Τα πόδια σου βουλιάζουν στην άμμο. Η ζέστη είναι αποπνικτική και εισβάλλει στα πνευμόνια σου. Ο ιδρώτας γδέρνει το δέρμα σου. Τα χείλη σου τα αισθάνεσαι πέτρινα. Και έπειτα από χρόνια ταξιδιού στην μεγαλύτερη έρημο, σου προσφέρουν νερό. Όχι αναψυκτικό. Όχι ποτό. Το πιο δροσερό ποτήρι νερό. Το νερό δεν είναι ιδιαίτερο, αλλά έπειτα από χρόνια εξορίας στην καυτή άμμο είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεσαι. Αυτό αισθάνθηκα βλέποντας το Brand New Day. Δεν είναι κάτι αγνώριστο, ούτε κάτι ασυνήθιστο. Είναι ένα ρεμίξ απ’ όλα τα πράγματα που ξέρουμε ότι λειτουργούν για έναν χαρακτήρα σαν τον Spider-Man, αλλά έπειτα από μια δεκαετία όπου πεισματικά αρνούνται να σου δώσουν το ποτήρι που ξέρουν ότι θα σε ξεδιψάσει, όταν τελικά στο δίνουν είναι πιο γλυκό από ποτέ.

Δέκα χρόνια και έξι ταινίες αργότερα επιτέλους ο Spider-Man του Τομ Χόλαντ του επιτρέπεται να πετάξει στην τσιμεντένια ζούγκλα της Νέας Υόρκης. Ίσως όχι με τη χάρη του Spider-Man του Τόμπι Μαγκουάιρ, όπου κάθε κίνηση θυμίζει έναν αθλητή κολύμβησης ή έναν χορευτή μπαλέτου, αλλά με την άτσαλη πραγματικότητα του Άντριου Γκάρφιλντ, όπου ο αέρας βουίζει στα αυτιά σου και σε κουφαίνει όσο πάει με διακόσια χιλιόμετρα την ώρα ανάμεσα από τους ουρανοξύστες. Όχι μόνο του επιτρέπουν να πετάξει, αλλά του επιτρέπουν να πιλοτάρει κιόλας την ίδια του την ταινία. Επιτέλους, δεν υπάρχουν κηδεμόνες πάνω από το κεφάλι του, δεν λέει «μίστερ Σταρκ» κάθε ένα λεπτό, και δεν προσπαθεί να μπει στους Avengers λες και δεν έχει τι άλλο να κάνει. Δέκα χρόνια μετά, επιτέλους ο Τομ Χόλαντ είναι ο Spider-Man σε όλη του τη δόξα.

Μεταξύ μας, δεν είναι δύσκολο να πούμε πως αυτή η τέταρτη ταινία είναι η καλύτερή του. Όλοι γνωρίζουμε πως ο Τζον Γουότς είναι απ’ αυτούς τους σκηνοθέτες που η Marvel προσλαμβάνει επειδή είναι καλά παιδιά και δεν φέρουν αντιρρήσεις στο κατεστημένο. Τρώνε το φαγητό τους, πάνε νωρίς για ύπνο, δεν προσπαθούν πολύ σκληρά να περάσει το δικό τους. Οι ταινίες του έχουν καλές στιγμές, αλλά μέχρι εκεί. Τώρα με τον Ντέστιν Ντάνιελ Κρέτον, το Brand New Day είναι κυριολεκτικά η πρώτη ταινία του Χόλαντ… που μοιάζει με κινηματογραφική ταινία και όχι με ένα σκετς του SNL που όλοι οι χαρακτήρες μιλάνε μπροστά σε ένα green screen. Σε αυτή την ταινία αισθάνεσαι ότι βλέπεις έναν live-action Spider-Man να κάνει ό,τι μπορεί να κάνει μια αράχνη. Ο Κρέτον υιοθετεί κάποιες από τις τεχνικές του Μαρκ Γουέμπ κιόλας, όπως POV πλάνα για να μας δείξει πώς πραγματικά είναι να κρέμεσαι και να πηδάς από τα κτήρια θηρία της Νέας Υόρκης. Αυτός ο Spider-Man όταν πολεμάει μοιάζει με ένα ζωύφιο που προσπαθεί να κουράσει τον αντίπαλό του πριν τον κρεμάσει από τον ιστό του. Περπατάει σε τοίχους, σε ταβάνια και όλες οι χορογραφίες θυμίζουν κάτι από ταινία πολεμικών τεχνών με ιδιαίτερη έμφαση στους κασκαντέρ που κρέμονται από καλώδια και όχι σε CGI μοντέλα που δεν έχουν βάρος και μοιάζουν σαν να επιπλέουν στο κάδρο.

Η στολή του επίσης ανέβηκε επίπεδο από τη στιγμή που ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ είναι μια πραγματική, υφασμάτινη στολή και όχι μια στολή motion capture που δημιουργείται αργότερα στο μοντάζ. Δεν είναι κάτι που ενεργοποιείται με νανοτεχνολογία και φοράει τη μάσκα του για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, όπως έκαναν και στο The Batman του Ματ Ριβς. Ελπίζω αυτό να γίνει ένα γενικότερο τρεντ στα superhero movies από ‘δω και πέρα. Είναι τόσο καταπληκτικό να βλέπεις το ύφασμα να διπλώνει και να τσακίζει όπως κάνουν τα ρούχα στην πραγματικότητα.

Το “Brand New Day” φαίνεται να αντλεί έμπνευση από δύο πηγές, το Spider-man 2 του 2004 και το βιντεοπαιχνίδι Marvel’s Spider-Man του 2018. Από το πρώτο προσπαθεί να μιμηθεί τη συναισθηματική κατάσταση του Πίτερ Πάρκερ, όπου αντιμετωπίζει προβλήματα με τις δυνάμεις του λόγω κακής ψυχολογίας, και από το δεύτερο, όπως και στο “No Way Home”, προσπαθεί να μιμηθεί κάποιες σκηνές και πιο γενικά τη μοντέρνα αισθητική του Spider-Man όπου είναι γεμάτος γκατζετάκια, κάτι που ομολογώ εμένα δεν μου αρέσει. Δηλαδή, από πάντα ο Spider-Man είχε κάνα δυο γκάτζετς να παίζει, αλλά αυτά ήταν ένας φακός στη ζώνη του, ένας πομπός για να μπορεί να εντοπίζει όσους παρακολουθεί και οι ιστοί του. Όμως, από το Homecoming του 2017 η Marvel τον αντιμετωπίζει σαν έναν μικρό Iron Man που η μάσκα του κρύβει ένα ολόκληρο λογισμικό και έναν AI assistant για να τον βοηθάει στην καταπολέμηση του εγκλήματος. Δεν λέω πως κάποια γκάτζετς δεν είναι κουλ, όπως οι χειροβομβίδες ιστού που έχει, αλλά προτιμώ την κλασική προσέγγιση όπου χρησιμοποιεί τον ιστό του με πιο ευρηματικούς τρόπους, όπως το να κάνει αλεξίπτωτα ή ασπίδες απ’ αυτόν. Βέβαια, η αλήθεια είναι πως απ’ όλες τις ταινίες του Χόλαντ εδώ οι ισορροπίες κρατιούνται καλύτερα μεταξύ κλασικού και μοντέρνου. Δηλαδή ακόμα και με τα γκατζετάκια καταφέρνει να βρίσκει ευρηματικούς τρόπους να παλεύει τους εχθρούς του και ταυτόχρονα δεν κρύβει ένα drone στη στολή του όπως παλιότερα που απλά γελοιοποιούσε και ευτέλιζε τη σκηνή, καθώς και τη σημασία του ήρωα.

Στο “Brand New Day” συναντάμε έναν ξεχασμένο Πίτερ Πάρκερ να είναι τόσο απορροφημένος από τα υπερηρωικά του καθήκοντα που ακόμα και ο ίδιος κοντεύει να ξεχάσει τον ίδιο του τον εαυτό. Η πίεση της καθημερινότητας και η στεναχώρια που του δημιουργείται βλέποντας τους παλιούς του φίλους να προχωράνε με τις ζωές τους δίχως εκείνον, δημιουργεί νέες αλλαγές στο σώμα του και στις δυνάμεις του, τις οποίες θα πρέπει να δαμάσει για να αντιμετωπίσει μια νέα τηλεπαθητική απειλή.

Ευτυχώς σε ταινία με τίτλο Spider-Man ο πρωταγωνιστής είναι το επίκεντρο, αλλά δυστυχώς το γράψιμο του “Brand New Day” δεν είναι καθόλου αιχμηρό. Αντιπροσωπεύει πολύ καλά μια φέτα ζωής του ήρωα και θυμίζει εκείνα τα κόμικ που μπορεί να μιλήσει με τον Punisher και να παλέψει με τον Hulk στο ίδιο τεύχος, αλλά δεν λέει κάτι καινούργιο ή πρωτότυπο πέρα από το «δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσεις τον κόσμο μόνος σου». Η μοναδική σκηνή με αιχμή, που έβαλε τεράστια τρικλοποδιά στον ήρωα, είναι εκείνη στην ταράτσα – όσοι το έχουν δει καταλαβαίνουν τι εννοώ. Απαρτίζεται από καλές ιδέες οι οποίες δεν εξερευνούνται αρκετά, γιατί χάνουμε φιλμικό χρόνο με χαρακτήρες που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν σε αυτή την ταινία. Αναφέρομαι στον Νεντ και στην Εμ Τζέι οι οποίοι θα έπρεπε να μείνουν στον πάγκο για το “Brand New Day”, ώστε το σενάριο να αφήσει τον Πίτερ να εξελιχθεί λίγο περισσότερο μόνος του πριν τους συναντήσει ξανά. Ίσως να υπήρχαν μόνο λίγο στην αρχή της ταινίας, αλλά μέχρι εκεί. Είναι χαρακτήρες που τέσσερις ταινίες αργότερα δεν έχουν καμία εξέλιξη. Στο προηγούμενο έργο ο Νεντ υποτίθεται πως έχει μαγικές δυνάμεις, αλλά οι σεναριογράφοι το αγνόησαν γι’ αυτή την ταινία (ή το ξέχασαν). Σε αυτό το έργο βρίσκεται για να δημιουργεί ετεροντροπή στο κοινό από τα άθλια αστεία που κάνει όλη την ώρα. Όσο για την Εμ Τζέι, το σενάριο μας λέει πως ο Πίτερ είναι ερωτευμένος μαζί της, αλλά ως θεατής δεν βλέπω τον λόγο. Η Εμ Τζέι του MCU, όπως και όλοι οι συμμαθητές του Πίτερ Πάρκερ στις προηγούμενες ταινίες, δεν έχει ξεχωριστή προσωπικότητα. Όλοι τους είναι έξυπνοι, όλοι τους είναι θαρραλέοι, όλοι τους έχουν χιούμορ, με αποτέλεσμα ο Πίτερ να είναι ο πιο ιδιαίτερος γιατί είναι ο Spider-Man. Στο “Homecoming” η Εμ Τζέι ήταν ένας χαρακτήρας πίσω στο φόντο. Στο “Far From Home” ξαφνικά την ερωτεύεται και ανακαλύπτει το μυστικό του επειδή είναι έξυπνη. Στο “No Way Home” όλοι ξεχνάνε ποιος είναι ο Πίτερ Πάρκερ και ενώ είναι κάτι που προξενεί τρομερό ψυχολογικό κόστος στον ήρωα, ως θεατής δεν διακρίνω κάποια ιδιαίτερη χημεία που έχουν όλοι αυτοί οι χαρακτήρες μεταξύ τους, πέρα από το ότι ήταν φίλοι στο σχολείο. Δηλαδή, στο Spider-Man του 2002 ο Πίτερ και η Εμ Τζέι είχαν εκείνο το ανάποδο φιλί στη βροχή, στο “Amazing” ο Πίτερ και η Γκουέν μοιράστηκαν εκείνη τη στιγμή που η Γκουέν του καθάριζε τις πληγές, στις καινούργιες ταινίες ο Χόλαντ και η Ζεντάγια δεν έχουν αποκτήσει μια τέτοια στιγμή που έχουν οι ερωτευμένοι άνθρωποι μεταξύ τους.

Για μια ακόμα φορά αυτό που λείπει από τις ταινίες του Χόλαντ είναι μια γερή δόση αλήθειας. Στο “Spider-Man 2” ο Πίτερ σχεδόν τσακώνεται με τη θεία του για είκοσι δολάρια γιατί εκείνος δεν τα δέχεται επειδή ξέρει πως η θεία του έχει οικονομικές δυσκολίες και εκείνη κλαίει και απαιτεί να τα πάρει ,επειδή ξέρει πως κι εκείνος τα έχει ανάγκη ως νέος άνθρωπος στην Νέα Υόρκη. Η φωνή της Ρόζμαρι Χάρις σπάει όταν του ζητάει να τα πάρει και του λέει «δεν είναι πολλά». Αργότερα, όταν επιστρέφει στο διαμέρισμά του, ο ιδιοκτήτης του τα βουτάει από το χέρι γιατί ο Πίτερ του χρωστάει για το νοίκι. Μέσα, το διαμέρισμα είναι μια τρύπα με ένα γραφείο και ένα κρεβάτι. Η ντουλάπα του έχει δύο ρούχα μέσα· τη στολή του Spider-Man και ένα κοστούμι. Στο “Brand New Day” η Marvel για ακόμα μια φορά αγνοεί ότι ο Πίτερ Πάρκερ είναι ένας ήρωας με οικονομικές δυσκολίες και δεν μπαίνει στον κόπο να τον δείχνει να δουλεύει για να αγοράσει τα εργαλεία ή τα υλικά που χρειάζεται για να φτιάξει τον εξοπλισμό του. Δεν ξέρουμε πώς βρίσκει λεφτά για να νοικιάσει έναν χώρο με το τριπλάσιο μέγεθος απ’ αυτόν που μένει ο Spider-Man του Τόμπι. Απλά έχει λεφτά.

Στο ίδιο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο δεν λατρεύω που οι σεναριογράφοι ταινιών, βιντεοπαιχνιδιών και κόμιξ, συνεχώς βάζουν τον Spider-Man να έχεις τις καλύτερες σχέσεις με τις αρχές και την εξουσία. Προφανώς οι υπερήρωες πάντα βρίσκουν έναν σύμμαχο στην αστυνομία, αλλά ο Spider-Man πολλές φορές παρουσιάζεται ως τσιράκι της, κυρίως στο βιντεοπαιχνίδι του 2018. Δεν καταλαβαίνω με ποια λογική ο πιο φτωχός υπερήρωας δείχνει τέτοια τυφλή εμπιστοσύνη στο κατεστημένο. Όχι μόνο μιλάμε για την Αμερική όπου αστυνομικοί και ο ICE σκοτώνουν ανθρώπους στη μέση του δρόμου, αλλά μιλάμε και για το ίδιο σύμπαν στο οποίο πριν λίγους μήνες βλέπαμε πόσο διεφθαρμένη είναι η κοινωνία στη δεύτερη σεζόν του “Daredevil: Born Again”. Τον ίδιο τον Πίτερ οι αρχές τον κυνηγούσαν στην προηγούμενη ταινία, αλλά εντάξει τώρα όλα είναι καλά αφού όλοι έχουν ξεχάσει ποιος είναι. Γενικά αυτός ο Spider-Man έχει μια ανησυχητική σχέση με την εξουσία και σε κλασική αμερικανική παράδοση το σενάριο αρνείται να σχολιάσει τις επιπτώσεις. Είτε θα έχει για ίνδαλμα έναν δισεκατομμυριούχο που του προσφέρει ελεημοσύνη και τον στέλνει να πολεμήσει δίχως να τον ενημερώσει για τους λόγους, είτε ο ίδιος δισεκατομμυριούχος θα εμπιστευτεί ένα ολόκληρο οπλικό σύστημα σε ένα δεκαπεντάχρονο παιδί, είτε θα προσπαθήσει να λύσει όλα του τα προβλήματα με ένα μαγικό ξόρκι το οποίο θα πάει στραβά.

Επίσης, και στο “No Way Home” και στο “Brand New Day” υπάρχει αυτή η μανία να εφευρίσκει μαραφέτια που αφαιρούν τις δυνάμεις των εχθρών του παρά τη θέλησή τους. Και αν η απάντηση είναι «μα είναι οι κακοί», το ίδιο το “Brand New Day” έχει το αντεπιχείρημα σε αυτή την απάντηση. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει ο δισεκατομμυριούχος και ο μάγος αυτή τη φορά, υπάρχουν τα συστήματα μαζικής παρακολούθησης, τα οποία ο Πίτερ εκμεταλλεύεται δίχως συνέπειες για να του κάνουν τη ζωή πιο εύκολη. Ο Πίτερ για να βρει τον εχθρό του και ο Νεντ για να εντοπίζει τις κινήσεις του Spider-Man και να μάθει τη μυστική του ταυτότητα για κάποιο λόγο. Στην περίπτωση του πρώτου, μια αστυνομικός του λέει «μην μου πεις περισσότερα, είναι παράνομο», δίχως όμως να του λέει μην το κάνεις. Και στην περίπτωση του δεύτερου, το ξεπετάμε με ένα «δεν είμαι παράξενος» σαν δικαιολογία για την αλλόκοτη συμπεριφορά του. Στο “Dark Knight”, όταν ο Batman χρησιμοποίησε ένα σύστημα μαζικής παρακολούθησης για βρει τον Τζόκερ δεν αντιμετωπίστηκε από το σενάριο σαν να είναι κάτι ασήμαντο και αναμενόμενο, αλλά σαν να είναι η πιο ανήθικη και επικίνδυνη πράξη. Ο ίδιος ο Batman το ήξερε και γι’ αυτό δεν το χρησιμοποίησε ο ίδιος, αλλά το έδωσε στον Φοξ, ο οποίος το κατέστρεψε στο τέλος του έργου. Το θέμα είναι, πώς περιμένεις να γράψεις για έναν Spider-Man που είναι πιο κοντά στον δρόμο και τους ανθρώπους του και να αγνοείς όλα τα μοντέρνα προβλήματα που ζουν αυτοί οι άνθρωποι. Δεν γίνεται να είσαι ο «φιλικός γείτονας» και ταυτόχρονα να πετάς πάνω απ’ αυτούς και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν από ένα σύστημα σχεδιασμένο για τους λίγους. Θα έλεγα ότι είναι πλοκή κινουμένου σχεδίου του Σαββατοκύριακου, αλλά θα ήταν ψέμα γιατί στο “Batman: The Animated Series” υπάρχουν επεισόδια που καταφέρνουν μέσα σε είκοσι λεπτά να μιλήσουν για πάρα πολλά περίπλοκα και σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα.

Το “Brand New Day” είναι απ’ αυτά τα σενάρια που θεωρούν ανατροπή το ότι υπάρχει ένας χαρακτήρας που δεν τον είχαμε δει στο τρέιλερ και όταν αυτός ο χαρακτήρας αποκαλυφθεί αυτόματα γνωρίζεις πώς θα καταλήξει το έργο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το έργο να μείνει δίχως έναν κεντρικό κακό, καθώς το σενάριο αρνείται να σχολιάσει κοινωνικοπολιτικά ζητήματα. Δηλαδή, το «σύστημα» θα μπορούσε να είναι μια ανταγωνιστική μορφή στο έργο, αλλά όπως θα έλεγε και ο Black Panther, “we don’t do that here”, και έτσι μένουμε με μια αδύναμη τρίτη πράξη που σώζεται από μια εντυπωσιακή τελευταία μάχη μέσα σε ένα έντονο συναισθηματικό πλαίσιο.

Τέλος, έχω την ανάγκη να αναφέρω την έλλειψη ενός ικανοποιητικού soundtrack να συντροφεύει τον Spidey στον ουρανό. Ο καταπληκτικός Μάικλ Τζακίνο συνθέτει για τέταρτη φορά τη μουσική της σειράς και δεν θυμάμαι ούτε μια νότα από τη μουσική του γι’ αυτές τις ταινίες. Μιλάμε για έναν συνθέτη που συνήθως η δουλειά του πάντα ξεχωρίζει, αλλά εδώ ψάχνεις να τον βρεις. Για πάνω από είκοσι χρόνια ο Ντάνι Έλφμαν έχει αποδείξει το είδος μουσικής που ταιριάζει όταν ο Spider-Man είναι στον ουρανό το ηλιοβασίλεμα και αυτό είναι κάτι που ακόμα και τα νέα βιντεοπαιχνίδια έχουν ασπαστεί. Ελπίζω στο επόμενο η μουσική να δουλευτεί περισσότερο.

Το “Spider-Man: Brand New Day” είναι ένα ωραίο επεισόδιο στη ζωή του Spider-Man μέσα στο MCU. Συνομιλεί με άλλους ήρωες και πολεμάει δίπλα τους ή μαζί τους και ο Τομ Χόλαντ αποδεικνύει ξανά και ξανά πως όσο καλύτερο είναι το σενάριο, τόσα περισσότερα εφόδια έχει για να ενσαρκώνει τον χαρακτήρα καλύτερα. Αν και είναι αρκετά ρηχό, παραμένει μια ματιά στην απομόνωση που μπορεί να αισθάνεται κάποιος όταν αφιερώνει όλο του το είναι στην δουλειά του και όχι στον εαυτό του. Όμως κάποια στιγμή αυτές οι ταινίες πρέπει να αρχίσουν να αναγνωρίζουν την πραγματικότητα, κάτι που τα κόμιξ κάνουν από τότε που δημιουργήθηκε ο χαρακτήρας, αν θέλουν κάποτε να φτάσουν το επίπεδο του “Spider-Man 2” και του “Spider-Verse”. Όλοι αυτοί οι ηθοποιοί που έχουν αποδείξει το ταλέντο τους ξανά και ξανά σε άλλα έργα, πρέπει κάποια στιγμή να τους δοθεί καλύτερο υλικό να ερμηνεύσουν. Ο Spider-Man πρέπει να επιστρέψει κοντά στους ανθρώπους και όχι στην εξουσία. Ο λόγος που υπάρχουν υπερήρωες είναι για να υπενθυμίζουν την ανικανότητα του συστήματος, όχι για να το αντικαταστήσουν ή να γίνουν μέρος του.