Ξυπνάς το πρωί και ακούς ανάμεσα στις καθημερινές δυσάρεστες ειδήσεις που μας κατακλύζουν και μία που πραγματικά σε ταράζει με άλλο τρόπο. Έφυγε η Μάρω Κοντού από τη ζωή και κάπως σφίγγεται η καρδιά σου, σαν να σου πήρε με το φευγιό της κάτι από σένα. Είναι πανάθεμά τους κάποιοι καλλιτέχνες που σαν να μεγαλώσαμε και μαζί τους, που τους θεωρούμε μέλη της οικογένειάς μας, που δεν θέλουμε ποτέ να φύγουν από τη ζωή.

Θυμάμαι μικρός να την χαζεύω στην τηλεόραση μέσα από τις ελληνικές ταινίες και να την ξεχωρίζω από τις υπόλοιπες σταρ του ελληνικού σινεμά. Μαγευόμουν από τα μάτια της Καρέζη, μου άρεσε το νάζι της Βουγιουκλάκη μα η αρχοντιά, η κορμοστασιά και η άρθρωση της Μάρως Κοντού πάντα στα μάτια μου υπερτερούσε. Το 1934 γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου, καταγωγή είχε από τα Ψαρά μα οι πόνοι της γέννας πιάσανε τη μάνα της στο Κουκάκι. Εκεί στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού που είχε πάει επίσκεψη γεννήθηκε η Μαριάνθη Κοντού. Ο μπαμπάς φυματικός, τον έχασε μόλις στα δυο της χρόνια. Η μαμά της 25 ετών χήρα με δυο παιδιά ξαναπαντρεύτηκε στα 29 της μα και ο δεύτερος σύζυγος ναυτικός λίγους μήνες μετά τορπιλίστηκε το πλοίο και χάθηκε κι αυτός. Ένα μικρό δράμα η αρχή της ζωής της, πάνω που μάθαινε τη λέξη μπαμπά έπρεπε να τηνε ξεχάσει και να μεγαλώσει σ’ ένα σπίτι με την αδελφή της, ένα σπίτι βουτηγμένο σε διπλό πένθος.

Ήτανε όμως ψηλή, όμορφη, εκείνη ντρεπόταν κι έσκυβε μα η μαμά της στα 14 της χρόνια αποφάσισε να τηνε στείλει σε σχολή χορού. Τελείωσε τη σημερινή Κρατική Σχολή Χορού, τη Σχολή της Κούλας Πράτσικα και πήρε και μια υποτροφία από τη Σχολή Hladek της Γερμανίας. Αποφοίτησε και από το τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών σπουδών της Φιλοσοφικής. Αλλά τι υποτροφίες, τι εξωτερικά; Πρέπει να δουλέψεις όπως δουλεύω εγώ και η αδελφή σου, της είπε η μαμά. Ο Ροντήρης αναζητούσε κοπέλες για τον Χορό του Εθνικού, εκεί η μαμά δεν έφερε αντίρρηση καμιά, αλλά η γιαγιά δεν την ήθελε «θεατρίνα». Τελικά επιλέχθηκε για τον Χορό του Ιππόλυτου το 1954 μαζί με την Τζένη Καρέζη,  τον Ιππόλυτο έπαιζε ο Αλέκος Αλεξανδράκης και παρουσιάστηκε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, μια χρονιά πριν αρχίσει επίσημα το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.

Από κει και πέρα ξεκινά μια μεγάλη καριέρα με πάνω από 90 θεατρικές παραστάσεις και γύρω στις 60 και κινηματογραφικές ταινίες. Όπως και μια πλαστική επέμβαση στη μύτη, ήταν η πρώτη ηθοποιός που έκανε τέτοια επέμβαση κι είχε προκαλέσει συζητήσεις αυτό. Η μόνη συζήτηση όμως που την απασχολούσε ήταν να μην την πουν «πουτανάκι», ένα τραύμα – δώρο από τη γιαγιά της που την έκανε να είναι λιγομίλητη και απόμακρη. Το αντιμετώπισε κι αυτό το τραύμα, όπως έλυσε πολλά στη ζωή της γιατί η Μάρω Κοντού από κάποιο σημείο και μετά δεν φοβόταν τίποτε πια.

Πήρε και την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού ως εξαιρετικό ταλέντο και βρέθηκε στην Οδό Ονείρων του Μάνου Χατζιδάκι. Δεν ήθελε να τραγουδήσει τη Μαύρη Φορντ και έπρεπε ο Δημήτρης Χορν να τηνε πείσει ότι δυο τραγούδια από αυτή την παράσταση θα μείνουν. Η Μαύρη Φορντ και το Ηθοποιός σημαίνει φως, κι είχε δίκιο ο άτιμος. Τι ωραία ταινία είναι αυτή που παίζουνε μαζί που κάθε Πάσχα την δείχνει η τηλεόραση το «Αλλοίμονο στους Νέους» του 1961.

Η πρώτη της ταινία ήταν το 1954 στο Χαρούμενο Ξεκίνημα με ένα μικρό ρόλο μα ο ρόλος που όλοι θα τηνε θυμόμαστε ήταν η Ελενίτσα του Αντωνάκη της το 1965 στο Η γυνή να φοβήται τον άνδρα. Αυτό το κλάμα της όταν τηνε λέει παστρικιά η κυρία Ξ. Παπαμήτρου, το τραγούδι της «Σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ λιώνω φως μου και καρδιοχτυπώ» καθισμένη στο παράθυρο ζητώντας από τον Αντωνάκη της λεφτά να πετάξει στον λατερνατζή αλλά και το πώς τα παίρνει στο κρανίο όταν της το βγάζει ξινό το στεφάνι ο Αντωνάκης της, είναι όλα τα λεφτά και μια διδασκαλία στη γυναικεία χειραφέτηση. Δεν ζητιάνεψε γάμο, την αγάπη ήθελε να ζήσει μόνο και γι’ αυτό η ταινία τελειώνει όπως πρέπει με τους δυο μαζί στα ερείπια του σπιτιού τους να φεύγουν για να ζήσουν σε νέο σπίτι.

Τον έρωτα γενικά δεν τον στερήθηκε η Μάρω Κοντού και έκανε και δυο γάμους, παιδιά δεν ήθελε συνειδητά και σε όλες της τις συνεντεύξεις δήλωνε χορτάτη και από αναγνωρισιμότητα και από την αγάπη του κόσμου. Άφησε το στίγμα της στον ελληνικό κινηματογράφο, στίγμα δυνατό. Η κατεψυγμένη του Καπετάν Φάντη Μπαστούνι, η ατυχήσασα που βάνει τάξη στο σπίτι του Στρίγγλου που έγινε αρνάκι. Η κακή οδηγός και άπιστη σύζυγος στη Σωφερίνα, η πολύτεκνη μάνα που δεν της βάστηξε η καρδιά να δώσει το μωρό της στο Οικογένεια Χωραφά. Μονάχα μια ταινία της δεν κατάλαβα ποτέ αυτή την Ιταλίδα από την Κυψέλη, ποτέ δεν κατανόησα το σενάριο, την πλοκή αλλά μου έμεινε ο χορός της και τα ιταλικά της.

Τα γράφω αυτά και μου έρχονται εικόνες από τις ταινίες και σκηνές, τόσο ζωντανή την έχω στα μάτια μου αυτή τη γυναίκα που δεν φοβόταν στις συνεντεύξεις της να πει όλες τις αλήθειες της. Μάλιστα σε μία είχε πει ότι νιώθει από τη ζωή περαστική, πάντα της έτσι ένιωθε και γι’ αυτό υπέγραφε και στα αυτόγραφα που έδινε ως περαστική. Και στην τηλεόραση έπαιξε, και με τη ΝΔ βουλευτίνα για λίγο ορκίστηκε και με τη ζωγραφική ασχολήθηκε και σύμβουλος δημοτικός ήτανε στον Δήμο Αθηναίων. Το έρεισμά της ήταν τόσο δυνατό σε όλες τις γενιές που ακόμα και διαφημίσεις έκανε κρατικές που αφορούσαν την τρίτη ηλικία. Η φινέτσα της ανεξίτηλη όπως και το ταλέντο της και στα 92 της γεμάτα χρόνια έφυγε αυτό το πρωινό από τη ζωή. Στον Άγιο Σάββα νοσηλευότανε. Στο μυαλό μου για να μην στεναχωρηθώ πολύ θεωρώ ότι έβαλε τα Κίτρινα Γάντια της και μπήκε σε μια Μαύρη Φορντ που ο αριθμός της τελείωνε σε 3. Είπε κι ένα γεια στον φίλο της τον «Λευτεράκη» και στον «Γεροντοκόρο» και κατευθύνθηκε στην Οδό των Ονείρων μας. Αυτό το σκασμός Αντωνάκη μου μπορεί να μεταποιηθεί σε σκασμός Μιχαλάκη μου άμα της αρνηθεί ο Αρχάγγελος Μιχαήλ να της ανοίξει διάπλατα τις πύλες του παραδείσου. Δεν ξέρω άμα υπάρχει παράδεισος μα στου μυαλού μου το Σινεμά ο Παράδεισος η Μάρω Κοντού είναι πρωταγωνίστρια.

Είχε ένα κάλλος αυτή η γυναίκα που το διατήρησε ως τα γεράματά της, γιατί καθρέφτιζε την καθαρή ψυχή της. Δεν ξέρω άμα βασανίστηκε στο τέλος της, θέλω να πιστεύω όχι γιατί μου έδινε δύναμη να την παρακολουθώ στις εμφανίσεις της τα τελευταία χρόνια με αυτή τη ζωντάνια της, μου έδινε δύναμη ότι και ’γω μπορεί στα 90 μου να ‘μαι ζωντανός χαρούμενος καλός άνθρωπος. Θα ’χω τις ταινίες της ευτυχώς να ανατρέχω, να την παρακολουθώ και να την θαυμάζω σα να μην έφυγε ποτέ. Γιατί μεταξύ μας αυτοί οι άνθρωποι που ενώ δεν είναι συγγενείς ή φίλοι μας οικογενειακοί, όταν καταφέρνουν να μπαίνουν στη ζωή μας γίνονται μνήμες που δεν φεύγουνε ποτέ. Η Μάρω Κοντού μέσα από τις ταινίες της τις κινηματογραφικές ειδικά έγινε μέλος της οικογένειάς μου και της συλλογικής μου και μας μνήμης. Ο καπετάνιος ζει της έλεγε ο Λαυρέντης Διανέλλος στην ταινία Καπετάν Φάντης Μπαστούνι ενώ εκείνη είχε φορέσει τα μαύρα και τραγουδούσε το Νύχτα Σκοτεινή (του Κώστα Καπνίση σε στίχους Μάγδας Λεονάρδου).

«Νύχτα σκοτεινή, ούτε μια φωνή, κι είναι καλοκαίρι. έφυγες εσύ», λέει ο στίχος μα η Μάρω Κοντού δεν έφυγε θα ζει στις μνήμες όλων όσων αγαπήσαμε και μεγαλώσαμε με ελληνικές ταινίες. Κι ας είναι καλοκαίρι κι ας μάθαμε ότι έφυγες κι εσύ.