Ίσως επειδή είμαι άντρας λευκός, 47 ετών δεν κατανόησα ποτέ γιατί να μην μιλάς, γιατί να δέχεσαι βία λεκτική και σωματική δίχως ν’ αντιδράς ή τρέχοντας να φεύγεις. Ίσως επειδή είμαι άντρας λευκός 47 ετών, δεν θα κατανοήσετε εσείς ποτέ ότι ’γώ και άλλοι άντρες έχουμε βρεθεί σε παρόμοια θέση. Προνόμιο των γυναικών δεν είναι μόνο ο πόνος, η υποτίμηση, η λαβωματιά. Τείνει όμως πια να γίνει καθεστώς η γυναικοκτονία. Ένα καθεστώς που έχει επικρατήσει, γιατί εμείς οι άντρες οφείλουμε να διαφεντεύουμε, να ’μαστε οι προστάτες, οι κουβαλητές. Έτσι μας μεγαλώσανε μα μεγαλώσαμε και οφείλουμε να εξελισσόμαστε. Γεννά η μάνα αγόρι, χαίρονται όλοι που θα συνεχιστεί τ’ όνομα και που είναι γιος. Γεννά η μάνα κόρη, χαίρονται όλοι που θα ‘χουν ένα ποτήρι νερό. Για τον άντρα τα 40+ γοητεία είναι, για τη γυναίκα που είναι 40+ δίχως σύζυγο και παιδιά είναι αποτυχία. Φυσικά ειπώθηκε από κάποια ότι αν ένας άντρας είναι 50+ και δεν έχει κάνει οικογένεια, παιδιά, κάτι δεν πάει καλά μ’ αυτόν. Ξεστομίζονται τις εποχές που ζούμε πολλές σαχλές δηλώσεις, ίσως έτσι να πράττω και ’γώ κι αυτά που γράφω αυτοαναφορικές ανοησίες να είναι. Τα πάντα όμως θέμα οπτικής δεν είναι; Γι’ άλλον το σωστό είναι λάθος που γι’ άλλη το λάθος να ‘ναι το σωστό.

Άνοιγα την τηλεόραση παλιά να ψυχαγωγηθώ, μα τώρα πια όταν την ανοίγω θ’ ακούσω για μια ακόμα γυναίκα που δολοφονήθηκε, για ένα ακόμα παιδί που κακοποιήθηκε, για ψυχές αδικημένες και καρδιές λαβωμένες. Παντού μαχαιριές, έχουμε πιάσει ένα κοφτερό μαχαίρι κι όποιον πάρει ο χάρος. Και το νιώθω, αρχίζω ν’ αποκτηνώνομαι, να μην ταράζομαι πια και φοβάμαι ότι με τόση απελπισία, τόσο πόνο και θανατικό τριγύρω μου θα μου φαίνεται πια φυσιολογικό. Τρέμω μην αρχίσω από δω και πέρα να ’χω μόνο αποκτηνωμένες απορίες σε αυτές τις ειδήσεις. Σύζυγος δολοφόνησε τη σύζυγό του και την έβαλε στο πατάρι. Πώς την ανέβασε εκεί πάνω; Δυο κορίτσια έφηβα πιάστηκαν χέρι χέρι, έβαλαν μουσική στ’ ακουστικά τους και πήδηξαν απ’ την ταράτσα. Τι τραγούδι να επέλεξαν; Μια νέα κοπέλα που ‘χε χάσει τις αισθήσεις της, σαν σακί την παράτησαν στα τσιμέντα και πέθανε. Τι ναρκωτικά λες να πήραν; Ένα αγόρι δεν άντεξε τον καθημερινό τραμπουκισμό και πήδηξε απ’ το παράθυρο. Λες να ‘ταν ομοφυλόφιλος; Μια καθηγήτρια έπαθε εγκεφαλικό και πέθανε γιατί κι αυτήν καθημερινά την τραμπούκιζαν οι μαθητές της. Τι βαθμούς τους έβαζε άραγε μήπως ήτανε αυστηρή; Ο αστυνομικός δολοφόνησε τη γυναίκα του που ήταν αστυνομικός. Μα καλά στην ελληνική αστυνομία δεν τους περνάει κανείς από τεστ ψυχολογικά; Δεν συνεχίζω τη λίστα, γιατί ως κοινωνία δεν έχουμε μείνει πια μόνο μετεξεταστέοι αλλά έχουμε μηδενιστεί. Νομικά κατανοώ ότι το να διαχωρίσεις ένα έγκλημα σε ανδροκτονία ή γυναικοκτονία είναι άτοπο. Ένα έγκλημα παραμένει έγκλημα ό,τι φύλο και ν’ αφορά. Όμως οφείλει η δικαιοσύνη να επιβάλλει αυστηρότερες ποινές και να τιμωρεί πραγματικά άτομα που αφαίρεσαν τη ζωή από άτομα που τους προσέφεραν την καρδιά και την αγάπη τους.

Πάντα υπήρχαν αυτά τα -ας τα πω φαινόμενα- στην ελληνική κοινωνία τόσο την αστική όσο και την επαρχιακή. Πάντα άνθρωποι καταπίεζαν και κακοποιούσαν ανθρώπους. Πάντα ο φόβος και η ένοχη σιωπή επικρατούσαν. Ένα τεράστιο ΕΓΩ επιβαλλόταν στο ΕΜΕΙΣ. Πάντα υπάρχει κάπου κάποιος που θέλει να περάσει το δικό του δίχως να σέβεται κανέναν άλλο. Αλλάξαμε τίποτε όμως; Τα χρόνια της χούντας ενέτειναν τον φόβο, τη σιωπή, μετά τα χρόνια της Αλλαγής ήρθαν. Τι κι αν απέκτησε η γυναίκα το δικαίωμα του να χωρίζει άμα θέλει, εξακολούθησε να ψηφίζει ό,τι θέλει ο καβαλάρης της. Έτσι είχε μάθει, έτσι την είχανε μάθει. Εμείς ως γενιά προσπαθήσαμε να σπάσουμε αυτά τα δεσμά κι οι επόμενες γενιές ακόμα περισσότερο. Να το ξέρετε, έτσι θα πηγαίνει από δω και πέρα θέλετε δεν θέλετε θ’ αλλάξει αυτή τη σαθρή κατάσταση. Η οικονομική κρίση και οι εγκλεισμοί μας σε καραντίνες εκκόλαψαν στις ψυχές το φίδι που βγήκε όξω να μας φάει όλους. Το φίδι αυτό βρήκε και φώλιασε σε ψυχές που δεν ξεχώρισαν το σε θέλω με το μου ανήκεις. Το είμαι ερωτευμένος με το σε ζηλεύω. Το δεν σε θέλω πια με το θα μείνεις εδώ θες δεν θες. Καταπίεση, κακοποίηση κι ένας φόβος του αν το μοιραστείς αυτό θα φταις εσύ. Εσένα θα κατηγορήσουν, εσύ θα ‘σαι ο υπεύθυνος αυτού που σου συμβαίνει.

Θυμάμαι ήταν ένας περιπτεράς που αγοράζαμε αυτοκόλλητα panini, καραμέλες, γλειφιτζούρια, παγωτά και τσιγάρα για τους γονείς μας. Εκείνος έλεγε σε κορίτσια «έλα από δω να σου δώσω τα ρέστα» και τα χάιδευε κρυφά πίσω απ’ την πόρτα. Με τα μάτια μου το ‘χα δει και ήμασταν 8 χρόνων μα δεν το είπαμε πουθενά. Τη δεκαετία του ’80 δεν είχαμε αυτή την πρόσβαση και πληροφόρηση πάνω στις σεξουαλικές πρακτικές που κατέχει πια ένας οκτάχρονος του σήμερα. Το χάδι το νιώθαμε ως εκδήλωση αγάπης, ως επιβράβευση και μου ‘χε πει τότε το κορίτσι «με είπε καλό κορίτσι και με χάιδεψε εδώ» δείχνοντας μου τ’ αχαμνά της. Δεν είχα συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο. Όταν λίγο καιρό αργότερα ένας κύριος πήγε να με χαϊδέψει και μένα του δάγκωσα το χέρι. Το ένστικτο επιβίωσης μ’ έκανε σα ζώο να δαγκώσω και ακόμα θυμάμαι τη φάπα που μου έριξε στο πρόσωπο που έπεσα κάτω και με άρπαξε κολλώντας τη μούρη του στη μούρη μου και γεμίζοντάς με σάλια είπε απειλητικά «αν το πεις πουθενά θα σε σκοτώσω κωλόπαιδο». Δεν το είπα πουθενά, όχι γιατί φοβήθηκα μη με σκοτώσει αλλά για να μην τον σκοτώσει ο πατέρας μου άμα του έλεγα τι είχε συμβεί. Κάθισα στο Πασαλιμάνι σιωπηλός, δεν σκούπισα τα σάλια του απ’ το πρόσωπό μου, τα καθάριζαν τα δάκρυα του παραπόνου μου και κοιτούσα τη θάλασσα όσο μ’ έψαχνε η παρέα μου. Τότε οι γονείς μας άφηναν να είμαστε παρέες, γιατί ο ένας πρόσεχε τον άλλο, δεν είχαμε μετατραπεί σε αυτές τις αγέλες ανηλίκων του παρόντος. Αγέλες που έχουν έναν αρχηγό, ο οποίος παρακινεί τους άλλους να τραμπουκίσουν κάποιον άλλο. Εμείς ήμασταν παρέες που και αρχηγοί αν εμφανίζονταν δεν τους υπακούαμε, τους απομακρύναμε και αλωνίζαμε -το Πασαλιμάνι- όσο οι μεγάλοι πίνανε τους κυριακάτικους καφέδες τους ανέμελοι με την άγνοια του κινδύνου. Θέλανε να πιστεύουν ότι η κοινωνία είχε αλλάξει από τα δικά τους καταπιεστικά χρόνια και μεγάλωναν τα παιδιά τους με ευμάρεια, με ευκαιρίες και πάνω απ’ όλα με ασφάλεια.

Στα χρόνια του Γυμνασίου είχα εντοπίσει έναν καθηγητή που την έπεφτε σε κορίτσια. Το ‘χα καταλάβει μα τα κορίτσια μου λέγανε να μην το πω, γιατί θα τους δημιουργήσω πρόβλημα. Είχαμε πια πονηρέψει, είχαμε καταλάβει ότι το χάδι μπορεί να είναι και σεξουαλικό. Όταν τα εφηβικά μου μάτια αντίκρισαν στις τουαλέτες μια συμμαθήτρια μου να κλαίει ’γώ κατάλαβα κι άρχισα δυνατά να την ρωτώ «πες μου τι σου έκανε, πες μου». Εκείνη από φόβο μην μας ακούσουν απ’ τις φωνές μου με όρκισε να μην το πω και μου εξιστόρησε πως την χάιδεψε, πως την χούφτωσε, πως της έσπρωξε το κεφάλι προς το παντελόνι του, πως της είπε να τον γλείψει. Πήγα του μίλησα, του είπα ότι αν το ξανακάνει θα το πω παντού. Το αποτέλεσμα ήταν να ’χω άθλιους βαθμούς, να αποκλειστώ κοινωνικά απ’ τις φίλες μου και να κλείνομαι, γιατί είχα πια συνειδητοποιήσει σε τι κόσμο άθλιο ζω. Έκτοτε το μάτι μου άρχισε να κόβει πιο πολύ, άρχισε να διαβάζει τους ανθρώπους, τις συμπεριφορές, τις ψυχές τους. Δεν ξεκίνησα καμία σταυροφορία παρά μόνο αποφάσισα ότι δεν θα σιωπώ κι ας βρίσκω τον μπελά μου. Δεν θα κάνω ότι δεν ακούω, όταν ουρλιαχτά ακούω. Δεν θα είμαι απών πολίτης σε μια πολιτεία που πρέπει να ‘μαι παρών.

Θα μου πείτε γιατί τα μοιράζομαι όλα αυτά. Τα μοιράζομαι για να γίνει ξεκάθαρο ότι πάντα υπήρχαν οι κίνδυνοι για ένα παιδί, για έναν έφηβο. Μα η ενηλικίωση απαιτεί μια άλλη αντιμετώπιση, πιο ώριμη, πιο αποφασιστική. Τότε πολλοί είχαμε και τη γιαγιά και τον παππού στο σπίτι, τώρα τα παιδιά μεγαλώνουν μόνα, γιατί οι γονείς δεν προλαβαίνουν να τα δουν. Πιέζονται τα ζευγάρια οικονομικά και καβγαδίζουν. Γνωρίζετε καλά ότι και στα πιο πλούσια σπίτια έχουνε παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς ουσιαστική σύνδεση με τους γονείς, με τη βοήθεια της οικιακής βοηθού – νταντάς. Το πρόβλημα πια δεν είναι μήτε ταξικό, μήτε χωροταξικό, είναι συλλογικό. Και στα ιδιωτικά σχολεία συμβαίνουν τα ίδια; Παρενοχλήσεις, τραμπουκισμοί, καταπίεση; Μπήκα στην περιπτωσιολογία για ν’ αποδείξω ότι υπάρχει μεγάλη ποικιλία μα η ουσία είναι μία. Μιλάμε δεν σιωπάμε. Όσο δύσκολες και να είναι οι συνθήκες, όσο παγιδευμένοι και να νιώθουμε αν μοιραστούμε θα επιβιώσουμε. Πες το κάπου, βγάλ’το από μέσα σου, μοιράσου το βάρος. Ακόμα κι εκείνος που μπορεί να σε συμβουλέψει «να μην χαλάσεις το σπιτικό σου» θα το γνωρίζει. Μέσα του βαθιά θα ξέρει ότι έδωκε μια λάθος συμβουλή και θα σ’ έχει στο νου του κι όταν δει το μελανιασμένο σου κορμί θ’ αντιδράσει, θα συνδράμει.

Αν κάτι απέμεινε σ’ αυτόν τον κόσμο είναι το μαζί. Ένα μαζί που δεν θ’ αναστήσει δολοφονημένα άτομα και πληγωμένες ψυχές αλλά που μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Πρώτα αλλάζουμε εμείς, μετά οι υπόλοιποι. Κι αν νιώθεις ότι δεν σ’ ακούει κανείς, ζεις την κατάλληλη εποχή που τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ανώνυμα, που μπορείς ακόμα και ψυχοθεραπεία να κάνεις μέσα από τον υπολογιστή. Υπάρχει ένα ψηφιακό μαζί που μπορείς να ενταχθείς. Η κυβέρνηση σύντομα θα απαγορεύσει στα παιδιά κάτω των 15 ετών την πρόσβαση στα social media, αλλά θα επιτρέπει το να συνομιλούν με μηνύματα. Λες και τα μηνύματα δεν είναι επικίνδυνα. Η κοινωνία δεν πρέπει ν’ απαγορεύει την πρόσβαση, δεν θα γλυτώσει έτσι ένα παιδί, ένα παιδί το απαγορευμένο θα το θέλει πιο πολύ. Μια κοινωνία χρειάζεται να επικρατούν οι κατάλληλες συνθήκες, να μπουν οι βάσεις, έτσι ώστε ο γονιός μαζί με το παιδί να κάνουν scroll, να εξηγούν ο ένας στον άλλο, τι βλέπουνε και μαζί να μαθαίνουν. Το μαζί είναι το πιο σημαντικό στο σήμερα, το μαζί μόνο αρκεί να πάψουν οι λαβωματιές, οι 45 μαχαιριές και οι Σταυρούλες να μένουν ζωντανές. Μιλήστε, μην σωπάτε, γιατί χανόμαστε. Αν δεν έχουμε ήδη χαθεί δηλαδή.