– Trigger Warning: Το παρακάτω άρθρο περιέχει αναφορές σε έρευνες για σεξουαλική κακοποίηση, βιασμό και χρήση ουσιών χωρίς συναίνεση –

Πολλές οι ειδήσεις που διαβάζουμε καθημερινά. Σε κάποιες αναστενάζουμε και προχωράμε, άλλες τις προσπερνάμε χωρίς δεύτερη σκέψη και σε κάποιες κολλάμε και δεν μπορούμε να πάμε παρακάτω. Ειδήσεις, γεγονότα που θέλουμε να ψάξουμε περισσότερο, που μας θυμώνουν, μας αναστατώνουν και που η εξέλιξή τους καταλήγει σχεδόν να μας γίνεται εμμονή. Η ιστορία μιας νεαρής γυναίκας στο Πανεπιστήμιο Cornell, στην Ίθακα της Νέας Υόρκης, είναι τις τελευταίες ημέρες μία από αυτές. Μια υπόθεση που, αν και δεν είναι η δική μου ιστορία, νιώθω ότι με αφορά προσωπικά. Ίσως γιατί είμαι γυναίκα. Ίσως γιατί είμαι μητέρα κοριτσιών. Ίσως για πολλούς ακόμη λόγους. Ξέρω μόνο ότι αυτή η είδηση μηδενίζει μέσα μου την απόσταση ανάμεσα στο «συνέβη σε κάποια άλλη» και στο «θα μπορούσε να συμβεί στη δική μου κόρη». Και ξυπνά εκείνο το «πρόσεχε» που ακολουθεί τις γυναίκες σχεδόν από τη στιγμή που αρχίζουν να κινούνται μόνες τους στον κόσμο. Πρόσεχε πού πηγαίνεις. Πρόσεχε με ποιον είσαι. Πρόσεχε πόσο θα πιείς. Πρόσεχε τι θα φορέσεις, πόσο κοντή είναι η φούστα σου, πόσο ανοιχτή η μπλούζα σου. Μην αφήσεις το ποτό σου από τα μάτια σου. Μην γυρίσεις μόνη. Στείλε όταν φτάσεις. Λέξεις τόσο συνηθισμένες, που σχεδόν έχουμε ξεχάσει πόσο παράλογο είναι ότι χρειάζεται ακόμη να τις λέμε.

Και όταν γίνεσαι μητέρα μιας κόρης, αυτό το «πρόσεχε» ξαφνικά αποκτά άλλο βάρος. Γιατί θέλεις να μεγαλώσεις ένα κορίτσι που δεν φοβάται. Που θα φύγει από το σπίτι, θα ταξιδέψει, θα σπουδάσει, θα ερωτευτεί, θα χορέψει, θα πιει, θα εμπιστευτεί, θα κάνει λάθη. Που θα αισθάνεται ότι ο κόσμος της ανήκει όσο ανήκει και σε οποιονδήποτε άλλον. Κι όμως, την ώρα που της λες «φύγε», ένα κομμάτι σου εξακολουθεί να ψιθυρίζει «πρόσεχε».

Διαβάζω όσα έχουν γίνει γνωστά για την υπόθεση και νιώθω θυμό. Και δεν είμαι η μόνη. Μέσα σε λίγες ημέρες, μια υπόθεση που αφορούσε ένα πανεπιστήμιο στην Ίθακα της Νέας Υόρκης ξεπέρασε τα όρια της πανεπιστημιούπολης και πήρε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις. Η αγωγή, οι χειρισμοί της υπόθεσης από το πανεπιστήμιο, οι πειθαρχικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν και, κυρίως, το γεγονός ότι σχεδόν δύο χρόνια μετά δεν είχε ασκηθεί καμία ποινική δίωξη, πυροδότησαν έντονη δημόσια συζήτηση και κύμα αντιδράσεων στα social media. Αυτό που κάνει την υπόθεση να ξεπερνά τα όρια του Cornell είναι ότι, για πολλές γυναίκες, δεν ακούγεται ξένη ιστορία.

Μια νύχτα, επτά άνδρες και μια καταγγελία δύο χρόνια μετά

Η υπόθεση ξεκινά τη νύχτα της 19ης Οκτωβρίου 2024. Μια 20χρονη τότε φοιτήτρια του Cornell βρέθηκε στο σπίτι της αδελφότητας Chi Phi, στην πανεπιστημιούπολη της Ίθακα στη Νέα Υόρκη. Σύμφωνα με την αγωγή που κατέθεσε σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2026, η νεαρή γυναίκα υποστηρίζει ότι της δόθηκαν ναρκωτικές ουσίες και αλκοόλ και ότι στη συνέχεια δέχθηκε επανειλημμένες σεξουαλικές επιθέσεις από μέλη της αδελφότητας, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση που δεν της επέτρεπε να συναινέσει. Συνολικά επτά νυν ή πρώην φοιτητές κατονομάζονται ως εναγόμενοι στην αγωγή. Οι καταγγελίες δεν έχουν κριθεί ποινικά και τουλάχιστον ένας από τους εναγομένους τις έχει αρνηθεί μέσω του δικηγόρου του.

Περίπου τρεις εβδομάδες αργότερα, η φοιτήτρια απευθύνθηκε στην αστυνομία του Cornell. Το πανεπιστήμιο έθεσε την Chi Phi σε αναστολή και ξεκίνησε εσωτερική έρευνα βάσει του Title IX, η οποία οδήγησε σε πολύμηνη διαδικασία και ακροάσεις. Το Cornell έχει επιβεβαιώσει ότι επιβλήθηκαν αποβολές και αναστολές φοίτησης, χωρίς να δημοσιοποιεί τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε κάθε φοιτητή. Ο δικηγόρος της νεαρής γυναίκας υποστηρίζει ότι δύο από τους επτά αποβλήθηκαν, ενώ στους υπόλοιπους επιβλήθηκαν ηπιότερες κυρώσεις, μεταξύ των οποίων εκθέσεις. Η ίδια, στο μεταξύ, εγκατέλειψε το Cornell μετά το περιστατικό.

Σε ποινικό επίπεδο δεν ασκήθηκαν τότε διώξεις. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2026, μετά τη δημοσιοποίηση της αγωγής και τις αντιδράσεις που ακολούθησαν, ο εισαγγελέας της κομητείας Tompkins ανακοίνωσε ότι ανοίγει ξανά την ποινική έρευνα και ότι η υπόθεση θα παρουσιαστεί σε σώμα ενόρκων. Μέχρι σήμερα δεν έχουν απαγγελθεί ποινικές κατηγορίες. Τα πρόσωπα των δραστών κυκλοφορούν πλεόν στο διαδίκτυο, με όλα τα προσωπικά τους στοιχεία διαθέσιμα και ο κόσμος μοιάζει να έχει πάρει την υπόθεση στα χέρια του. Μόλις διάβασα ότι ένας εκ των 7 θυτών, απολύθηκε από τη δουλειά του.

Θα ήταν εύκολο να παρακολουθήσει κανείς αυτά τα γεγονοτα ως μια σκοτεινή ιστορία ενός αμερικανικού πανεπιστημίου. Μόνο που οι αριθμοί μιλάνε από μόνοι τους δείχνοντας πως το πρόβλημα της σεξουαλικής βίας στα αμερικανικά campus είναι ευρύτερο και καλά τεκμηριωμένο.

Στη μεγάλη αμερικανική Campus Climate Survey του 2019, στην οποία συμμετείχαν 181.752 φοιτητές από 33 πανεπιστήμια, το 25,9% των προπτυχιακών γυναικών δήλωσε ότι, από τότε που ξεκίνησε τις σπουδές του, είχε βιώσει μη συναινετική σεξουαλική επαφή με χρήση σωματικής βίας ή ενώ δεν μπορούσε να συναινέσει ή να σταματήσει αυτό που συνέβαινε. Στα 21 πανεπιστήμια που είχαν συμμετάσχει και στην προηγούμενη έρευνα, το ποσοστό ήταν 26,4%.

Και αν η Αμερική μάς φαίνεται μακριά, οι αριθμοί στην Ελλάδα δεν μας επιτρέπουν να αισθανθούμε ασφαλείς. Στην Ελλάδα, 31% των γυναικών ηλικίας 18–74 ετών δήλωσαν ότι έχουν βιώσει σωματική ή/και σεξουαλική βία από κάποιον δράστη από την ηλικία των 15 ετών, σύμφωνα με την πανευρωπαϊκή έρευνα Eurostat–FRA–EIGE. Ακόμη πιο κοντά στο θέμα μας: 24,8% των γυναικών στην Ελλάδα ανέφεραν σωματική βία ή απειλές ή/και σεξουαλική βία από άτομο που δεν ήταν σύντροφός τους, από την ηλικία των 15 ετών. Ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 20,2%. Και υπάρχει ένα ακόμη ευρωπαϊκό στοιχείο που σχεδόν συνομιλεί με την ηλικία των φοιτητριών: στην ΕΕ, 35% των γυναικών ηλικίας 18–29 ετών ανέφεραν ότι έχουν βιώσει έμφυλη βία, έναντι 31% του συνόλου των γυναικών 18–74.

Γιατί όμως μια τέτοια ιστορία προκαλεί τόσο έντονη αντίδραση; Γιατί θυμώνουμε τόσο; Ίσως γιατί το σώμα έχει μνήμη. Δεν χρειάζεται να έχουμε ζήσει την ίδια ιστορία για να αναγνωρίσουμε κάτι από αυτήν. Για πολλές γυναίκες υπάρχουν εκείνες οι μικρές, φαινομενικά ασύνδετες στιγμές που έχουν καταγραφεί κάπου μέσα μας. Ένα σώμα που κόλλησε επίμονα πάνω στο δικό μας σε ένα γεμάτο λεωφορείο. Ένα χέρι που βρέθηκε εκεί που δεν έπρεπε, σε μια στιγμή που δεν προλάβαμε καν να αντιδράσουμε. Ένα βλέμμα που μας έκανε να αλλάξουμε πεζοδρόμιο. Τα βήματα κάποιου πίσω μας που μας έκαναν να επιταχύνουμε τα δικά μας. Είναι οι φορές που περιμέναμε μέσα στο αυτοκίνητο μέχρι να δούμε τη φίλη μας να ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της. Που στείλαμε ή περιμέναμε το «έφτασα». Που κάναμε πως μιλάμε στο τηλέφωνο. Που κρατήσαμε τα κλειδιά σφιχτά στο χέρι. Που κοιτάξαμε πίσω μας χωρίς να θέλουμε να φανεί ότι κοιτάζουμε.

Και είναι κι εκείνες οι στιγμές που παγώσαμε. Από φόβο, από αμηχανία, από έκπληξη. Που κάποιος ξεπέρασε ένα όριο και εμείς δεν φωνάξαμε, δεν φύγαμε, δεν αντιδράσαμε όπως χρόνια αργότερα πιστεύουμε ότι «θα έπρεπε» να είχαμε αντιδράσει. Μείναμε απλώς εκεί, προσπαθώντας να καταλάβουμε τι ακριβώς είχε μόλις συμβεί. Και γι’ αυτό, μάλλον, και ο θυμός σήμερα είναι τόσο μεγάλος. Γιατί κάθε νέα ιστορία δεν φέρνει στην επιφάνεια μόνο όσα συνέβησαν σε μία γυναίκα. Ξυπνά και όλες εκείνες τις μικρότερες ιστορίες που κάποτε θεωρήσαμε ότι δεν ήταν αρκετά σοβαρές για να τις πούμε. Που τις βαφτίσαμε «άβολη στιγμή», «κακό πέσιμο», «έτυχε», «δεν έγινε και τίποτα». Και συνεχίσαμε.

Μόνο που το σώμα θυμάται. Και υπάρχουν φορές που βρίσκει τη δύναμη και το θάρρος να σηκώσει ανάστημα, να δείξει, να μιλήσει, να καταγγείλει, να διεκδικήσει. Υπάρχουν όμως και πολλές άλλες που σιωπά. Που μαζεύεται από την ντροπή, κλείνεται σαν τη χελώνα στο καβούκι μιας ενοχής που δεν του ανήκει και αρχίζει να αναζητά το λάθος στον εαυτό του. Μάλλον εγώ κάτι έκανα λάθος. Μάλλον δεν έπρεπε να είμαι εκεί. Μάλλον δεν έπρεπε να πιω τόσο. Μάλλον έδωσα λάθος μήνυμα. Μάλλον έπρεπε να είχα φύγει. Μάλλον έπρεπε να είχα αντιδράσει. Και κάπως έτσι, τίποτα δεν αλλάζει. Μέχρι που κάποια αποφασίζει ότι η ντροπή δεν είναι δική της. “Shame must change sides” – Η ντροπή πρέπει να αλλάξει πλευρά. Η φράση της Gisèle Pelicot δεν έγινε τυχαία σύνθημα για γυναίκες σε ολόκληρο τον κόσμο. Γιατί μέσα σε πέντε λέξεις ανέτρεψε κάτι που για δεκαετίες θεωρούσαμε σχεδόν αυτονόητο: ότι εκείνη που πρέπει να κρυφτεί, να εξηγήσει, να δικαιολογηθεί, να αναρωτηθεί τι έκανε λάθος, δεν είναι η γυναίκα. Όχι. Η ντροπή ανήκει αλλού.

Η γυναίκα του Cornell μίλησε. Κατήγγειλε όσα, όπως υποστηρίζει, της συνέβησαν, εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο και σχεδόν δύο χρόνια αργότερα εξακολουθεί να διεκδικεί να ακουστεί η υπόθεσή της. Ίσως αυτό να είναι ένα από τα πράγματα που αλλάζουν. Όχι ότι οι γυναίκες φοβούνται λιγότερο. Ούτε ότι έχουν πάψει να κουβαλούν εκείνο το «πρόσεχε». Αλλά ότι όλο και περισσότερες αρνούνται να κουβαλήσουν και την ντροπή. Γιατί αυτή δεν ήταν ποτέ δική τους.

Αν έχεις υποστεί σεξουαλική βία ή βιασμό: Μπορείς να καλέσεις δωρεάν τη Γραμμή SOS 15900, η οποία λειτουργεί όλο το 24ωρο και παρέχει συμβουλευτική, ψυχολογική υποστήριξη και ενημέρωση για τα επόμενα βήματα.