Υπάρχουν δύο κυρίαρχες θεωρίες σχετικά με το μέλλον του κινήματος MAGA και της επιρροής του στην πολιτική σκηνή των ΗΠΑ (και κατά προέκταση παγκοσμίως). Σύμφωνα με την πρώτη, το κίνημα θα σβήσει με τον ίδιο τον Τραμπ, αφού είναι δημιούργημά του, ένα προϊόν μιας μορφής personality cult που βασίζεται στην ιδιόμορφη έλξη που ο ίδιος κατάφερε να ασκήσει σε ένα τόσο μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος.

Σύμφωνα με τη δεύτερη, το κίνημα αυτό ξύπνησε μια σειρά από κοιμώμενα ένστικτα που δύσκολα πια θα κρυφτούν κάτω από το χαλί, και ότι ένας πιο ισορροπημένος και πανούργος ηγέτης (βλέπε Τζ. Ντ. Βανς, ως επικρατέστερος διάδοχος) χωρίς τις παλινωδίες και τις παλαβομάρες ενός εμφανώς ψυχικά ασταθούς Τραμπ, θα κατάφερνε να κυριαρχήσει πολιτικά και να μετασχηματίσει την ίδια τη δομή της αμερικάνικης κοινωνίας.

Γι’ αυτό λοιπόν κατά τη γνώμη μου είναι σημαντικό για όλους μας να ενδιαφερόμαστε για το τι γίνεται στην κούρσα των δημοκρατικών. Όχι γιατί είμαι φανατικός υποστηρικτής των δημοκρατικών και ένθερμος εχθρός των ρεπουμπλικάνων. Αν έχει την ελάχιστη σημασία ποιες είναι οι δικές μου πολιτικές προτιμήσεις (που δεν έχει), πάντοτε υποστήριζα τη μετριοπαθή πτέρυγα των δημοκρατικών, αλλά σέβομαι την παράδοση και τις αρχές του ρεπουμπλικανικού κόμματος. Άλλωστε, μην ξεχνάμε ότι ο σπουδαιότερος πρόεδρος στην ιστορία της χώρας (ο Λίνκολν) ήταν ρεπουμπλικάνος, ενώ πολλές από τις πιο αξιοπρεπείς φιγούρες της σύγχρονης πολιτικής σκηνής επίσης (ο μακαρίτης ήρωας πολέμου γερουσιαστής Μακ Κέιν και ο πρώην κυβερνήτης Μιτ Ρόμνεϊ μεταξύ άλλων). Ο ίδιος ο πρώην πρόεδρος Ομπάμα έχει επαινέσει τις βασικές αξίες των ρεπουμπλικάνων όπως η αυτάρκεια και ανεξαρτησία. Γι’ αυτό και κατά τη γνώμη μου το ίδιο το ρεπουμπλικάνικο κόμμα βρίσκεται σε διαρκή ομηρία από τη διαβρωτική υποκρισία των MAGA, που επενδύουν σε ό,τι πιο χυδαίο στην ανθρώπινη φύση, ξεφτιλίζοντας ουσιαστικά κάθε αξία που οι παραδοσιακοί ρεπουμπλικάνοι θεωρούσαν ιερή.

Έτσι λοιπόν, επιστρέφω στις διεργασίες των δημοκρατικών. Στις πρόσφατες εκλογές για τη γερουσία στην πολιτεία του Μίσιγκαν, οι δημοκρατικοί ψηφοφόροι έκαναν την έκπληξη και εξέλεξαν ως υποψήφιο τον Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ αντί για την Χέιλι Στίβενς, η οποία είχε λάβει πολύ μεγαλύτερες χορηγίες καθώς και την στήριξη από το σύστημα του κόμματος. Όλοι που θεωρούν εαυτόν μέρος της προοδευτικής πτέρυγας των δημοκρατικών έσπευσαν να πανηγυρίσουν για την απρόσμενη νίκη του Σαγιέντ την οποία είδαν ως μια νίκη της λαϊκής βούλησης έναντι του συστήματος αλλά, κυρίως, και ως μια δεύτερη ένδειξη μιας στροφής του εκλογικού σώματος προς την προοδευτική ατζέντα, μετά την εκλογή του Μαμντάνι ως δημάρχου της Νέας Υόρκης.

Όμως αυτά που διδάσκει η ιστορία είναι διαφορετικά. Ένας ουδέτερος και ψύχραιμος παρατηρητής που επιθυμεί το δημοκρατικό κόμμα να επανέλθει στην εξουσία στις επόμενες εκλογές ώστε να δημιουργήσει ανάχωμα στην επέλαση του κινήματος MAGA, αρχίζει να νιώθει μεγάλη ανησυχία. Ο λόγος είναι προφανής: οι πιο προβεβλημένες φιγούρες στο δημοκρατικό κόμμα πλέον είναι ο Σαγιέντ, ο Μαμντάνι και η Οκάσιο-Κορτέζ, μέλη της άκρως προοδευτικής πτέρυγας (ναι, αυτής που το 2016 σε μεγάλο βαθμό απείχε από τις εκλογές διαμαρτυρόμενη για την Χίλαρι Κλίντον, ανοίγοντας τον δρόμο έτσι στον καλπασμό του Τραμπ στην εξουσία). Διερωτάται λοιπόν εύλογα κάποιος: είναι δυνατόν ένα δημοκρατικό κόμμα με τέτοια πολιτική πυξίδα να μπορέσει να κάνει τον μέσο Αμερικάνο να τον εμπιστευτεί; Ξεχνάμε τον ρόλο που έπαιξε η επονομαζόμενη και “woke” ατζέντα στην ισχυροποίηση του κινήματος Τραμπ; Μήπως αυτή η κατεύθυνση αποτελεί μάννα εξ ουρανού, βούτυρο στο ψωμί του Τραμπ και του Βανς, δίνοντάς τους έναν εύκολο στόχο;

Αλλά μέχρι στιγμής παραθέτω μονάχα επιχειρήματα που δεν υπερβαίνουν το θεωρητικό επίπεδο. Γι’ αυτό ας στραφώ στην πρόσφατη ιστορία για να χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα βγαλμένο από την πραγματικότητα:

Λίγο πριν το Brexit, ο Τζέρεμι Κόρμπιν ψηφίζεται στην ηγεσία του Εργατικού κόμματος στη Βρετανία. Ένα χρόνο αργότερα, όταν κάποιοι εντός του κόμματος τον αμφισβήτησαν έγινε δεύτερη εκλογή, την οποία ο Κόρμπιν και πάλι κέρδισε, αυτή τη φορά συντριπτικά. Ο Κόρμπιν βεβαίως προερχόταν από την αριστερή πτέρυγα του κόμματος και είχε στηριχτεί κατά βάση από τους νεότερους και πιο ενθουσιώδεις υποστηρικτές του Εργατικού κόμματος, οι οποίοι έβλεπαν σε αυτόν μια σπάνια στροφή προς τα δικά τους ιδανικά και τη μεταστροφή του ίδιου του κόμματος από τον μεσαίο χώρο του Τόνι Μπλερ.

Το αποτέλεσμα; Στις εκλογές του 2019 το Εργατικό κόμμα έβγαλε τους λιγότερους βουλευτές από το 1935! Η βρετανική κοινωνία συνασπίστηκε εναντίον μιας ρητορικής την οποία εξέλαβε ως πολύ ακραία και πολωτική, με αποτέλεσμα μια εκκωφαντική ήττα. Είναι το ίδιο Ηνωμένη Βασίλειο και Ηνωμένες Πολιτείες; Προφανώς και όχι. Θα μπορούσε όμως κάλλιστα να ισχυριστεί κάποιος ότι η κατάσταση στις ΗΠΑ είναι ακόμη πιο εχθρική προς τέτοιους πειραματισμούς.

Πιο αισιόδοξη μου φαίνεται η προοπτική με υποψηφίους όπως ο Τζέιμς Ταλαρίκο, ο οποίος, αντίστοιχα με τον Σαγιέντ, κέρδισε το χρίσμα της υποψηφιότητας για τη γερουσία στο Τέξας κόντρα στις προβλέψεις. Ο Ταλαρίκο βεβαίως έχει το αβαντάζ του ότι είναι λευκός σε μια συντηρητική πολιτεία, αλλά και το συγκριτικό πλεονέκτημα του ότι είναι ένας ένθερμος δημοκρατικός και ταυτόχρονα βαθιά πιστός Χριστιανός, με μεταπτυχιακό στη θεολογία. Ο συνδυασμός αυτών των δύο στοιχείων, όσο κυνικό κι αν φαντάζει κάτι τέτοιο, είναι πολύ ισχυρός για την κατάκτηση της μέσης Αμερικής. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που σε μερικές μετρήσεις ο Ταλαρίκο εμφανίζεται να έχει πλεονέκτημα έναντι του ρεπουμπλικάνου υποψηφίου, κάτι αδιανόητο σε μια τόσο βαθιά κόκκινη πολιτεία όσο το Τέξας. Η μετριοπάθεια του Ταλαρίκο, χωρίς όμως να θυσιάζει τις βασικές του αρχές, αποτελεί έναν οδικό χάρτη που μπορεί με μεγαλύτερη ασφάλεια να οδηγήσει τους δημοκρατικούς στην τόσο αναγκαία ανάκαμψη. Σε κάθε περίπτωση θα πάρουμε μια καλή ιδέα του τι ισχύει στην πραγματικότητα στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.