βάλει να κυκλοφορούν με σουγιάδες, γιατί όσοι δεν πληρώνουν είναι εγκληματίες. Είναι ένας χαρακτήρας που δεν μπορεί να ολοκληρώσει την ερωτική επαφή με μια σεξεργάτρια επειδή το ταβάνι από πάνω τους έχει μούχλα και το θεωρεί ανεπίτρεπτο καθώς το κτήριο ανήκει στο μεσιτικό του γραφείο. Εννοείται πως δεν υπάρχει κάποιο σχόλιο για την σεξεργασία σε κτήριο που του ανήκει. Από τη στιγμή που αυτός πληρώνεται όλα είναι καλά. Είναι πελάτης κιόλας.
Ο Σάντερς είναι αυτό που βλέπουν οι ακροδεξιοί όταν βλέπουν τον Punisher και δεν ενδιαφέρονται για τα τραγικά γεγονότα στη ζωή του χαρακτήρα. Το μόνο που θέλουν είναι ένας τρελός με όπλο που σκοτώνει όποιον δεν τους αρέσει. Ένα κοινό που έχουν όλοι οι μασκοφόροι ήρωες είναι ότι η αστυνομία δεν τους συμπαθεί. Είτε επειδή είναι διεφθαρμένη και τους δημιουργεί μια άσχημη εικόνα, είτε επειδή οι αστυνόμοι όντως προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους και οι μασκοφόροι ήρωες παίρνουν αυθαίρετα τον νόμο στα χέρια τους. Το σίγουρο είναι πως κανείς δεν σκοτώνει αστυνομικό. Ο Σάντερς όμως δεν νοιάζεται, τους σκοτώνει όλους. Η κόντρα που έχει με τον αρχηγό της αστυνομίας αποτελείται από κοινοτοπίες και κλισέ, επιλεγμένα μόνο για να ενισχύσουν τη θέση του Σάντερς και της απολυταρχίας και να αναδείξουν την ανικανότητα του συστήματος.
Το μεγαλύτερο έγκλημα του Citizen Vigilante όμως είναι πως είναι απίστευτα βαρετό. Το anime Angel Cop του 1989 είναι φτιαγμένο από Ιάπωνες εθνικιστές, αλλά το animation είναι πανέμορφο ασχέτως αν η πλοκή είναι για γέλια. Ο Θρίαμβος της Θέλησης είναι κυριολεκτικά φτιαγμένος από Ναζί, αλλά δεν νομίζω κανείς να αμφισβητεί την ικανότητα της Ρίφενσταλ να δημιουργεί συναισθήματα με τις εικόνες της. Το Citizen Vigilante δεν έχει τη δύναμη να σε κάνει να αισθανθείς τίποτα γιατί είναι φτιαγμένο για ανθρώπους που καταναλώνουν AI slop στο διαδίκτυο και δεν προσπαθεί ούτε στο ελάχιστο να αναπτύξει σκηνές ή χαρακτήρες. Όπως ξεκινάει η ταινία έτσι και τελειώνει. Ο Σάντερς δεν ανακαλύπτει και δεν μαθαίνει τίποτα για τον εαυτό του ή την κοινωνία. Οι μετανάστες είναι κακοί γιατί είναι μετανάστες. Τέλος. Δεν χρειάζεται να ξέρουμε τίποτα άλλο. Δεν μελετάει το μεταναστευτικό ζήτημα στην Ευρώπη. Δεν μελετάει τους κοινωνικοπολιτικούς λόγους πίσω απ’ αυτό και δεν ενδιαφέρεται για τα αίτια. Εννοείται επίσης πως δεν εξερευνά το πώς οι μετανάστες μπορούν να καλυτερεύσουν μια κοινωνία. Αυτά είναι μόνο για τους λευκούς, κάτι που μας πάει στο τελευταίο ερώτημα. Γιατί μπαίνει στον κόπο το σενάριο να σχολιάσει το γεγονός ότι ο Σάντερς είναι παράνομα στη χώρα δίχως όμως να τον αποκαλέσει «μετανάστη»;
Εδώ όλα κάνουν κύκλο και επιστρέφουμε στην «ΕΥΡΩΠΗ». Ο Ούβε Μπολ είναι Γερμανός, άρα ξέρω σίγουρα ότι γνωρίζει πως η Ευρώπη αποτελείται από πολλές χώρες. Το θέμα είναι πως αν και Γερμανός με ταινία που διαδραματίζεται στην «ΕΥΡΩΠΗ», δεν απευθύνεται σε Ευρωπαίους, αλλά σε Αμερικανούς. Γι’ αυτό όλοι μιλάνε αγγλικά και όχι οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα. Η λογικής της «ΕΥΡΩΠΗΣ» είναι η λογική των ανθρώπων που μιλάνε για την Αμερική και την μπερδεύουν με τις Ηνωμένες Πολιτείες νομίζοντας πως είναι το ίδιο. Ο Σάντερς δεν είναι μετανάστης γιατί είναι λευκός και η συμπεριφορά του είναι αυτή ενός αποικιοκράτη που σκοτώνει προσπαθώντας να φτιάξει το διαλυμένο σύστημα της «ΕΥΡΩΠΗΣ». Αποκαλώντας έναν λευκό Αμερικάνο «μετανάστη», είναι σαν να αναγνωρίζεις αυτόματα πως όλοι οι μη ιθαγενείς της Αμερικής είναι μετανάστες και παιδιά μεταναστών, όμως αυτό δεν ταιριάζει με την τραμπική ιδεολογία που έχει ασπαστεί ο Ούβε Μπολ, οπότε ο καουμπόης Αμερικάνος είναι η σωτηρία της Ευρώπης. Δεν είναι παράξενο που ο Ίλον Μασκ ανέβασε αμέσως όλη την ταινία στο X. Είναι αυτό που θέλει να δει στην πραγματική ζωή. Όπως και όλοι οι διαδικτυακοί φιδέμπορες που έχουν πάρει το Citizen Vigilante και κρύβονται πίσω από το «σιγά, πώς κάνετε έτσι; Μια ταινία είναι», συγκρίνοντάς το με την Οδύσσεια και την επιλογή η Λουπίτα Νιόνγκο να υποδυθεί την Ωραία Ελένη. Έτσι κι αλλιώς, αν βλέπουν ταινίες τις βλέπουν με ανοιχτά τα κινητά τους, οπότε στα μάτια τους όλα ίδια είναι. Και ταινία φτιαγμένη αποκλειστικά από AI να δουν θα σου πουν το ίδιο.
Το Citizen Vigilante δεν είναι απλά μια ακροδεξιά προπαγάνδα, αλλά η απελπισμένη, μοντέρνα, εκδοχή της. Είναι κάτι για να ασχοληθούμε αυτόν τον μήνα και αργότερα θα ξεχαστεί και από τους ίδιους που τώρα το εκθειάζουν. Δεν υπάρχει ούτε ένα κομμάτι στο κορμί της «ταινίας» που κάποιος να μπορεί να το δικαιολογήσει ως τέχνη. Είναι η παράνοια του ακροδεξιού που πιστεύει ότι οι κυβερνήσεις χαρίζουν σπίτια σε μετανάστες αντί να τους πνίγουν στη θάλασσα, είναι η ψευδαίσθηση ότι η λευκή Αμερική μπορεί να σώσει τον κόσμο εισβάλλοντας σε χώρες και σκοτώνοντας αθώους. Δεν θα το αποκαλούσα ποτέ «επικίνδυνο» γιατί έτσι του δίνεις μια αξία την οποία δεν έχει. Είναι μόνο κυνικό και απελπισμένο για προσοχή. Είναι ο συγγενής στο οικογενειακό τραπέζι που δεν μπορεί να κρατήσει το στόμα του κλειστό και τελειώνει κάθε πρόταση λέγοντας «εγώ την άποψή μου λέω».
