Χωρίς εκείνον. Εδώ. Σε όλα τα feed, σε ακουστικά, σε τηλεοράσεις, σε τηλέφωνα, όλοι και όλα παίζουν ΜΑΖΩ. Στην αρχή, στο πρώτο άκουσμα, κανείς δεν πίστευε ότι δεν είναι Εδώ… πια… στη ζωή. Ακολούθησε η διασταύρωση της είδησης: αν είναι fake news ή αν κάποιος κάνει πλάκα. Μετά ήρθε η άγνωστη -σε πολλούς πιστεύω- λέξη: πλασμαφαίρεση. Ακολούθησαν οι υποθέσεις και οι προβληματισμοί. Οι πρώτοι αποχαιρετισμοί και δηλώσεις. Μαζικά. Όλοι. Μα πώς γίνεται όλοι; Και τόσο πολύ να παραξενευτήκαμε σαν να ήταν πολύ γνωστός μας, πολύ δικός μας. Κι όλα αυτά ανεξαιρέτως αν τον ακούς, αν τον λατρεύεις, αν δεν τον ακούς, αν τον θαυμάζεις, αν κάποτε διασκέδασες μαζί με τα τραγούδια του. Όσο υπάρχουν σταρ, είναι τρομερό πώς καλλιτέχνες καταφέρνουν αυτό: να είναι με έναν οποιοδήποτε τρόπο κοντά σου, στη ζωή σου. Κι όταν πρόκειται μάλιστα για μουσική, τότε αυτό αμέσως χτυπάει φλέβα.
Είναι επίσης αξιοθαύμαστο από την πλευρά του τραγουδιστή, και φαντάζομαι και ζωτικός λόγος για να συνεχίζεις, το πώς ένας καλλιτέχνης συνδέθηκε με τα τραγούδια του, τις εμφανίσεις του και όλη την προσωπικότητά του εν γένει με τόσες πολλές προσωπικές ιστορίες του κοινού του αλλά και χωρίς το «του» απαραιτήτως. Τα feed έχουν γεμίσει με τους ανθρώπους που μοιράζονται αναμνήσεις και συνδέονται μαζί του, προσωπικούς λόγους που τους κάνουν να θέλουν να τον αποχαιρετήσουν, να πουν κάτι γι’ αυτόν. Τραγούδια του που συνδέονται με φάσεις ζωής, γεγονότα ή στιγμές τους. Όλα και όλες, ανεξίτηλες και σημαντικές όπως τις ορίζει ο καθένας και η καθεμία στη ζωή του.
Δεν χρειάζεται να ειπωθεί άλλη μία δική μου σύνδεση ή ανάμνηση, παραθέτω σκέψεις για τη διερώτηση του πώς γίνεται να συμβαίνει όλο ΑΥΤΟ σε τόσο μεγάλο βαθμό, σε τόσο διαφορετικές ηλικίες, με τόσο διαφορετικά ακούσματα. Η μεγάλη απήχηση; Η προσωπικότητα; Η σύνδεση στα live του με το κοινό κι ό,τι είναι αυτό που μπορεί να σε πονάει μέσα σου; Σαν να το ένιωθε ή διέκρινε αμέσως… Η αυθεντικότητα; Τα τραγούδια του; Ειδικά αυτά που τα ένιωθε ξεχωριστά, όπως σε εκείνο που ρώταγε πρώτα: «Ποιος είναι από Πειραιά, Νίκαια…;». Και μετά το αφιέρωνε: «Θέλω να γυρίσω στα παλιά εδώ και τώρα…Θέλω την παλιά μου γειτονιά για μία ώρα».
MΑΖΩ, λοιπόν, πώς γίνεται ΑυτΏ; Πώς το έκανες όλο αυτό; Πώς το κατάφερες; Τόσοι πολλοί να ακούμε τα τραγούδια σου, να νιώθουμε, να συνδεόμαστε και να ‘χουμε κάτι να θυμόμαστε;
«Άπό 15 χρονών που θυμάμαι τον εαυτό μου να τραγουδώ, το μπουζούκι ήταν πάντα δίπλα μου, πόση δύναμη, μεγαλοπρέπεια και αρχοντιά έχει αυτό το όργανο. Το μπουζούκι είναι ο πόνος, είναι η χαρά μου, είναι ο έρωτας, είναι η απώλεια, είναι ο θρίαμβος. Για μένα το μπουζούκι είναι οι ευαίσθητες χορδές μου», λέει ο Γιώργος Μαζωνάκης στην εισαγωγή του τραγουδιού «Ώρες Μικρές».
Νομίζω πλέον θα ηχούν -πέρα από τα προσωπικά μας- και λίγο διαφορετικά όλα τα τραγούδια του, σαν να ‘χουν κλειδώσει και κάτι από άλλον πόνο, αυτόν που έχει ένα «κρίμα» ή όταν λέμε: …πολύ νέος ήταν, και μπορεί σε αυτό το σημείο να συνεχίζεται και με άλλα σχόλια. Εδώ όμως, ουδέν σχόλιο. Κρίμα για αυτά που θα ακολουθήσουν. Αυτά βέβαια θα ξεχαστούν. Και πάλι θα μας μείνουν τα τραγούδια του όσων από εμάς τα ακούσαμε ή και τα ζήσαμε μαζί με τη σκηνική του παρουσία και την στυλιστική του άποψη. Κάπως έγινε τελικά κι εδώ πιο προσωπικό. Έχει τον τρόπο του. Πώς; Η αλήθεια του; Η λάμψη της; Σταρ, πολύ κοντινός μας.
